Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Ε΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



   Κάπου, μακριά από την Ηλιοστάλαχτη, σε μια ακρογιαλιά που την αγκάλιαζε σα δαντέλα η θάλασσα, δεν ήταν καθόλου σκοτεινά. Τι σκοτεινά δηλαδή που είχε τέτοια ηλιοφάνεια που έπρεπε να φοράς γυαλιά ηλίου για να μην στραβωθείς. Άσπρο, άσπρο και γαλάζιο σε τύφλωναν.
   Ακριβώς εκεί λοιπόν που έσκαγε το κύμα, κάθονταν ο Ήλιος μας. Ξένοιαστος, είχε μισοξαπλώσει πάνω στη ζεστή άμμο,  έκανε ηλιοθεραπεία κι αγνάντευε το πέλαγος. Στο κεφάλι του φορούσε ένα άσπρο πάνινο καπελάκι με βολανάκι γύρω γύρω, ίδιο μ’ αυτά που φορούν κάτι γιαγιούλες όταν παν στη θάλασσα, κι ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά στα μάτια του.
   Γύρω του πανδαιμόνιο. Χαρούμενες φωνές, τσιρίδες! Οι αχτίνες του πότε τσαλαβουτούσαν μες το νερό και πότε τρέχανε στην άμμο. Κάτι μικρούλες είχαν στρωθεί με τα κουβαδάκια και τα φτυαράκια τους και δώστου χτίζανε παλάτια και πύργους, πολιτείες ολάκερες. Φτιάχναν δρόμους, γέφυρες ανάμεσα στα κάστρα και γύρω τους τάφρους, που τις γεμίζανε με νερό.
    Μια φαφούτα πιτσιρίκα, κουβαλούσε με το πράσινο κουβαδάκι της άμμο στις μεγαλύτερες για να τις βοηθήσει. Μόλις αυτές γύριζαν την πλάτη τους έδινε στα γρήγορα μια και γκρέμιζε πότε έναν πυργίσκο, πότε μια γέφυρα και τα μάτια της γυάλιζαν από ευχαρίστηση. Μετά έπαιρνε το πιο αθώο της ύφος και ξαναπήγαινε να κουβαλήσει άμμο.
   Οι μεγαλύτερες ήταν ξαπλωμένες κοκέτικα στην άμμο και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. 
   Πότε πότε κάποιες μικρούλες τρέχανε στον ήλιο.
   «Πές της αυτής καλέ θείο, πάλι πάτησε πάνω στο κάστρο μου. Συντρίμμια τον έκανε!».
   «Μμμ», μουρμούριζε ο Ήλιος χωρίς να πολυδίνει σημασία.
   «Ήθελα να ξέρω τι τα κουβαλάμε τα μικρά μαζί μας», γκρίνιαξε εκείνη που δεν της δίνανε σημασία. «Μόνο για μπελά και φασαρία είναι».
   Μα οι μικρούλες ακτίνες δεν χαμπαριάζανε τίποτε. Δώστου να τρέχουνε πάνω-κάτω σα σπουργίτια που πέσανε πάνω στο σιτάρι.
   Μια πιτσιρίκα φόρεσε  ένα ζευγάρι βατραχοπέδιλα κι έκανε μακροβούτια. Άλλες στεκόντουσαν στα ρηχά και πιτσιλούσανε τον κόσμο. Οι μεγαλύτερες τις παρακολουθούσανε με άγρυπνο μάτι.
   Μια ακτίνα που από καιρό την είχανε πάρει τα χρόνια, πλησίασε με το αργό βήμα της τον  Ήλιο. Κάθισε πάνω στα πόδια της και τον κοίταξε λυπημένη.
   «Θα πάει μακριά αυτή η βαλίτσα; Δε σου πέρασε ακόμη το γινάτι;», τον ρώτησε σιγανά για να μην τους ακούσουνε.
   Εκείνος έκανε πως δεν την άκουσε. Διάλεξε από κάτω μερικά πλατιά βότσαλα, γύρισε στο πλάι κι άρχισε να τα πετάει στη θάλασσα.



   Ο φίλος μας ο Φοίβος ήταν ήδη μακριά από την Ηλιοστάλαχτη. Ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει που βρήκε το θάρρος κι είπε ότι είπε μπροστά σε τόσο κόσμο.
