Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ



      Το επόμενο πρωινό η  Ραλλού κατέβηκε αργά τα σκαλιά της βεράντας και κάθισε κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων στην μικρή μπροστινή αυλή του ξενοδοχείου. Την βεράντα αυτήν την ώρα την έλουζε ανελέητα ο ήλιος, κι αυτή τον ήλιο τον είχε βγάλει εδώ και χρόνια από τη ζωή της. Έστεκε πάντα σαν εξωτερικός παρατηρητής, καλά προφυλαγμένη από το φως του και παρατηρούσε τους άλλους να ζουν τις ζωές τους.
      Ήξερε πως λίγες ήταν οι ζωές που πραγματικά ζούσαν στον ήλιο. Οι περισσότεροι ζούσαν την αυταπάτη του. Λιγοστοί οι άνθρωποι που γνώριζαν το  μερτικό που είχαν στο φως. Κι αυτοί αποδέχονταν καλύτερα την πραγματικότητά τους και πορεύονταν σ’ αυτήν με αξιοπρέπεια.
      Αξιοπρέπεια. Ήταν μια λέξη που ταλάνισε αρκετά τη ζωή της. Όταν έχασε τον πατέρα της, η μητέρα της κρέμασε πάνω τους τη λέξη σαν παντιέρα κι έπρεπε με δαύτη πια να συνεχίσουν.
      Δε μπορούσε να κλάψει το γονιό της, γιατί η θέση τους κι η αξιοπρέπεια που αυτή όριζε, δεν το επέτρεπε.
      «Μοιρολογούν οι γυναίκες του λαού», είπε η Εριφύλη που σφράγισε τα χείλη της σε μια στεγνή γραμμή και δεν τα άφησε ποτέ πια να χαλαρώσουν σ’ ένα γλυκό λόγο, σ’ ένα χαμόγελο.
      Ούτε να παίξει δεν την άφηνε, γιατί στο δρόμο γυρνούνε μόνο τα χαμίνια. Μια μοναδική φορά η Ραλλού τόλμησε να πει πως ο πατέρας της όχι μόνο της επέτρεπε, αλλά και ενθάρρυνε τα παιχνίδια της.
      «Πατέρα πια δεν έχεις», ήρθε η απάντηση της Εριφύλης κοφτερή σαν  τροχισμένη λεπίδα. Κι έκρυβε θαρρείς μίσος τούτη  η δήλωση, που η Ραλλού αισθάνθηκε κατηγορούμενη για τον πρόωρο χαμό του γονιού της. Έσκυψε το κεφάλι  να σκεφτεί, αν θα μπορούσε να ευθύνεται σε κάτι.
      Και  σιγά σιγά σώπαινε, να μην ακούγεται στο σιωπηλό σπίτι που οι τοίχοι του αντανακλούσαν κάθε ήχο. Το πάτημά της ελαφρύ, τα ρούχα της άτονα.
      Να μην ακούγεται και να μην φαίνεται, αυτή ήταν η μόνη της έννοια. Όσο λιγότερο την πρόσεχε η Εριφύλη, τόσο το καλύτερο.
      Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν το χαμό του πατέρα της, η ανάγκη μάλλον την έκανε να βρει καταφύγια. Το ένα ήταν η σκοτεινή θεόκλειστη πια βιβλιοθήκη του καπετάν Γιάννη. Θησαυρός ολάκερος!
      Χωνόταν στη δερμάτινη πολυθρόνα του κι όταν ένιωθε και ιδιαίτερα θαρραλέα ή σίγουρη πως η μητέρα της δεν θα την ανακάλυπτε, άνοιγε και τα σκίαστρα των παραθύρων για να διαβάσει σε φυσικό φως. Τι δε διάβασε μέσα στους τέσσερις εκείνους τοίχους!
       Ροΐδη και Παπαδιαμάντη. Σαίξπηρ. Καβάφη αλλά και Καββαδία, Βενέζη.
      Ο καπετάν Γιάννης άλλα βιβλία έφερνε κι άλλα έπαιρνε μαζί του στο επόμενο ταξίδι. Αυτή ήταν η μοναδική του συντροφιά μέχρι να γυρίσει στη γυναίκα  και το παιδί του.
      Και μέσα στους τέσσερις αυτούς τοίχους, ταξίδευε και η Ραλλού σε κόσμους μακρινούς. Γκρεμίζονταν τα σύνορα του δικού της περιορισμένου κόσμου, και ταξίδευε, ταξίδευε! Και  θέριευε η λαχτάρα της για πραγματικά ταξίδια.
      Το άλλο της καταφύγιο ήταν η θάλασσα. Ούτε μέρα δεν περνούσε, να μην ανέβει στο ποδήλατό της και να χαθεί στον όρμο που την πήγαινε ο πατέρας της για κολύμπι.
      Ήταν αθέατος από στεριά κι από θάλασσα. Λίγοι μόνο γνώριζαν την ύπαρξή του κι ακόμη λιγότεροι έτρεφαν την παραμικρή διάθεση να τον επισκεφτούν.
      Τα καλοκαίρια πετούσε το ποδήλατό στους θάμνους πιο πάνω και κατέβαινε σαν κατσίκι τα απότομα βράχια με τη βοήθεια κλαδιών και  ριζών που προεξείχαν από το πετρώδες έδαφος. Έφτανε κάτω, πετούσε με μια κίνηση το φόρεμα πάνω απ’ το κεφάλι  και σκαρφαλώνοντας σε βράχια που προχωρούσαν μέσα στη θάλασσα έφτανε στην άκρη τους απ’ όπου έδινε μια και βουτούσε στα κρυστάλλινα νερά.
      Έπειτα βουτούσε κι έπιανε αχινούς. Τους έπαιρνε στα χέρια της, τους σήκωνε ψηλά. Έβλεπε το φως του ήλιου να στραφτοκοπά στις σταγόνες που σκάλωναν στ’ αγκάθια τους. Καμιά φορά άνοιγε κάποιον κι αφού έπλενε το εσωτερικό του καλά σουρώνοντάς το στο ίδιο το καύκαλό τους, ρουφούσε την πολύτιμη ουσία κι ήταν λες και ρουφούσε την αλμύρα της θάλασσας. Κουβαλούσε τη γεύση αυτή  ώρα μετά κι ένιωθε λες και κουβαλούσε τη θάλασσα μέσα της.
      Έπαιζε ώρα μες το αλμυρό νερό, κοκκίνιζαν τα μάτια της μα ένιωθε λες και την ξέπλενε από τα πάντα. Τον πόνο που είχε φωλιάσει στην ψυχή της. Τις ενοχές που αισθανόταν και την μοναξιά που την τύλιγε σαν σκοτεινό πέπλο.
     
      Η Ραλλού σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε στα κάγκελα που ήταν σκεπασμένα από  γιασεμί. Έσκυψε απαλά και ανάσανε το μεθυστικό άρωμα.








       Ο Θράσος άκουσε τα ανυπόμονα βήματα που σκαρφάλωναν τα σκαλοπάτια της εισόδου. Το πρώτο ζευγάρι πόδια άφηνε πίσω του ήχο δυνατό, όχι από το βάρος που κουβαλούσε, αλλά από τη νευρικότητα που όριζε τον κοφτό χτύπο των ποδιών στο πάτωμα. Ανυπόμονα και βιαστικά, λες κι ο χρόνος τους ήταν λιγοστός και πολύτιμος και έπρεπε όλοι να το νιώσουν και να μην τα καθυστερούν για ανούσιους λόγους.
      Το δεύτερο ζευγάρι πόδια είχε σίγουρα βάρος, αλλά κινούνταν αργά, χωρίς νεύρο. Σχεδόν παρατημένα.
      Ο Θράσος δεν σήκωσε το κεφάλι, καθώς περίμενε το νεαρό ζευγάρι. Ήταν η κυρία Πολίτη κι είχε απαντήσει τουλάχιστον σε εφτά e-mail της πέρα από το αρχικό για την κράτηση του δωματίου.
      Είχε στείλει e-mail  για να απαιτήσει στην ήδη κλεισμένη τιμή ημιδιατροφή αντί για πρωινό. Είχε στείλει mail  για να ζητήσει, κύριος οίδε γιατί, προνομιακές τιμές σε άλλες επιχειρήσεις του νησιού, όπως club και εστιατόρια.
      Και όταν ο Θράσος της απαντούσε πως δυστυχώς αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν στην τιμή και στις υπηρεσίες του ξενοδοχείου, δεν παρέλειπε ποτέ να του απαντήσει και να του υποδείξει πως θα έπρεπε να βελτιώσουν την επιχείρησή τους. Κατάφερε μάλιστα από τις λιγοστές εικόνες που είχε το παρωχημένο site του ξενοδοχείου, που ούτε δυνατότητα για online κρατήσεις δεν προσέφερε, να του υποδείξει το χώρο όπου θα έπρεπε να φτιάξουν το spa τους.
      Ο Θράσος δεν είχε καμία περιέργεια για τους ανθρώπους που θαρρούσαν ότι όριζαν τη μοίρα τους και τη ζωή τους, γιατί όχι και των άλλων. Μια φουσκοθαλασσιά αρκούσε για να τους κάνει συνήθως να χάσουν τη γη κάτω απ’ τα πόδια.
      Ο Μιχάλης του έφερε την ταυτότητα και την πιστωτική κάρτα της κυρίας Πολίτη κι έπειτα συνόδευσε το ζευγάρι στο δωμάτιό τους. Τους καλωσόρισε μ’ ένα νεύμα και άφησε τα στοιχεία δίπλα του για να τα καταχωρήσει.
      Με την γωνία του ματιού  είδε να περνά από μπροστά του μία μικροκαμωμένη, πολύ αδύνατη γυναίκα. Τα μαλλιά της ήταν ανοιχτά ξανθά, πιασμένα σε χαμηλή κοτσίδα. Φορούσε στενό υφασμάτινο παντελόνι, πόλο μπλουζάκι κάποιας ακριβής μάρκας που ο Θράσος αναγνώρισε από το σήμα. Ακριβή τσάντα και μοκασίνια. Ήταν η αποθέωση του μπεζ. Τα ρουθούνια της τρεμόπαιζαν νευρικά σαν του αλόγου.
      «Πρέπει να είστε ο κύριος Ουσταμπασίδης» του έτεινε το χέρι. «Αισθάνομαι σα να σας γνωρίζω πια».
      «Καλώς ήρθατε. Πηγαίνετε να τακτοποιηθείτε και να ξεκουραστείτε κυρία Πολίτη. Σας ευχόμαστε καλή διαμονή».
      Γύρισε στην οθόνη του υπολογιστή του για να ολοκληρώσει την καταχώρηση μίας παραγγελίας στο πρόγραμμα που δούλευε. Έπειτα θα την έστελνε ηλεκτρονικά στο μπακάλικο στην πλατεία. Τους έκανε καλές τιμές, μα  θα μπορούσαν να πετύχουν και  καλύτερες αν έκαναν τις προμήθειές τους από μεγάλες αλυσίδες στην απέναντι στεριά. Αλλά ο Θράσος εκτός από τα απορρυπαντικά και τα χαρτικά προμηθευόταν όλα τα φρέσκα προϊόντα από το μπακάλικο του κυρ Σταύρου. Ο γιος του ο Θωμάς χειριζόταν πια την επιχείρηση και σε μισή ώρα από τη στιγμή που του έστελνε την παραγγελία, τα τρόφιμα βρισκόταν στους πάγκους της κουζίνας τους.
      Ολοκλήρωσε και συνέχισε με τις λεπτομέρειες της κράτησης μίας σχολικής εκδρομής. Τριάντα τρεις μαθητές λυκείου. Δεκαεφτά δίκλινα κι ένα τρίκλινο. Κατέβασε την τιμή όσο μπορούσε, και έκλεισε ήδη  τα εξωτερικά δωμάτια του ξενοδοχείου, κάνοντας το σταυρό του. Δεν περίμενε ιδιαίτερο κόσμο εκείνο το διάστημα αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Θα έπαιρνε το ρίσκο να χρειαστεί να βάλει κόσμο πίσω, αν έρθει κανείς τελευταία στιγμή, στα δωμάτια που χωρίς μπαλκόνι έβλεπαν στον κήπο. Και χρειαζόταν και μία καλή ανακαίνιση.
      Όμως σκέφτηκε πότε ήταν για πρώτη φορά σε θέση να πληρώσει ένα όχι ακριβό, αλλά αξιοπρεπές δωμάτιο.
      Βέβαια τα παιδιά σήμερα δεν είναι έτσι. Πολλά από αυτά θα είχαν ήδη κάνει διακοπές σε πανάκριβα ξενοδοχεία ή resorts. Σε κοσμοπολίτικους προορισμούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Σίγουρα όμως όχι όλα.
      Ένας αδιόρατος θόρυβος έφτανε στ’ αυτιά του. Αδιάκοπα και μονότονα και δε θα του έδινε σημασία αν ξαφνικά δεν ερχόταν ο Μιχάλης κρατώντας το τηλέφωνο και ανοίγοντας τα χέρια του σε μία έκφραση απελπισίας και παράδοσης.
      Πάτησε ένα πλήκτρο και του είπε:
      «Η κυρία Πολίτη. Έχει πάθει κρίση γιατί δεν έχει μπανιέρα το δωμάτιό της».
      Ο Θράσος πήρε το ακουστικό νεύοντας του Μιχάλη να φύγει.
      «Κυρία Πολίτη, τι ακριβώς σας έκανε να υποθέσετε πως υπάρχει μπανιέρα στα δωμάτιά μας;».






       Η Αθηνά τράβηξε τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που είχε πάρει το προηγούμενο βράδυ. Κατευθύνθηκε στη Χώρα έχοντας πάρει από το ξενοδοχείο έναν καφέ που τον άδειασε στο μεταλλικό παγούρι που πάντα κουβαλούσε.
      Κατηφόρισε προς το κέντρο, παράλληλα με τη θάλασσα. Ήταν ένα ζεστό πρωινό και η πόλη έσφυζε από ζωή. Όμορφη ώρα και γλυκιά. Η Αθηνά θυμόταν παιδί, τα καλοκαίρια να πηγαίνει στο φούρνο για ψωμί. Κι όπως το έπαιρνε ζεστό στα χέρια της, έτρωγε το μισό ώσπου να γυρίσει στο σπίτι. Γιατί άραγε δεν υπήρχε πια ζεστό ψωμί στους φούρνους;
      Κόσμος βιαστικός έτρεχε μέσα σε σαγιονάρες και σανδάλια. Και ποδήλατα.       Σταμάτησε στην κυκλική πλατεία γύρω από το μεγάλο ρολόι και πήρε από ένα ψιλικατζίδικο ένα χάρτη του νησιού. Τον έβαλε κάτω από τη μασχάλη και χώθηκε στον κεντρικό δρόμο, προχωρώντας αργά ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος.
      Της άρεσε να παρατηρεί τον κόσμο καθώς έκανε τις δουλειές του. Της άρεσε  να βλέπει τους πάγκους στα μανάβικα, να βλέπει τα φρέσκα λαχταριστά φρούτα. Κοντοστάθηκε μπροστά σ’ ένα οπωροπωλείο και θαύμασε τον τρόπο που ο μερακλής έμπορος τα είχε παρατεταγμένα στα πανέρια. Λες και στήθηκαν για την άρση της σημαίας.
      Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στο επόμενο τετράγωνο ήταν ο κήπος μιας εκκλησίας. Χτισμένη τον προηγούμενο αιώνα, αρχές σίγουρα, ο ρυθμός της θύμιζε κτίσμα καθολικής εκκλησίας.  Στον κήπο υπήρχαν πανύψηλα πεύκα, ροδόδεντρα και ορτανσίες.
      Κάθισε στο πέτρινο πεζούλι της αυλής και ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ της. Βίδωσε το καπάκι, ακούμπησε στο πεζούλι δίπλα της το σακίδιο, το άνοιξε κι αφού έριξε μια ματιά έβγαλε από μέσα έναν φάκελο. Τον πήρε και τον κράτησε στα χέρια της.
      Ο φάκελος απ’ έξω ήταν δακτυλογραφημένος και πάνω είχε την ένδειξη «ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ». Με έντονη γραφή πιο κάτω το όνομα και η διεύθυνσή της.  Ο φάκελος είχε φτάσει στα χέρια της μέσω ενός δικηγορικού γραφείου.
      Όταν βρήκε στο γραμματοκιβώτιό της μία επιστολή που της ζητούσε να επικοινωνήσει με το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, στην αρχή αναρωτήθηκε. Έπειτα τον άφησε στην άκρη και με τον καιρό σκεπάστηκε από λογαριασμούς, διαφημιστικά, φυλλάδια για delivery, και την ξαναείδε μπροστά της όταν ξεψάχνιζε το σωρό για να πετάξει το περιεχόμενό του στα σκουπίδια.
      Παρακαλούμε να επικοινωνήσετε με το δικηγορικό γραφείο μας, «ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΚΑΙ ΥΙΟΣ», και παρακάτω η διεύθυνση στην Ομήρου και το τηλέφωνό τους.
      Ήταν έξι το απόγευμα και αντί να τους καλέσει στο τηλέφωνο, ξαναφόρεσε τα παπούτσια της και κατέβηκε κάτω. Το διαμέρισμα που νοίκιαζε ήταν στο κέντρο και σε δέκα λεπτά θα βρισκόταν στο γραφείο.
      Ανέβηκε με τα πόδια δύο ορόφους και χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε με ένα κουμπί από μέσα και προχώρησε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο. Στη μία άκρη, μπροστά από μία μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη φακέλους, ήταν ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο, μία οθόνη επάνω του κι ένα τηλέφωνο.
      Πίσω του καθόταν μία νεαρή γυναίκα. Τα μαλλιά της  πιασμένα σε ένα απόλυτα τιθασευμένο σινιόν και  φορούσε ένα εκρού αμάνικο στενό φόρεμα. Ήταν άβαφα βαμμένη. Η Αθηνά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάνανε τόσο κόπο να βάψουνε ένα πρόσωπο, όλο σε μπεζ αποχρώσεις στο φυσικό του χρώμα δηλαδή.