   Όταν όμως άκουσε τον δήμαρχο να προστάζει τη σύλληψή του,
έβγαλε φτερά στα πόδια. Για πότε χώθηκε σ’ ένα στενό δρομάκι, για πότε άφηνε πίσω του την πόλη, ούτε που το κατάλαβε. Έτρεξε πιο γρήγορα κι από τον άνεμο. Όταν πια σταμάτησε είχε αφήσει προ πολλού πίσω του την Ηλιοστάλαχτη.
   Αν του ‘λεγε λίγους μήνες πριν κανείς ότι θα μπορούσε να τρέξει τόσο γρήγορα, θα γελούσε πικρά. Βλέπετε τον χειμώνα που είχε περάσει, έπεσε από έναν γέρικο πλάτανο που πάνω του είχαν σκαρφαλώσει γενιές και γενιές, κι είχε σπάσει το δεξί του πόδι. Μετά απ’ αυτό έμεινε για αρκετό καιρό στο νοσοκομείο, κι έπειτα στο σπίτι.
   Στην αρχή οι φίλοι του ερχόντουσαν συχνά για να του κάνουν παρέα και να τον βοηθήσουν να μην βαρεθεί. Σιγά σιγά όμως αραίωσαν κι αυτοί
   Τότε ήταν που ο φίλος μας γνώρισε μοναξιές μεγάλες.
   Καθόταν λοιπόν στην βεράντα του σπιτιού του, συντροφιά μ’ ένα βιβλίο. Κι ο μόνος που σταθερά τον επισκεπτόταν ήταν αυτός ο Ήλιος.
   Απλωνόταν τα πρωινά ραχατλίδικα σ’ όλο το μήκος και το πλάτος του ουρανού.
   Ο Φοίβος τον παρακολουθούσε ν’ ανεβαίνει με το πάσο του στα ύψη, σκορπώντας γλυκιά ζεστασιά πάνω στην πολιτεία. Κι αυτή αστραφτοκοπούσε λες και την είχε πασπαλίσει με χρυσόσκονη. Τα μάτια σου δεν άντεχαν τέτοια λάμψη.
    Κι εκεί, στα μεσούρανα, χάιδευε με το βλέμμα γεμάτο αγάπη την πλάση όλη, σαν γαλήνιος άρχοντας που νοιάζεται τους υπηκόους του.
   Μερικές φορές ο Φοίβος χάζευε τα μόρια της σκόνης, έτσι όπως χορεύανε πάνω στις ακτίνες του.
   Και το βράδυ, πριν ο Ήλιος πέσει στο χρυσό κρεβάτι του, χάριζε στη φύση χίλια μύρια χρώματα, κλεμμένα λες από παλέτα ταλαντούχου ζωγράφου.
   Αυτά θυμόταν ο Φοίβος όταν το μονοπάτι που είχε πάρει, σταμάτησε μπροστά στην είσοδο μιας σπηλιάς, Κατάκοπος, αποφάσισε να περάσει εκεί τη νύχτα του.
   Πέρασε πρώτα το κεφάλι του στο άνοιγμά της. Ένα σκοτάδι μαύρο πίσσα, τι να σας λέω! Τι να κάνει όμως; Να πει συγνώμη λάθος, να κλείσει την πόρτα πίσω του και να φύγει. Τρύπωσε  μέσα. Μια σκιά που πέρασε από πάνω του, του  έκοψε τα γόνατα. Η κραυγή που ήχησε αμέσως μετά, έκανε το αίμα να κυλήσει παγωμένο στις φλέβες του. Κίνησε να το βάλει στα πόδια όταν κατάλαβε πως η αιτία του φόβου του ήταν μια κουκουβάγια. Γέλασε με τον εαυτό του και προχώρησε διστακτικά.
   Κούρνιασε σε μια γωνιά, κι έβαλε το χέρι του για προσκέφαλο. Η κουκουβάγια είχε σταθεί σε μια εσοχή ακριβώς από πάνω του και στο μισοσκόταδο τα μάτια της φέγγανε σαν αναμμένα κάρβουνα. Εκείνη τη στιγμή ο Φοίβος πρόσεξε πόσο ανοιχτόχρωμο ήταν το χρώμα της.
   «Λευκή κουκουβάγια!», θαύμασε χαμογελώντας στη θέα του σπάνιου πουλιού.