      Όπως και να είχε η νεαρή γυναίκα φαινόταν να παίρνει πολύ σοβαρά το ρόλο της, αυτόν της ρεσεψιονίστ δηλαδή κι η Αθηνά ήταν σίγουρη ότι δεν σκόπευε να μείνει μόνο σ’ αυτό. Δεν επένδυε τόσο κόπο στην εικόνα της χωρίς λόγο.
      «Καλησπέρα. Λέγομαι Αθηνά Τερζή και πριν λίγο καιρό έλαβα αυτόν το φάκελο που μου ζητούσε να επικοινωνήσω με το γραφείο σας».
      Η άλλη την κοίταξε με τα μάτια στενεμένα σα να την μέμφονταν που την διέκοπτε από κάτι σίγουρα πολύ σοβαρό.
      «Μπορώ να τον δω;», την ρώτησε με απρόθυμη ευγένεια.
      Τον επεξεργάστηκε και σηκώθηκε.
      «Καθίστε παρακαλώ. Θα επιστρέψω αμέσως».
      Κατευθύνθηκε αγέρωχα προς τα μέσα κι αφού χτύπησε μία πόρτα στο βάθος, άνοιξε και πέρασε  χωρίς να περιμένει απάντηση.
      Η Αθηνά άδραξε την ευκαιρία που είχε να περιεργαστεί το χώρο.
      Σκούρο ξύλο, δερμάτινοι  καναπέδες, φθαρμένοι   σαν πρόσωπα αυλακωμένα από το χρόνο. Ανάμεσα στις ξύλινες βιβλιοθήκες πίνακες. Σκοτεινές θαλασσογραφίες.
      Η Αθηνά χαμογέλασε καθώς αναρωτιόταν αν ήταν η σοβαρότητα της δικηγορίας που επέβαλε την αυστηρή και συντηρητική θεματολογία.
      Από  την πόρτα πρόβαλλε  η νεαρή γυναίκα και της ένευσε να περάσει.            
      Μόλις πέρασε στο γραφείο, ένας νέος σχετικά άνδρας σηκώθηκε να τη χαιρετήσει. Τα μαλλιά του ήταν σγουρά και ανακατεμένα, το πρόσωπό του λίγο αναψοκοκκινισμένο. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά, μεταλλικό το κάτω μισό και κοκάλινο το πάνω.
      Η Αθηνά δεν περίμενε πως αυτά τα γυαλιά συνέχιζαν να υπάρχουν.
      «Κυρία Τερζή. Τι απρόσμενη έκπληξη! Ειλικρινά είχα αρχίσει να πιστεύω πως δε θα  σας γνωρίσω ποτέ!».
      Η Αθηνά έμεινε με το χέρι απλωμένο. Έπειτα από την ψυχρή υποδοχή στην είσοδο, η αλλοπρόσαλλη τούτη δήλωση την άφησε άφωνη.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Το ορθάνοιχτο παράθυρο και η μπαλκονόπορτα άφηναν το πρωινό αεράκι να τρυπώνει παιχνιδιάρικα στο φωτεινό δωμάτιο.
      Η Αθηνά στάθηκε για μια στιγμή μετέωρη στο κέντρο του δωματίου της. Το γαλάζιο του πελάγου την καλούσε, μα κάτι την τραβούσε στο βορινό παράθυρο.
      Καθώς το ξενοδοχείο ήταν πάνω στη θάλασσα έβλεπε από εκεί τα πυκνοφυτεμένα πεύκα με τα σκόρπια αρχοντικά ανάμεσά τους ν’ ανηφορίζουν τον λόφο.
      Ακούμπησε στην ξύλινη κάσα και στο περβάζι του παραθύρου και άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί σε αυλές, σε σκιερές βεράντες.  Περίτεχνα σιδερένια κάγκελα φορτωμένα με αγιόκλημα, φούλια, περικοκλάδες. Και πεύκα. Άφηναν το άρωμά τους να πλανιέται σαν δροσερή ανάσα.
      Στερέωσε ανοιχτά τα παραθυρόφυλλα για να μην χτυπούν από το αεράκι και πήγε κι ασφάλισε εκείνα του μπαλκονιού.
      Έπειτα ξάπλωσε στο κρεβάτι που κοίταζε βόρεια, βγάζοντας μόνο τα παπούτσια της. Άφησε λίγο το βλέμμα της να πλανηθεί στις κορυφές των δέντρων και στις στέγες που φαινόταν από το παράθυρο.
      Τα μάτια της βάρυναν και για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό έπεσε σε έναν βαθύ και χωρίς όνειρα ύπνο.







      Το πρωινό είχε τελειώσει κι οι σερβιτόροι έστρωναν τα τραπέζια. Ο Θράσος ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση έστω και μία πετσέτα να μην είναι άψογα διπλωμένη στη θέση της, ή  ένα βάζο να μην είναι ακριβώς στο κέντρο του τραπεζιού, αλλά πάραυτα διέσχισε την τραπεζαρία και το βλέμμα του εξέτασε ακόμη και τις κουρτίνες.
      Μπήκε στην κουζίνα και κατευθύνθηκε στους πάγκους όπου η Θεώνη και η Μελέκ καθάριζαν με ιλιγγιώδη ρυθμό πατάτες η μία ενώ η άλλη δίπλα άνοιγε φύλλα για πίτα.
      Γνώριζε απ’ έξω το μενού και δε χρειαζόταν να ελέγξει σε ποιο στάδιο βρισκόταν οι ετοιμασίες. Άλλωστε η Θεώνη βρισκόταν στο ξενοδοχείο απ’ την στιγμή που βρέθηκε κι ο ίδιος εδώ. Κλεισμένη στην ταπεινή κουζίνα της, ολιγόλογη και μαζεμένη. Η Θεώνη μιλούσε μέσα απ’ το φαγητό της.
      Δε θα σου έλεγε καλημέρα, αλλά να’ τη. Άφησε τον πλάστη και του έκοψε ένα κομμάτι φρέσκια πάστα φλώρα.
      Σα να  είχε  αόρατες κεραίες η Θεώνη. Σαν κάτι τον βασάνιζε ή τον ταλαιπωρούσε, εμφανιζόταν στην τρύπα που έλεγε γραφείο του και αθόρυβα ακουμπούσε ένα πιάτο δίπλα του. Πότε γλυκό, πότε φαγητό. Κουβέντα δεν του ‘λεγε αλλά ο Θράσος ένιωθε το χέρι της μάνας του να του ακουμπά καθησυχαστικά τον ώμο.
      Τις καλημέρισε παίρνοντας μόνο μια χαρούμενη καλημέρα από την Μελέκ. Η Θεώνη συνέχιζε ν’ ανοίγει τα φύλλα της σε βιομηχανικό θαρρείς ρυθμό.
      Η Μελέκ θα μπορούσε να καθαρίζει πατάτες ολημερίς με την ίδια χαρούμενη διάθεση. Η  Θεώνη την είχε βρει  ένα πρωί στο δρόμο για το ξενοδοχείο. Την μάζεψε και την έφερε, την έχωσε από την πίσω πόρτα στην κουζίνα, σα σκυλί που το μάζευε για να το ταΐσει. Την τάισε, την έπλυνε και την ξεψείριασε, κορόιδευε ο Μιχάλης. Έπειτα άρχισε να την κουβαλά κάθε πρωί μαζί της. Η Μελέκ σφουγγάριζε, έτριβε την κουζίνα και του τεντζερέδες, μέχρι που καθρεφτιζόσουν επάνω τους. Καθάριζε πατάτες, κρεμμύδια, φασολάκια, έπλενε τα κρέατα.
      Ο Θράσος αναρωτιόταν ως που θα πήγαινε αυτό. Στην ουσία είχε ένα άτομο στη δούλεψή του, χωρίς να αμείβεται και ανασφάλιστο.
      Ήρθε η στιγμή που ο γέρο Σταύρος, τυπικά βοηθός της Θεώνης στην κουζίνα και ουσιαστικά ένας γέρικος σκύλος κουλουριασμένος στη γωνιά του να καρτερεί το μοιραίο, θα έπαιρνε σύνταξη.
      Ήταν η πρώτη φορά που η Θεώνη ήρθε στο γραφείο του χωρίς να κρατά πιάτο. Ακούμπησε ένα πάκο βρωμισμένα χαρτιά μπροστά του.
      «Θέλω τη Μελέκ στη θέση του κυρ Σταύρου».
      «Από πού είναι;», τη ρώτησε ο Θράσος.
      «Πακιστάν», απάντησε μονολεκτικά  η Θεανώ στρώνοντας την ποδιά της.
      Ο Θράσος έριξε μια ματιά στα χαρτιά που είχε μπροστά του. Διαβατήριο, προσωρινή άδεια παραμονής. Κοίταξε τη Θεώνη κρύβοντας το θαυμασμό του. Τι είχε σκαρφιστεί και πως κατάφερε να βγάλει άκρη με την γραφειοκρατία που έκρυβε η υπηρεσία αλλοδαπών.
      «Έτσι κι αλλιώς την έχεις εδώ κι ένα χρόνο σχεδόν. Άφησέ τα, θα το τακτοποιήσω», αναστέναξε ο Θράσος παραδεχόμενος την αδυναμία του.