   «Καλός οιωνός», σκέφτηκε κι έκλεισε τα μάτια του αποκαμωμένος.

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Δ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



Ο δήμαρχος   ξεφύσηξε λες και καθόταν στο στήθος του κάποιο βάρος, κι ακούμπησε το χέρι στο λαιμό σα να τον έσφιγγε μια αόρατη γραβάτα.
   «Μετά την γνωμάτευση του αξιότιμου κυρίου αστυνομικού διευθυντή μας, μετά λύπης μου ανακοινώνω, πως δεν έχουμε πια Ήλιο. Ας εφοδιαστούμε λοιπόν με κεριά, γκαζόλαμπες και λάμπες πετρελαίου, έως ότου μας συνδέσει με ηλεκτρικό η ΔΕΗ. Εγώ προσωπικά εγγυώμαι…», ξερόβηξε γιατί δεν του ερχόταν η κατάλληλη λέξη.
   «Ως εκ τούτου, και δι’ αυτού, το θέμα θεωρείται λήξαν», βιάστηκε να ολοκληρώσει και σηκώθηκε να φύγει.
   Σούσουρο ξεσηκώθηκε. Λες και είχαν ξαμολήσει μέλισσες από αμέτρητα μελίσσια, το πολύβουο πλήθος ανήσυχο, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όλοι μιλούσαν αναμεταξύ τους, μια από δω και μια από κει.
   «Όχι», έσκισε μια βροντερή φωνή την φασαρία.
   Παγωνιά χίμηξε. Η σιωπή, σα γιγάντιο χταπόδι άπλωσε τα βαριά πλοκάμια της και τους έπνιξε. Ο Θεοχάρης  στάθηκε με το δεξί του πόδι μετέωρο, να μην μπορεί ν’ αποφασίσει αν θα ολοκληρώσει το βήμα που είχε αρχινίσει. Και όλοι μείνανε σα στήλες άλατος στη θέση τους, καθώς ένα αγόρι άρχισε ν’ ανεβαίνει πάνω σ’ ένα παγκάκι για να το προσέξουν. Τα χλωμά του μάγουλα ήταν ποτισμένα με δάκρυα, μα τα χείλη του ήταν σφιγμένα σε μια γραμμή που φανέρωνε πείσμα.
   «Μπαρδόν;», έκανε μην πιστεύοντας στ’ αυτιά του ο δήμαρχος.
   Ο μικρός τον κάρφωσε με τα μάτια χωρίς να βγάλει άχνα.
   «Είπες όχι παιδάκι μου;», ξανάκανε ο Θεοχάρης σίγουρος πως είχε γίνει παρανόηση.
   Ο πιτσιρίκος κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
   «Τι όχι δηλαδή;».
   «Όχι, το θέμα δεν έληξε», απάντησε με μιαν ανάσα ο μικρός.
   «Παιδιάστικα λόγια», εξήγησε και χαμογέλασε με το στανιό ο δήμαρχος, ξεκινώντας πάλι να φύγει.
   «Ακούστε με!!!», ύψωσε τώρα τη φωνή ο μικρός. «Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι. Ο Ήλιος μας ζέσταινε τόσα χρόνια. Χάιδευε τα λουλούδια μας, φώτιζε τη ζωή μας. Ομόρφαινε τις μέρες μας, έδινε ελπίδα στις νύχτες μας. Στεκόταν πάντα ψηλά, πιστός φίλος, χωρίς ποτέ να μας ζητήσει τίποτα. Χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Τώρα, που ποιος ξέρει τι έπαθε, λέτε πως το θέμα έκλεισε; Αυτό είναι το ευχαριστώ μας; Η ευγνωμοσύνη, που λέτε κι εσείς οι μεγάλοι; Κι αν έπαθε κάτι; Κι αν κινδυνεύει;», κοίταξε κλεφτά γύρω του να δει αν είχε τραβήξει την προσοχή τους.
   «Πρέπει να τον βρούμε», συνέχισε, βάζοντας όλη του την ψυχή στη λέξη πρέπει. «Του το χρωστάμε, πώς και δεν το νιώθετε;».
   Ο Θεοχάρης έστριψε το μουστάκι-βούρτσα μ’ αμηχανία.