      Η Θεώνη πήγε να κινηθεί προς το μέρος του μα το μετάνιωσε. Γύρισε και απομακρύνθηκε σιωπηλή.
      Το ίδιο απόγευμα, την ώρα που το ξενοδοχείο και οι πελάτες του ησύχαζαν, άλλοι στα δωμάτιά τους και άλλοι στην πισίνα,  απίθωσε ένα πελώριο πιάτο με τάρτα από φράουλες και φρεσκοχτυπημένη κρέμα  δίπλα της. Το αγαπημένο του γλυκό, μα ακριβοθώρητο καθώς τόσες φρέσκες φράουλες θα έβαζαν μέσα τον στενό προϋπολογισμό της κουζίνας.
      Δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου που τρεις φορές την ημέρα έτρωγε τάρτα με φράουλες μέχρι που τελείωσε. Έτσι η Μελέκ συνέχισε να δουλεύει κι επίσημα πια στην κουζίνα. Σιγά σιγά τα ελληνικά της βελτιώνονταν. Όχι πως η επικοινωνία ήταν ποτέ  πρόβλημά της γιατί με το πλατύ της χαμόγελο κατάφερνε να επικοινωνεί με τους πάντες και τα πάντα.
      Ο Θράσος τελείωσε με την πάστα φλώρα και άφησε την κουζίνα.
      Πέρασε από την κεντρική είσοδο και κατέβηκε από τις φαρδιές σκάλες. Κοντοστάθηκε καθώς με την άκρη του ματιού παρατήρησε το λευκό μάρμαρο που ο χρόνος είχε σμιλέψει τις γωνίες του.
      Το μάρμαρο ήταν πολύ ψυχρό υλικό. Και η πέτρα. Όταν όμως γερνούσαν μαζί με το κτίριο, έτσι που αφήνει ο χρόνος τα σημάδια του επάνω τους, οι γωνίες γλυκαίνουν και το σκληρό λευκό μαλακώνει. Κι οι σκάλες τώρα έμοιαζαν λες και χείμαρροι νερού κύλησαν από πάνω της, τη σμίλεψαν κι έδωσαν ψυχή στο άψυχο υλικό.
      Την ίδια ακριβώς αίσθηση του έδιναν και τα μάρμαρα στους τάφους. Πόσο θλιβεροί έμοιαζαν οι νέοι τάφοι με τα επιβλητικά μάρμαρα, έτσι όπως ήταν ψυχροί, τόπος άξενος για τους νέους ενοίκους τους. Όμως με το πέρασμα των χρόνων η πέτρα αλλά ίσως κι οι ψυχές γλύκαιναν σα να αποδέχονταν πια το πέρασμα απ’ τη ζωή στο έπειτα.
      Η πισίνα, ανάμεσα στα ψηλά  πεύκα, που δέσποζε στον πίσω κήπο, έστεκε με τα νερά της ακίνητα. Ο ήλιος έλουζε το γαλάζιο του λευκού και τα δέντρα ρουφούσαν ευγνώμονα το φως του.
      Ο συντηρητής μάζευε τα εργαλεία του, ενώ ο κυρ Στέλιος του ένεψε καθησυχαστικά.
      Καθώς  έκανε τη συνηθισμένη για την ώρα βόλτα του απ’ άκρη σ’ άκρη στον κήπο, ο κυρ Στέλιος βρήκε ευκαιρία να του ψιθυρίσει με καμάρι.
      «Δε μας χρέωσε τίποτα, του είπα ότι είναι δικό του φταίξιμο, γιατί έπρεπε κανονικά να έρθει την προηγούμενη εβδομάδα για συντήρηση».
      Ο Θράσος δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει ικανοποίηση που ο υπάλληλός τους ήταν έτοιμος να ποδοπατήσει οποιονδήποτε για να γλιτώσει λεφτά στο ξενοδοχείο ή θλίψη. Αλλά αφού η συντήρηση του ξενοδοχείου έπρεπε να γίνει με τον δεδομένο προϋπολογισμό, το να νιώσει οτιδήποτε ήταν απλώς περιττό.
      Μια κίνηση μέσα στα χαμόκλαδα του φράχτη τράβηξε την προσοχή του. Κινήθηκε προς τα κει, κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν τον έβλεπε κανείς τεντώθηκε για να δει πίσω του.
      Ένας πιτσιρίκος που δε θα ήταν τεσσάρων, χωμένος μέσα στους θάμνους. Μπροστά του ανοιγμένο ένα μπλοκ ζωγραφικής κι ένα τσαντάκι γιομάτο μαρκαδόρους. Ξαπλωμένος πάνω στο χαρτί  και αφοσιωμένος κάτι μουντζούρωνε επάνω του κι ο Θράσος δεν μπορούσε παρά να δει μια ξανθιά κορυφή  κι ένα αφράτο ροδόλευκο μάγουλο.
      Στάθηκε ακίνητος πίσω από το φράχτη. Ο μικρός τραβούσε κοντές αργές γραμμές. Μια φιγούρα που είχε μόνο κεφάλι, πόδια και χέρια πρόβαλε μπροστά του. Ένα καπέλο. Κι ένα χαμόγελο. Δίπλα του σχημάτισε αργά πάλι, μα σίγουρα μια δεύτερη. Χωρίς καπέλο. Τα τεντωμένα χέρια τους ενώνονταν. Έπειτα τρίτη. Πάλι ενωμένα χέρια. Και τέταρτη. Άλλες φιγούρες είχαν στρογγυλό μεγάλο κεφάλι. Άλλες πιο μικρό κεφάλι και μακριές γραμμές για πόδια. Ήταν λες κι ο πιτσιρίκος είχε ανακαλύψει μια φανταστική φυλή, με δικά της χαρακτηριστικά και σχεδίαζε τους εκπροσώπους της. Με μεγάλα χαμόγελα. Σαν πλάσματα από φιλικό πλανήτη.
      «Νίκο, θα σε περιμένω πολύ ακόμη;», ακούστηκε μια δυνατή, θυμωμένη ανδρική φωνή. Ο Θράσος αναγνώρισε τη φωνή του ένοικου του σπιτιού, πατέρα προφανώς του μικρού. Προχώρησε αδιάφορα πιο πέρα, απομακρύνοντας μερικά μαραμένα άνθη από ένα γιασεμί.
      Με τη γωνία των ματιών του είδε τον πιτσιρίκο να σπρώχνει τα σύνεργά του κάτω από τους θάμνους και να φεύγει τρέχοντας.









      Πρέπει να ήταν περασμένες εννιά όταν η Αθηνά ξύπνησε. Και σίγουρα δεν θα ξυπνούσε αν δεν ένιωθε ένα μοναδικό άρωμα να κατακλύζει το είναι της.
      Άνοιξε τα μάτια. Το σκοτάδι ήταν απαλό, θαρρείς και έπλεαν μέσα του λευκά ρεύματα φωτός, όχι πηχτό κι αδιαπέραστο. Από τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα άκουγε θορύβους και ομιλίες. Από το δρόμο κι από τα γειτονικά σπίτια.
      Σηκώθηκε, άνοιξε τα παντζούρια κι άφησε τα μεθυστικά αρώματα να χιμήξουν στο δωμάτιο. Ήταν παιδί της πόλης και δεν ήταν σε θέση να πει από πού ξεχύνονταν τούτες οι μυρωδιές. Μόνο τη δροσερή ανάσα του πεύκου μπορούσε να αναγνωρίσει.
      Ξεντύθηκε, αφήνοντας τα ρούχα της να πέσουν στο πάτωμα και μπήκε στο μπάνιο. Άφησε το νερό της ντουζιέρας να τρέχει και μπήκε από κάτω. Το δροσερό νερό κύλησε αρκετή ώρα επάνω της.
      Αφού σκούπισε τα νερά, άνοιξε το σακίδιό της, τράβηξε από μέσα κάποια ρούχα και τα φόρεσε. Μαζί με το τζιν παντελόνι που στεκόταν πεταμένο χάμω. Έβαλε τα αθλητικά της, χωρίς να μπει στον κόπο να τα λύσει. Έδεσε κι ένα μικρό τσαντάκι γύρω από τη μέση  και βγήκε έξω.
      Με το που κατέβηκε, διέσχισε αθόρυβα το φουαγιέ του ξενοδοχείου και την επιβλητική βεράντα. Ανάλαφρα και χωρίς να κοιτά δεξιά και αριστερά. Ήταν μια ψευδαίσθηση που είχε από μικρή. Αν δεν τους κοιτάς,  δε σε βλέπουν. Αν δεν πιάσεις επαφή με το βλέμμα τους, περνάς απαρατήρητη.
      Βγήκε στο δρόμο. Μπροστά της και αρκετά μέτρα κάτω από το δρόμο, η θάλασσα. Ο κόσμος έκανε τον βραδινό του περίπατο.
      Ανάμεσά τους και παιδιά, άλλα σε καρότσια, άλλα σε ποδήλατα και άλλα τρέχοντας ξέφρενα.
      Αν τράβαγε το δρόμο δεξιά, θα έβγαινε στο κέντρο της μικρής πόλης. Φωνές και φασαρία ξεχύνονταν από το πλήθος που πυκνό κινούνταν πάνω στο δρόμο και ξεχείλιζε από εστιατόρια και καφέ. Ήταν αρκετό για να την σπρώξει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
      Αριστερά ο δρόμος ανηφόριζε ανάμεσα σε αραιοκατοικημένα αρχοντικά και τους κήπους τους. Δεν ήταν έρημος αλλά η κίνηση ήταν αργή και αραιή. Που και που κανένα παϊτόνι περνούσε, με τα κουδουνάκια του να προειδοποιούν τους πεζούς για να τραβήξουν στην άκρη.
      Κίνησε να προχωρά κάτω από πεύκα και πελώριους πλατάνους. Οι κήποι ήταν μεγάλοι και παρόλο που βάδιζε αργά,  δεν ήταν πάντα εύκολο να διακρίνεις μέσα στο σκοτάδι τα σπίτια που στεκόταν αγέρωχα στο βάθος τους, κρυμμένα πίσω από δέντρα.  Δεξιά, ίσως γιατί ο χώρος δίπλα στην ακτή ήταν περιορισμένος, τα σπίτια ήταν πιο κοντά στο δρόμο και οι κήποι απλώνονταν δεξιά κι αριστερά τους, φτάνοντας ως τη θάλασσα. Και καθώς το έδαφος κατηφόριζε προς τη θάλασσα, πολλά σπίτια ενώνονταν με το δρόμο με μικρές γέφυρες, που ξεκινούσαν από την αυλόπορτα και κατέληγαν σε μια πλατιά βεράντα μπροστά τους.
      Ο κόσμος καθότανε στις βεράντες ή στους κήπους πάνω σε λευκά φερ φορζέ έπιπλα κι η Αθηνά απόρησε πως και δεν είχαν ακόμη κατακλύσει το νησί  τα μπαμπού ή τα μοδάτα έπιπλα εξοχής.
      Καθώς ανέβαινε άφησε το χέρι της να χαϊδεύει τα αναρριχητικά φυτά που ξεχύνονταν μέσα από τα κάγκελα  σκεπάζοντάς τα. Αυτό πρέπει να είναι αγιόκλημα, σκέφτηκε, ενώ περνούσε δίπλα από έναν ολάνθιστο φράχτη. Στο νου της ήρθε ο  πατέρας της. Ήταν έντεκα όταν την είχε πάει σε ένα θερινό στον Περισσό για να δούνε κάποια ταινία. Στο δρόμο του γυρισμού, έγειρε δίπλα της συνωμοτικά, άνοιξε την κλειστή χούφτα του και της φανέρωσε ένα λευκό λιτό λουλούδι με κίτρινους στήμονες.
      «Μύρισε», της έτεινε.
      Η Αθηνά έσκυψε κι αναγνώρισε το άρωμα που τους τύλιγε κατά τη διάρκεια της ταινίας.
      «Αγιόκλημα», της είπε και το απίθωσε στο χέρι της.  
      Ήταν η τελευταία βραδιά που πήγαν κάπου μαζί. Στην άλλη εβδομάδα θα μπάρκαρε για το στερνό του ταξίδι.
     
      Κοντοστάθηκε  μια στιγμή κι αναρωτήθηκε τι γύρευε εκεί, ανάμεσα στα αρχοντικά με τους παραμυθένιους κόσμους τους. Ήταν πραγματικός ο κόσμος τούτος, ή σκηνικό για ταινία εποχής;
      Απογοητευμένη από τον εαυτό της  άλλη μια φορά, που ενώ ξεκινούσε να κάνει κάτι και ένιωθε ότι θα την ευχαριστούσε, ξαφνικά ένιωθε άδεια και απόμακρη.
      Στράφηκε στη θέση της και άρχισε  να κατηφορίζει το δρόμο προς το ξενοδοχείο. Σε μία μεγάλη στροφή του δρόμου προς τη θάλασσα, πρόσεξε ένα παρακλάδι δεξιά.  
      Δεν ήταν ιδιαίτερα φαρδύς και ήταν μάλλον ήσυχος δρόμος. Τα σπίτια δεξιά και αριστερά ήταν διώροφα με μια μικρή αυλή μπροστά τους. Δεν έφεραν την αίγλη αυτών του φαρδιού παραλιακού δρόμου. Μερικοί σοβάδες πεσμένοι, κάγκελα που ήθελαν βάψιμο κι άλλα σκουριασμένα.
      Ούτε φωταγωγημένα ήταν σαν τα αρχοντικά που είχε προσπεράσει νωρίτερα. Κι ο δρόμος ακόμη φωτιζόταν αραιά, αφήνοντας πολλά τμήματά του λουσμένα στο σκοτάδι.
      Η Αθηνά τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μέσα στην ησυχία του, στην ανυπαρξία του σχεδόν, ένιωθε να βυθίζεται. Δε συναντούσε κόσμο και προχωρούσε αργά επιτρέποντας στο σώμα της να λούζεται στη δροσερή βραδινή αύρα.
      Ένιωσε πως μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει, λες και τόσο καιρό κάτι βαρύ είχε καθίσει πάνω στο στήθος της δυσκολεύοντάς την.
      Συνέχισε να προχωρά γεμάτη ευγνωμοσύνη για το  σκοτάδι που την έκρυβε και δε χρειαζόταν να φυλάγεται  από  περίεργα βλέμματα. Ένα άρωμα ξεχώρισε από αυτό των πεύκων κι ήταν λες και την καλούσε η μικρή Αθηνά από χρόνια πίσω. Φλαμουριά. Θυμόταν μια φλαμουριά να μεθά τα βράδια της στο σπίτι των παιδικών της χρόνων.
      Ένα ολόκληρο κομμάτι της ζωής της, φορτωμένο με αρώματα φλαμουριάς στο σπίτι τους στον Περισσό. Αγιόκλημα. Αυτή κι ο πατέρας της σ’ ένα θερινό σινεμά.
      Κεφτέδες στο φούρνο. Κυριακάτικο γεύμα με τους γονείς της. Έπειτα έφυγε ο πατέρας της και τ’ αρώματα άλλαξαν. Ξίνισαν, άφηναν μία ενοχλητική οξύτητα που την έκανε να μη θέλει να γυρνάει σπίτι.
      Το λάδι από το καντήλι, το χαμομήλι που έβραζε συνέχεια, φαρμακίλα. Και τα φαγητά που προσανατολίζονταν σε βραστά χορταρικά, αλάδωτα συχνά.
      Λες κι έπρεπε να εξιλεωθεί για κάτι που είχε κάνει, η μάνα της έπεσε σε μια ασταμάτητη νηστεία και ατελείωτη προσευχή. Τι άλλο φοβόταν πως είχε να χάσει; Τον εαυτό της; Έτσι κι αλλιώς την ύπαρξη της Αθηνάς είχε πάψει να την παρατηρεί.
      Κι αντί για λαχταριστούς κεφτέδες και μοσχομυριστά γλυκά, στην κουζίνα μόνιμα έβραζαν καυκαλήθρες κι άλλα άγευστα χορτάρια.
      Η Αθηνά προχώρησε μέχρι που έφτασε στην κορυφή του δρόμου. Έπειτα έστριβε απαλά και χανόταν. Γύρισε και κοίταξε κάτω. Στάθηκε καταμεσής με ανοιχτά τα πόδια.
      Μετά από χρόνων άσκοπες και ασταμάτητες περιπλανήσεις, σα σκύλος που απλά γυρίζει γύρω από την ουρά του, ένιωσε πως υπάρχει ένας τόπος που θα μπορούσε να μείνει ήσυχη. Ακίνητη.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ





















GRAND MAJESTIC



                                        
























      Ο Θράσος διέσχισε το φουαγιέ και βγήκε από την κεντρική είσοδο. Το λευκό του τρύπησε το βλέμμα κι ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές ώστε να τους δώσει την ευκαιρία να προσαρμοστούν. Κάποιες φορές του φαινόταν τόσο σκληρό, σαν κομμάτια από σπασμένο καθρέφτη που του χάραζαν το πρόσωπο.
      Η λευκή ώρα, έτσι την αποκαλούσε. Το φως αντανακλούσε πάνω στο λευκό μάρμαρο που τύλιγε τους χώρους του ξενοδοχείου. Την φαρδιά βεράντα που το μέγεθός της προσομοίαζε  κατάστρωμα καραβιού και  την επιβλητική σκάλα που πλάταινε κατεβαίνοντας με τα μαρμάρινα κάγκελά να  καμπύλωνουν προς τα έξω.
      Μάρμαρο λευκό που οι γωνίες του είχαν λειάνει και στρογγυλέψει με το πέρασμα των χρόνων. Τα νερά της βροχής το ξέπλυναν και χτυπήθηκαν αλύπητα επάνω του. Χιλιάδες βήματα, άλλα ράθυμα, άλλα αποφασιστικά, άλλα κουρασμένα κι άλλα απελπισμένα. Βήματα που ηχούν ασήκωτα βάρη.