   «Χμ, δε λέω παιδί μου, δίκιο έχεις. Αλλά εδώ η αστυνομία και σηκώνει τα χέρια της», τόνισε μ’ επισημότητα.  «Τι  μπορούμε  να
κάνουμε εμείς, ο απλός κόσμος; Θα πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας; Εδώ υπάρχουν αρμόδιοι», του επισήμανε μ’ αποδοκιμασία.
   «Μα μη στενοχωριέσαι. Όποιος τον έκλεψε, μπορεί στο τέλος να τον βαρεθεί και να τον αφήσει να φύγει», τελείωσε και κίνησε και πάλι να κατέβει από την έδρα.
   «Πρέπει να τον βρούμε, σας λέω!», έβαλε τις φωνές ο πιτσιρίκος.
   Ο Θεοχάρης κοκκίνισε .
 «Βρε μπελά που βάλαμε στο κεφάλι μας», σκέφτηκε. Προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του, μίλησε με υπομονή. 
   «Αυτό δεν γίνεται. Εδώ εμείς, οι αρχές της πόλης και σηκώσαμε τα χέρια. Δεν υπεισέρχεται πια το θέμα της αρμοδιότητας μας. Ποιος θα πάει λοιπόν να τον βρει;».
   «Εγώ», βροντοφώναξε ο μικρός.
   «Και ποιος είσαι εσύ, τέλος πάντων;», έκανε φανερά εκνευρισμένος τώρα ο δήμαρχος.
   «Φοίβος Αντωνίου, ο γιος της κυρίας Μαρίας».
   «Της κυρίας Μαρίας;», αναρωτήθηκε ο δήμαρχος.
   «Η μαμά μου καθαρίζει στο δημαρχείο», του εξήγησε ο Φοίβος.
   «Α!, η κυρία Μαρία, βέβαια!», έσυρε τη φωνή του ο Θεοχάρης. Από πού κι ως που έπρεπε να ξέρει αυτήν την κυρία Μαρία, δυσανασχέτησε. Κι αν δεν τους άκουγε τόσο πλήθος, θα του ‘λεγε του μπόμπιρα που θα έστελνε την μαμά του έτσι και συνέχιζε να του ζαλίζει το κεφάλι. Μα βλέπετε στη θέση που κατείχε έπρεπε να κάνει πολλές θυσίες.
   «Λοιπόν Φοίβε», σταθεροποίησε τη φωνή του και πήρε το σοβαρό του ύφος, θέλοντας να τον φοβίσει. «Σου απαγορεύω να βρεις οτιδήποτε. Όχι μόνο τον Ήλιο, μα και το φεγγάρι, και την Πούλια με τον Αυγερινό. Κατάλαβες;», ούρλιαξε χάνοντας πια την ψυχραιμία του.
   «Κι όμως θα τον βρω», ήταν η πληρωμένη απάντηση του Φοίβου, που αμέσως γλίστρησε σα φίδι ανάμεσα στο πλήθος κι άρχισε να τρέχει.
   «Συλλάβετέ τον αμέσως», έβγαλε άγρια φωνή ο δήμαρχος.
   Ο Κουνάβης είχε ήδη ορμήσει στο κατόπι του μικρού. Δυο αστυνομικοί, φορώντας πηλίκια στο κεφάλι τους, τρέξανε προς τα κει που κατευθυνόταν και του φράξανε τον δρόμο.
   «Τον τσάκωσα», αναφώνησε ο ένας τους.
   Όρμησε κι ο Κουνάβης προς τα πάνω του κι έκανε να τον πιάσει απ’ το γιακά, μα ο Φοίβος έσκυψε και του δάγκωσε τη γάμπα του δεξιού ποδιού του.
   «Ωχ», τσίριξε εκείνος, έπιασε με τα δυο χέρια του το πονεμένο πόδι του κι άρχισε να χοροπηδάει πάνω στο γερό.
   Ο Φοίβος έπεσε στα γόνατα και σύρθηκε ανάμεσα απ’ τα πόδια των αστυνομικών. Έδωσε μια και πριν προλάβει κανείς να πει κύμινο είχε εξαφανισθεί από τα μάτια όλων τους.   