      Τα βήματα, σκεφτόταν ο Θράσος είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Τα βήματα όχι τα μάτια. Όπως όταν καθόταν στο μικρό του γραφείο κάτω από την επιβλητική σκάλα που ανέβαινε στους πάνω ορόφους, το γραφείο που έμοιαζε περισσότερο με γκισέ ταμία σε Τράπεζα, στενό, επενδυμένο από ξύλο και με τζάμι να το χωρίζει μπροστά και στο πλάι, έτσι ώστε οι πελάτες που περνούν να έχουν οπτική επαφή μαζί του. Όταν καθόταν εκεί άκουγε τα βήματα των ανθρώπων τριγύρω. Άκουγε τα βήματά τους για τριάντα σχεδόν χρόνια που τα περισσότερά τους ήταν υπεύθυνος για τη διεύθυνση αυτού του ξενοδοχείου. Και ήξερε. Αναγνώριζε πολύ πριν τους δει, το θυμό, την απελπισία, την ανυπομονησία. Την ευγένεια και την αγένεια.
      Ετούτη η λευκή και αθόρυβη ώρα, ώρα που λες πως οι ήχοι της νύχτας είχαν κοπάσει νικημένοι απ’ την κούραση, ενώ οι ήχοι της μέρας δεν έχουν αρχίσει ακόμα. Ο Θράσος σκεφτόταν πως ήταν ίσως ανύπαρκτη. Πως ο Θεός του έκλεινε το μάτι εκείνη την ώρα το πρωί και τον άφηνε να κλέψει από τον πραγματικό χρόνο. Ήταν κλεμμένος χρόνος,  χρόνος μόνο γι’ αυτόν.
      Στάθηκε στην κορυφή της σκάλας, τα χέρια πεσμένα άβουλα πλάι. Το βλέμμα του βυθίστηκε για μια στιγμή στο πέλαγος και φαντάστηκε πως βάδιζε κατεβαίνοντας βήμα βήμα στα βάθη του. Έκλεισε τα μάτια κι ένιωσε να βυθίζεται στη γαλήνη του.
      «Κύριε Θράσο, νομίζω πως δε δουλεύει το σύστημα καθαρισμού της πισίνας».
      Ο Θράσος γύρισε αργά, λες και πήρε όλο το χρόνο που του χρειαζόταν για να αναδυθεί από τα βάθη του γαλάζιου υγρού. Είδε τον κυρ Στέλιο να στέκεται μπροστά του, με τα χέρια απολογητικά απλωμένα λες κι ευθυνόταν ο ίδιος για τη βλάβη. Τον κοίταζε κι ένιωθε πως έσταζε, λες κι ήταν πράγματι βρεγμένος ως το κόκαλο.
      «Και τι θέλεις κυρ Στέλιο; Να πιάσω την πένσα και το κατσαβίδι και να το φτιάξω;».
      «Όχι δα. Το κοιτάζω εγώ και το συνεργείο είναι στο δρόμο».
      Ο κυρ Στέλιος πήρε να βαδίζει προς την πίσω αυλή και ο Θράσος κίνησε προς τα μέσα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο πέλαγος. Σα να ήθελε να ζητήσει συγνώμη για την προδοσία. Να υποσχεθεί πως την επόμενη φορά δε θα έμπαινε κανείς ανάμεσά τους.
      Και τη στιγμή εκείνη είδε το καταμαράν να προσδένει στην προβλήτα. Δεν του τράβηξε το ενδιαφέρον καθώς δεν ήταν ώρα που δεχόταν αφίξεις στο ξενοδοχείο τους.
      Διέσχισε το επιβλητικό πάτωμα από λευκό και μαύρο μάρμαρο που δέσποζε στο φουαγιέ. Σα δάπεδο σκακιέρας. Η ξύλινη ρεσεψιόν ήταν άδεια, ενώ οι αίθουσες που φιλοξενούσαν το σαλόνι απέναντι της είχαν ορθάνοιχτες τις πόρτες. Τα ψηλά παράθυρα ήταν ανοιχτά και οι λεπτές σαν ρυζόχαρτο κουρτίνες θρόιζαν στο φύσημα του ανέμου. Το φως στα σαλόνια ήταν γλυκό και ήρεμο καθώς αυτά κοιτούσαν στη δύση. Αντίθετα στην τραπεζαρία από την απέναντι πλευρά, που ήταν ήδη στρωμένη, τα ξύλινα σκίαστρα ήταν κλειστά για να προστατέψουν το χώρο από το δυνατό πρωινό ήλιο, ενώ τα παραθυρόφυλλα από μέσα έστεκαν ορθάνοιχτα να επιτρέπουν την πρωινή δροσιά να τρυπώνει μέσα.
      Με άγρυπνο βλέμμα χτένισε τη μία αίθουσα μετά την άλλη και προχώρησε στο γραφείο του. Ο υπολογιστής του περίμενε ανοιχτός.
      Την ήσυχη τούτη ώρα που ακόμη και το προσωπικό εργαζόταν αθόρυβα και αόρατα κάτω από τη δρακόντεια επίβλεψή του, μην τυχόν και ταραχθεί η ησυχία των πελατών, του άρεσε να απαντά στα αιτήματα κρατήσεων που είχε σε αναμονή από την προηγούμενη.
      Άνοιξε με το ποντίκι το πρώτο email, από ένα τουριστικό γραφείο που του έστελνε συχνά πελάτες. Ήταν εύκολη υπόθεση. Θα του έλεγε πως δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει. Το γραφείο του ζητούσε διαθεσιμότητα για ένα γκρουπ ηλικιωμένων εκδρομέων στο νησί για περίπου πενήντα κλίνες.
      Καθώς έγραφε λίγες αράδες ευγενούς άρνησης με την πρόφαση μη ύπαρξη διαθεσιμότητας, για μια στιγμή αισθάνθηκε τύψεις. Θα ήταν ανάσα τόσα άτομα, προβληματίστηκε. Αναλογίστηκε την οικονομία που έκανε στις προμήθειες, στα υλικά στην κουζίνα. Στα ασταμάτητα μερεμετίσματα του κυρ Στέλιου που διατηρούσανε την κατάσταση του ξενοδοχείου αξιοπρεπή αλλά δεν έκρυβαν την ανάγκη μιας ριζικής ανακαίνισης.
      Συνέχισε να γράφει αποφασιστικά. Δεν είμαστε αλυσίδα του συρμού, θύμισε στον εαυτό του. Δε ρίχνουμε τις τιμές για να γεμίσουμε με μπούγιο τους διαδρόμους μας.
      Χαμογέλασε μέσα του. Μπούγιο ήταν η σωστή λέξη για να περιγράψει κανείς ένα γκρουπ από ενθουσιώδεις συνταξιούχους εκδρομείς. Η πείρα του  είχε διδάξει πως ήταν πολύ πιο ανώδυνο αλλά και αθόρυβο για μια ξενοδοχειακή μονάδα να φιλοξενήσει την εκδρομή αποφοίτησης ενός λυκείου παρά ένα γκρουπ ηλικιωμένων.      Έκλεισε το mail όσο πιο ευγενικά μπορούσε και πάτησε αποστολή.
       Η πολιτική του ξενοδοχείου ήταν ρητή. Όχι στο μαζικό τουρισμό, αλλά στην εξατομικευμένη εξυπηρέτηση του πελάτη. Και τα χρόνια που βρισκόταν εδώ πέρα, ένιωθε να μεγαλώνει και να γερνά μαζί με τους πελάτες τους καθώς οι μισοί τουλάχιστον από αυτούς ήταν μόνιμοι. Τώρα πια ήξερε και την ημερομηνία άφιξης και αναχώρησης των περισσοτέρων τους μέσα στο έτος.
      Άνοιξε το δεύτερο μήνυμα και διάβασε προσεχτικά. Ζητούσαν στοιχεία για ένα δίκλινο δωμάτιο ανάμεσα στις 28 Ιουνίου με 3 Ιουλίου. Υπέγραφε κάποια κυρία Πολίτη και διευκρίνιζε με ιδιαίτερα σαφή τρόπο τις προτιμήσεις της. Θα ήθελε το δωμάτιο να έχει οπωσδήποτε θέα και να είναι γωνιακό.
      Ο Θράσος διασκέδασε τη σκέψη του προσπαθώντας να φανταστεί την κυρία Πολίτη. Νέα, έκλεινε δωμάτιο γι’ αυτήν και το σύζυγό της. Η γυναίκα της εποχής, τα κάνει όλα και συμφέρει. Κλείνει δωμάτιο, φροντίζει να είναι όλα στην εντέλεια. Θα έχει κανονίσει τα πάντα ως την τελευταία λεπτομέρεια. Η ζωή της, η δουλειά της προφανώς, καλοκουρδισμένες μηχανές. Μόνο που έτσι δεν αφήνει καμία πιθανότητα να την ξαφνιάσει κάτι. Και δε μένει και τίποτα για τους άλλους να της προσφέρουν.
      Της απάντησε λέγοντας της πως είχε ένα γωνιακό δωμάτιο με παράθυρα από τις δύο μεριές του και την ενημέρωσε για τις τιμές. Έκλεισε το mail γράφοντας πως θα είναι στη διάθεσή της για οποιαδήποτε πληροφορία όταν μία κίνηση τράβηξε την άκρη του βλέμματός του.
      Ύψωσε τα μάτια και είδε μια λεπτή νεαρή με κοντοκουρεμένα ξανθοκάστανα μαλλιά, τζην κι ένα σακίδιο στην πλάτη. Τα μάτια της σκίαζαν γυαλιά.
            Αν κάποιος τον ήξερε καλά θα καταλάβαινε πως για μια στιγμή τον εγκατέλειψε η αυτοκυριαρχία του. Χωρίς να κουνήσει ούτε βλέφαρο, ταράχτηκε κατάβαθα από τη διαπίστωση πως δεν αντιλήφθηκε τα βήματά της.
      «Καλημέρα σας. Μπορώ να κάνω κάτι για σας;».
      «Καλημέρα. Δεν έχω κάνει κράτηση γιατί…..». Κάτι πήγε να πει αλλά φαίνεται πως το μετάνιωσε. «Υπάρχει ίσως κάποιο διαθέσιμο δωμάτιο;».
      Ο Θράσος στράφηκε στον υπολογιστή να ελέγξει την διαθεσιμότητα. Αυτό ήταν  εντελώς περιττό μιας και ήξερε καλά ακριβώς ποια δωμάτια ήταν κατειλημμένα, κάθε άφιξη που αναμενόταν, καθώς και κάθε προγραμματισμένη αναχώρηση. Στην ουσία, ενώ έκανε πως έψαχνε, έκλεινε ήδη ένα από τα πιο αγαπημένα του δωμάτια για την κοπέλα που καθόταν μπροστά του. Από το μπαλκόνι του έβλεπε βορειοανατολικά, και ακόμη και ξαπλωμένος κάποιος στο κρεβάτι μπορούσε να βλέπει τα καράβια της γραμμής καθώς ακολουθώντας το δρομολόγιο τους ερχόταν από το διπλανό νησί να αγκυροβολήσουν στο δικό τους. Από το βορινό δε παράθυρο έβλεπες τα αρχοντικά να ανηφορίζουν τους λόφους και να χάνονται τελικά ανάμεσα σε πυκνά πεύκα. Αυτό το δωμάτιο θα έπρεπε να δώσει στην ανυπόμονη κυρία που τους είχε στείλει mail για να κλείσει το τέλειο δωμάτιο, αλλά η κοπέλα που βρέθηκε στην πόρτα έμοιαζε με αδέσποτο σκυλί που περνούσε το κατώφλι του ελπίζοντας σε ένα ξεροκόμματο. Αλλά θα φοβόταν να πλησιάσει κοντύτερα για λίγα χάδια.
      Η άφιξή της ήταν τυχαία, αποτέλεσμα παρορμητισμού ή ανάγκης. Πίσω από το υπηρεσιακό του ύφος ο Θράσος έκρυβε καλά το γεγονός πως τα δωμάτια που έπαιρναν οι φιλοξενούμενοι οφείλονταν συχνά στην εντύπωση που του προκαλούσαν. Μπορεί να μην έδιωχνε το ζευγάρι που ήταν έτοιμο να σκίσει τις σάρκες του πίσω από την πολιτισμένη συμπεριφορά του, αλλά εύκολα θα τους έβαζε σ’ ένα άχαρο πίσω δωμάτιο. Κι ας είχε τα μισά του δωμάτια άδεια. Κι αν τυχόν παραπονιόντουσαν θα τους διαβεβαίωνε πως με την πρώτη ευκαιρία θα τους μετέφερε σε άλλο δωμάτιο. Και θα τους άφηνε να περιμένουν. Ή ακόμη καλύτερα θα τους μετέφερε από το ένα άχαρο δωμάτιο στο άλλο.
      «Έχουμε ένα δωμάτιο», έκανε αδιάφορα. «Γνωρίζετε πόσο καιρό θα μείνετε στο ξενοδοχείο μας;».
      Η κοπέλα δάγκωσε τα χείλη και απάντησε βεβιασμένα.
      «Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Ήταν λίγο ξαφνικό, δεν έχω προγραμματίσει».
      Ο Θράσος την κοίταξε ήρεμα κι αναρωτιόταν πώς να είναι τα μάτια της που κρύβονταν κάτω από τα γυαλιά με τους μπλε γκρι φακούς.
      «Την ταυτότητά σας, παρακαλώ».
      Έβγαλε ένα πορτοφόλι από την πίσω τσέπη του τζην παντελονιού αφήνοντάς τον ν’ αναρωτιέται. Οι τσάντες είναι αναπόσπαστο στοιχείο της γυναικείας προσωπικότητας. Η νεαρή αυτή το τελευταίο που ήταν, ήταν συνηθισμένη.
      Κράτησε την ταυτότητά της, όπως συνήθιζε και φώναξε τον Μιχάλη να την οδηγήσει στο δωμάτιό της.
      «Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε και θα σας τη δώσω μόλις κατεβείτε», έκανε υπηρεσιακά όπως συνήθιζε. Την ώρα που απομακρυνόταν κατάλαβε γιατί δεν είχε προσέξει τα βήματά της.
      Δεν ήταν που έμοιαζαν σχεδόν αθόρυβα, λες και ο ήχος τους έσβηνε σε ένα παχύ χαλί. Βοηθούσαν και τα αθλητικά της παπούτσια σ’ αυτό. Ήταν σα να είχε εκπαιδεύσει τον εαυτό της να μην ακούγεται. Να περνά αθόρυβη.
      Τα βήματά της ήταν τόσο διστακτικά και αβέβαια, σα να πίστευε πως δεν είχε κανένα δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Σαν καταπατητής που κρύβει τα ίχνη του.


      Κρατούσε την ταυτότητα στο αριστερό του χέρι και την επεξεργαζόταν. Του είχε κάνει αμέσως εντύπωση η ηλικία της νέας τους φιλοξενούμενης. Τριάντα τριών χρονών. Ξαφνιάστηκε. Δεν την έκανε πάνω από εικοσιπέντε. Και δεν έφταιγε μόνο το κοντοκουρεμένο μαλλί, το τζην και τα αθλητικά παπούτσια. Το πρόσωπό της, άβαφο εντελώς, έμοιαζε με παιδικό.
      Αθηνά Τερζή. Μόνη σκέφτηκε ο Θράσος. Θα έβαζε το δεξί χέρι στη φωτιά πως η κοπέλα αυτή ήταν μόνη. Δεν μπορούσε να τη φανταστεί να ανήκει οπουδήποτε. Δεν ήξερε γιατί, αλλά του έφερνε στο νου την εικόνα ενός λύκου, καθώς σέρνει τα μοναχικά του βήματα σε  έρημη, παγωμένη περιοχή.
      Αυτό ήταν ένα συναίσθημα που το ήξερε ο ίδιος καλά.
      Είναι άραγε παράξενο πως η μοναξιά μοιάζει τόσο με ανυπαρξία; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να αισθάνεται πως δεν υπάρχει καν, δεν έχει ταυτότητα. Μήπως οι άνθρωποι που έχει κάποιος γύρω του, παιδιά, σύζυγοι, αδέρφια λειτουργούν σα μάρτυρες της ύπαρξής του;
      Κι αν δεν υπάρχουν μάρτυρες πως υπάρξαμε, αν δεν αφήσαμε μέσω άλλων ανθρώπων το αποτύπωμά μας σ’ αυτόν τον κόσμο, διαγράφεται η ύπαρξή μας η ίδια;
      Αν μου συμβεί κάτι και δεν ξυπνήσω μια μέρα, κανείς δε θα μ’ αναζητήσει. Κι αφού κανείς δε θα πει πως χάθηκα, πάει να πει πως δεν υπήρξα;
      Καταχώρησε τα στοιχεία της Αθηνάς Τερζή στον υπολογιστή και σκάναρε την ταυτότητά της. Άνοιξε το πάνω συρτάρι του γραφείου και την έβαλε μέσα. Σα να ήθελε να την προστατέψει από περίεργα βλέμματα.
      Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε δίπλα στο γραφείο και διέκρινε ένα αργό και μεγαλόπρεπο βήμα. Αργό από τα χρόνια που το βάραιναν, τα αρθριτικά που είχαν απλώσει την κυριαρχία τους επάνω στο σώμα. Όμως αγόγγυστα, χωρίς να βαρυγκωμά για την ταλαιπωρία που το βασάνιζε και χωρίς να ντρέπεται για τη δυσκολία που αντιμετώπιζε.
      Η κυρία Ραλλού θα σήκωνε το βήμα της όποτε ήταν έτοιμη. Αδιαφορώντας για τους άλλους γύρω της και με τέτοια αποφασιστικότητα που δεν επέτρεπε κανέναν γύρω της να τη λυπηθεί. Πίσω της ακούγονταν το σύρσιμο της παντόφλας της καμαριέρας της, μόνιμης συντροφιάς της τα τελευταία πέντε χρόνια.
      Ο Θράσος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην τραπεζαρία. Τράβηξε το κάθισμα στο τραπέζι δίπλα στο ανατολικό παράθυρο, εκεί που κάθε πρωί, μεσημέρι και βράδυ καθόταν η κυρία Ραλλού Μαλτέζου. Για να πάρει το πρωινό, το γεύμα και το δείπνο της.