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Γ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



   Η πλατεία φωτιζόταν αχνά λες κι από φως αστεριών που τρεμοπαίζανε, χάρη στις δάδες που είχανε κουβαλήσει οι πολίτες. Μερικοί άνθρωποι ερχόντουσαν κρατώντας κεριά κι άλλοι τις λαμπάδες που είχαν φυλάξει από την Ανάσταση. Που και που άκουγες καμιά φωνή.
   «Καλέ τι μυρίζει; Ωχ κύριος αρπάξαν τα μαλλιά σας».
   «Μπαρδόν, τι άρπαξε είπατε; Ωχ καίγομαι βοήθεια! Καλέστε την πυροσβεστική! Βοήθεια!!!», και ησύχαζε μόνο αφού καταφέρνανε οι γύρω του να του σβήσουν το μαλλί άλλοι με ζακέτες κι οι πιο θαρραλέοι με τα χέρια.
   Ο Θεοχάρης ο δήμαρχος προχωρούσε πατείς με πατώς σε ανάμεσα στο πλήθος για να φτάσει σ’ ένα πρόχειρα στημένο βήμα. ΄Ενας οξύς πόνος στο δεξί του πόδι τον έκανε να πεταχτεί ίσαμε κει πάνω.
   «Ωχ!!! Βλέπε κυρά μου που πατάς κι ακούμπησες και τα εκατό κιλά σου πάνω στον κάλο μου!», ξεφώνισε μουγκρίζοντας από τον πόνο. «Ιπποπόταμε», έκανε μέσα του. Γιατί ως δήμαρχος δεν μπορούσε να λέει ότι κατέβαζε η κούτρα του, ειδικά αν ήθελε να επανεκλεγεί.
   Η στρουμπουλή κυρία γύρισε μπουρινιασμένη, με τα χέρια της τοποθετημένα δεξιά κι αριστερά της μέσης της και χτύπησε νευρικά το τακουνάκι της στο τσιμέντο.
   «Θεοχάρη!!!».
   «…» Ο δήμαρχος έμεινε κάγκελο λες κι είχε πάθει αποπληξία. Μετά από λίγο κατάφερε ν’ αρθρώσει.
   «Μαρίκα μου!!!».
   «Θεοχάρη!», έκανε ακόμη πιο επιτακτικά η κυρία.
   «Μαρίκα; Εσύ;».
   «Μμμ…».
   «Μαρικάκι μου…. Εε, καλέ μες το σκοτάδι, πώς μου φάνηκες κάπως;».
   Οι φλόγες που έβγαζαν τα μάτια της κυρίας τρυπούσαν κι αυτό το σκοτάδι.
   «Πήγαινε τώρα και θα τα πούμε σπίτι», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η κυρία Μαρίκα, που όπως θα καταλάβατε ήταν η γυναίκα του.
   Αυτός, κατέβασε τ’ αυτιά και προχώρησε βιαστικά σαν την βρεγμένη γάτα. Σκουντώντας και σκουντουφλώντας κατάφερε να φτάσει στο βήμα κι άρχισε να ξεροβήχει για να τον προσέξουν και να κάνουν την δέουσα ησυχία. Σαν είδε πως δεν θ’ ακουγόταν ούτε και του χρόνου, έβγαλε μια δυνατή κραυγή που κοκκίνισαν οι φλέβες του λαιμού του.
   «Συμπολίτες μου!!!».
    Ο διαχειριστής της δημαρχίας τον χαμπαριάστηκε και έσπευσε να του πάει μια δάδα για να τον φωτίσει.
   «Αγαπητοί λέω, συμπολίτες μου! Κακότυχοι κάτοικοι της πρώην Ηλιοστάλαχτης. Είμαστε όλοι εδώ σε τούτη την δύσκολη ώρα, σύσσωμοι να ενώσουμε τις δυνάμεις μας ενάντια στον κοινό εχθρό».
   Σταμάτησε για να δει τι εντύπωση προκάλεσαν τα λόγια του.
   «Ως εκ τούτου, και με το δικαίωμα που μου δίνει η θέση του εκλεγμένου άρχοντά σας…».
   «Κατέβα κάτω ρε!!!», ακούστηκε η μπάσα φωνή ενός άνδρα που τον έκρυβε το σκοτάδι.
   Ο Θεοχάρης κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών του και ξερόβηξε.
   «Άρχεται η συνεδρίασις», έκανε με στόμφο κι έστριψε το μουστάκι του.
   «Σύμφωνα με την εμπειρογνωμοσύνη που εγώ ο ίδιος διεξήγαγα, η κατάσταση έχει ως εξής. Σήμερα το πρωί και αφού ο Ήλιος είχε ανατείλει κανονικά και φίνα, στις επτά και μισή ακριβώς ηξηφανίσθη. Δηλαδή έγινε καπνός. Τον κλέψανε; Άγνωστο!». Έμεινε για λίγο να σκέφτεται χωρίς να ξέρει τι να πει.
   «Ως εκ τούτου, καλώ όποιον γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση ταύτη, να προσέλθει στο βήμα!».
   Μέσα από το πλήθος ξεπρόβαλλε ένας σκυφτός ανθρωπάκος. Ήταν ο Κουνάβης και το σώμα του αδύνατο και νευρώδες καμπούριαζε μπροστά, δίνοντας την εντύπωση πως μόνιμα έψαχνε να ‘βρει κάτι που ‘χει χάσει. Ρίχνοντας γρήγορες κλεφτές ματιές, δεξιά κι αριστερά, ανέβηκε πάνω στο βήμα και χούφτωσε το μικρόφωνο μες τα δυο του χέρια.
    «Όποιος έχει σχέση με το έγκλημα να ομολογήσει αμέσως», ακούστηκε η τσιριχτή φωνή του «Εάν ο ένοχος παραδοθεί μόνος του και δείξει μεταμέλεια, η δικαιοσύνη θα του φερθεί με επιείκεια», κάγχασε κι οσμίστηκε την ατμόσφαιρα.
   Ο δήμαρχος είχε γίνει έξω φρενών με τον  Κουνάβη που αναστάτωνε έτσι τον κόσμο, αλλά κρατούσε την ψυχραιμία του, για να προστατέψει και το ίματζ του που λέγαμε και πιο πριν.
   «Ε, ας μην υπερβάλλουμε αγαπητοί μου!», προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα, χαμογελώντας βεβιασμένα.      
   Ο Κουνάβης του ‘γνεψε να σωπάσει, βγήκε μπροστά από την έδρα, λύγισε τα γόνατά, έγειρε το κορμί του μπρος τα μπρος κι άρχισε να χτενίζει το πλήθος με τα μικρά μάτια του που πετούσαν επικίνδυνες λάμψεις.
   Το πλήθος σαν μια μεγάλη μάζα συρρικνώθηκε από το φόβο του. Κόλλησαν  ο ένας πάνω στον άλλο, λες κι αυτό θα τους προστάτευε από τον τρομαχτικό Κουνάβη.
   «Λοιπόν;», έκανε ανυπόμονα ο τελευταίος.
   Κανείς δεν μίλησε. Καρφίτσα να ‘πεφτε θα ακουγόταν. Ο Κουνάβης έδωσε έναν πήδο και βρέθηκε πίσω από την έδρα   «Χμ, χμ», καθάρισε το λαιμό του. «Κατόπιν τούτης της εξονυχιστικής έρευνας της αστυνομίας, βρίσκομαι σε θέση να σας ανακοινώσω το πόρισμα. Όλες οι ενδείξεις δηλώνουν πως ο εγκληματίας έχει διαφύγει. Η αστυνομική και ντετεκτεβική μου πείρα, μου λέει πως θα είναι ήδη μακριά. Εν ολίγοις θα την έχει κοπανήσει. Ως εκ τούτου, το θέμα, το έγκλημα δηλαδή, δεν είναι πλέον στα πλαίσια της αρμοδιότητας της αστυνομίας μας. Επί του θέματος θα επιλυφθεί η Ηλιοπόλ. Για μας ο φάκελος έχει κλείσει», είπε και χτύπησε το χέρι του πάνω στην έδρα, λες και για να δώσει έμφαση στα λόγια του.
   «Θα συμβούλευα ακόμη τον κύριο Δήμαρχο, να κάνει αίτηση στην ΔΕΗ για ρεύμα».
   Ξερόβηξε κάνα δυο φορές ακόμη και κατέβηκε από την έδρα. Δεν το πρόσεξε κανείς, μα στα μάτια του μέσα λαμπύριζε η σπίθα μιας βαθιάς και χαιρέκακης ικανοποίησης.