      Την καλημέρισε καθώς έφτανε στο τραπέζι της και αφού κάθισε την βοήθησε να σπρώξει την καρέκλα στη θέση της. Κατευθύνθηκε στην κουζίνα και έφερε από ένα ποτήρι φρεσκοστυμμένο χυμό γι’ αυτήν και την καμαριέρα της.
      Αυτή του η συνήθεια είχε καλλιεργηθεί με τα χρόνια, καθώς τα τελευταία έντεκα χρόνια η κυρία Ραλλού κατέλυε τα καλοκαίρια στο ξενοδοχείο τους.
      Τα έξοδα και τη διαμονή της τα φρόντιζαν η κόρη κι ο γαμπρός της, ενώ οι ίδιοι περνούσαν τα καλοκαίρια τους ανάμεσα στις επιχειρήσεις τους στο διπλανό νησί και στην Αθήνα.
      Η κυρία Ραλλού δεν μοιράζονταν την κοσμική τους διάθεση και αφού το σπίτι τους στο νησί είχε πουληθεί εδώ και χρόνια, έκλεινε δυο μήνες κάθε καλοκαίρι στο ξενοδοχείο τους.
      Καθώς τους δύο αυτούς μήνες του καλοκαιριού, η κυρία Ραλλού ήταν η ένοικος που κατέβαινε πρώτη από το δωμάτιό της, πριν καλά καλά ανοίξει η κουζίνα, είχε καλλιεργηθεί ανάμεσά τους αυτός ο ιδιότυπος πρωινός χαιρετισμός. Ο Θράσος της ετοίμαζε ένα χυμό ώστε να μην περιμένει νηστική ωσότου ανοίξει η κουζίνα. Το πρωινό της  έτσι κι αλλιώς ήταν λιτό, όπως και το φαγητό γενικότερα.
      Λιτή ήταν όλη η παρουσία της. Τα μαλλιά της λευκά, κοντοκουρεμένα, το ντύσιμό της απλό, συνήθως λευκό. Το πρόσωπό της άβαφο. Ένα δαχτυλίδι μονάχα την κοσμούσε.
      Το βλέμμα της ήρεμο αλλά κατά κάποιο τρόπο απόμακρο, έβαζε φρένο σε όποιον είχε διάθεση για περαιτέρω διαχυτικότητα.
      Την καμαριέρα της αυτή την είχε χρόνια δίπλα της, μάλλον γιατί συμμεριζόταν την λιτότητά της στο λόγο. Καθόταν δίπλα της κρατώντας συνήθως ένα βελονάκι και πλέκοντας, γνωρίζοντας από πριν τις συνήθειες της κυράς της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να της ζητήσει οτιδήποτε. Αντιλαμβανόταν από το βλέμμα και μόνο πότε ήθελε να σηκωθεί από το τραπέζι και που ακριβώς σκόπευε να μετακινηθεί μετά.
      Η Ραλλού κατέβασε αργά μία γουλιά από το χυμό της και απίθωσε το βλέμμα πάνω στη γαλήνια κίνηση του πρωινού στη θάλασσα. Βάρκες και ψαροκάικα πηγαινοερχόταν δίνοντας ζωή στα θαλασσινά μονοπάτια.
      Τέτοια ώρα το πρωί η Ραλλού έπαιρνε τον καφέ της και καθόταν στο φαρδύ πεζούλι στο ανατολικό παράθυρο του σαλονιού της. Το πεζούλι προεκτεινόταν προς τα μέσα, με ξύλινη ζαχαρί επένδυση, σχηματίζοντας ένα μεγάλο παγκάκι κλειστό από γύρω που χρησίμευε σαν αποθηκευτικός χώρος. Επάνω του είχε ριγμένα λευκά μαξιλάρια που τα είχε κεντήσει η γιαγιά της η Ραλλού με όμορφα ζωηρόχρωμα σχέδια.
      Δίπλα η Ραλλού είχε πάντα ακουμπισμένα βιβλία και όταν κούρνιαζε στην αγαπημένη της γωνιά, άνοιγε πάντα το βιβλίο που διάβαζε. Το παράθυρο όταν ο καιρός το επέτρεπε ήταν ανοιχτό και οι αέρινες λευκές κουρτίνες θρόιζαν γύρω της.
      Έξω απλωνόταν το απόλυτο γαλάζιο ωσότου άγγιζε τις απέναντι ανατολικές ακτές. Τέτοια ώρα το πρωί κανείς δεν είχε σηκωθεί ακόμη στο σπίτι της κι εκείνη απολάμβανε το κίνημα της ημέρας καθώς άφηνε να βυθίζεται το βλέμμα της στα νερά. Πάντα εκεί ένιωθε να ανήκει κι ένιωθε περαστική απ’ τον κόσμο αυτό. Σα να αναδύθηκε από τα νερά αυτά κι έχασε το δρόμο της για να πλανηθεί για λίγο σ’ έναν αφιλόξενο κόσμο ώσπου να βυθιστεί ξανά μέσα τους.
        Αυτή ήταν η μόνη στιγμή απόλυτης ηρεμίας και μια στιγμή που της χάριζε απρόσμενη ανακούφιση. Σα να υπήρχε ένας κόσμος αληθινά δικός της, έτοιμη να τη δεχτεί οποιαδήποτε στιγμή πίσω.
      Σιγά σιγά άρχισαν ν’ ακούγονται αμυδροί ήχοι από την κουζίνα. Η Ραλλού άφησε έναν αναστεναγμό καθώς έπρεπε ν’ αποχωριστεί την πρωινή γαλήνη.
      Έριξε μια ματιά στον καταπράσινο κήπο που φούντωνε και έπνιγε το μωσαϊκό της αυλής. Είδε ολοζώντανα μπροστά της ένα μικρό κοριτσάκι, ξυπόλητο να προσπαθεί με τα αφράτα χεράκια του να πιάσει μια πεταλούδα στη χούφτα του.
      Τα μάτια της έτσουζαν απ’ την προσπάθεια να κρατήσει τα δάκρυά της καθώς έβλεπε ολοζώντανο μπροστά της τον εαυτό της στην ηλικία των τριών τεσσάρων ετών. Τα μαλλιά της μετά βίας είχαν αφήσει μερικές μακρύτερες καστανές μπούκλες να πλαισιώνουν το λευκό πρόσωπό της. Ήταν λιγοστά από τότε που γεννήθηκε και μόλις είχαν αρχίσει να μακραίνουν μερικές τούφες.
      Η ζωή της είχε χαρίσει τα πιο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Τα έφερνε μπροστά της κι ήταν πραγματικά λες κι έβλεπε μια ξένη πια ζωή κι όχι τη δική της.
      Τη ζωή αυτή την είχε κλείσει καλά σ’ ένα κουτάκι στο μυαλό της που το άνοιγε μόνο όταν το είχε ανάγκη. Όποτε έπρεπε να κρατηθεί από κάπου. Αλλά απλά και μόνο για να νιώσει καλύτερα. Έπειτα το έκλεινε, πατούσε τα πόδια της στη γη και προχωρούσε.
      Αργότερα η ζωή, σα να την πρόσεξε ξαφνικά και να θεώρησε πως της είχε προσφέρει πάρα πολλά, αποφάσισε να της τα πάρει πίσω. Λες κι είχε ζήσει στα πρώτα χρόνια της ζωή δανεική.
      Στην ηλικία των έντεκα έχασε τον πατέρα της, τη ζωή της όλη. Ο καπετάν Γιάννης ήταν ο ίδιος η χαρά της ζωής της, η ζωή της όλη. Όταν γεννήθηκε, για τρία ολόκληρα χρόνια δεν έκανε κανένα ταξίδι.
      Ακόμη έκλεινε τα μάτια και ένιωθε τα στιβαρά χέρια του να την εκσφενδονίζουν στα ουράνια. Άκουγε το γέλιο της να σμίγει με το δικό του. Εκεί ψηλά στα χέρια του ήταν η κορυφή του δικού της κόσμου. Το Έβερεστ της. Τίποτα δε λαχταρούσε πιότερο.
      Κι έτσι ψηλά κυλούσαν τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Ψηλά στα χέρια του. Ψηλά, μαθαίνοντας να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του. Τα μάτια του που δε σταματούσαν ποτέ στα μικρά και ασήμαντα του κόσμου γύρω του. Λες και φιλτράριζε τα πάντα κι έφταναν τα μάτια του μόνο η ομορφιά, η καλοσύνη και τα σπουδαία του κόσμου τούτου.
      Τα παιδικά χρόνια της Ραλλούς  ήταν πλημμυρισμένα από αστραφτερό φως. Εκτυφλωτικό. Λες και ήταν πάντα φωτεινό καλοκαίρι. Ώσπου το ατελείωτο αυτό καλοκαίρι κόπηκε απότομα, όταν η καρδιά του καπετάν Γιάννη σταμάτησε έξαφνα να χτυπά. Στα έντεκά της χρόνια ακριβώς, Αύγουστο, δυο μέρες πριν τα γενέθλιά της.
     Καμιά προειδοποίηση δεν υπήρξε, ή ένδειξη πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
     Κι έτσι ο κόσμος σκοτείνιασε γύρω της και το καλοκαίρι της ζωής της τελείωσε.