Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

6ο κεφάλαιο



    Την Ραλλού την κουβάλησε σχεδόν στα χέρια του ως το σπίτι. Πήραν τον πίσω δρόμο κι όταν έφτασαν μπροστά στον ψηλό αυλόγυρο, στάθηκαν πίσω  του  να μην φαίνονται.
      «Εδώ είμαι», του είπε.
      «Σίγουρα δεν θες να ρθω μαζί σου;», την κοίταξε ανήσυχος.
      Του ένευσε καταφατικά. Χαμογελούσε. Έπειτα τράβηξε προς την πόρτα. Γύρισε, του έριξε μια τελευταία ματιά και μπήκε.
      Τρύπωσε από την πόρτα της κουζίνας και χωρίς να την δει το Λενιώ, ανέβηκε στο δωμάτιό της. Έκλεισε τα σκίαστρα στο παράθυρο. Έβγαλε τα ρούχα, φόρεσε από πάνω το πιο φαρδύ  μακρύ νυχτικό της και τρύπωσε στο κρεβάτι. Έγειρε πάνω στην αριστερή πλευρά της. Κρατούσε την αναπνοή της στην προσπάθειά   να μείνει ακίνητη και να μην ακουμπά τα πληγιασμένα της σημεία.
      Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τα χέρια του αγγέλου της καθώς της έπλενε απαλά τις πληγές. Την τύλιξε η ίδια τρυφερότητα και βυθίστηκε σε  έναν γαλήνιο ύπνο.
      Την επομένη η κυρία Εριφύλη δεν έδωσε σημασία στις πληγές που διακρίνονταν από τα ρούχα της, ούτε και ζήτησε παραπάνω εξηγήσεις όταν η κόρη της της είπε πως έπεσε στον κήπο.
      Το Λενιώ μόνο δεν φάνηκε να πείθεται. Μετά το μεσημεριανό φαγητό κι αφού η μητέρα της αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, σύρθηκε κρυφά στην κάμαρή της.
      «Μη μου λες ψέματα εμένα. Ακούς εκεί στην αυλή! Κι εγώ που ήμουνα! Λέγε τι έκανες;».
      «Έπεσα με το ποδήλατο».
      «Τρελοκόριτσο», την αποπήρε το Λενιώ και γονάτισε μπροστά της. Σήκωσε το νυχτικό για να εξετάσει το κακό.
      «Α, πα πα! Πώς έγινες έτσι κορίτσι μου; Κάτσε να φέρω κάτι να  βάλουμε επάνω».
       Η Ραλλού δέχτηκε χωρίς να αναφέρει πως ο σωτήρας της της είχε δώσει ένα βάζο με αλοιφή για να βάζει επάνω στις πληγές της. Τη δρόσιζε κάθε φορά που το χρησιμοποιούσε,  σα να τραβούσε το κάψιμο που ένιωθε από τις πληγές της.
      Το επόμενο πρωινό βρήκε το ποδήλατό της ακουμπισμένο στην μέσα πλευρά του αυλόγυρου, στο πίσω μέρος της αυλής. Ξαφνιάστηκε λίγο κι έπειτα χαμογέλασε όταν σκέφτηκε πως έπρεπε να το περιμένει.
      Οι πληγές της είχαν ηρεμήσει και η σάρκα της δεν παλλόταν κόκκινη και ερεθισμένη. Φαινόταν πως το χτύπημα είχε αρχίσει να καταλαγιάζει. Έτσι αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό δίπλωσε το παντελόνι που το είχε πλύνει και στεγνώσει και γλίστρησε κρυφά  έξω.
      Της πήρε αρκετή ώρα για να φτάσει στο μονοπάτι που κατέβαινε δίπλα στη θάλασσα. Το ακολούθησε, όπως συνήθιζε τόσον καιρό κι όταν έφτασε στο σημείο που είχε πέσει κοίταξε προς τα πάνω. Κάπου μες τις ελιές έπρεπε να βρίσκεται το πέτρινο κτίσμα.
     Χώθηκε μέσα στα δέντρα και δεν χρειάστηκε να περιπλανηθεί πολύ. Το βρήκε εύκολα. Πλησίασε και χτύπησε την κλειστή ξύλινη πόρτα .Ήταν βαμμένη πράσινη, όπως και τα ξύλινα σκίαστρα στα παράθυρα, που έμεναν κλειστά, για να κρατούν έξω την πυρά του ήλιου.
      Δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε διστακτικά και μπήκε. Στάθηκε  λίγο, ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια της. Κανείς δεν ήταν μέσα. Ανάσανε την ανακουφιστική δροσιά και βγήκε.
      Άρχισε να περιφέρεται στον ελαιώνα τριγύρω. Παράξενο δέντρο η ελιά σκεφτόταν. Σκληρό και κακοτράχαλο. Ανθεκτικό. Δε σου δίνει την αίσθηση του δέντρου, όπως το πεύκο ή ένας πλάτανος που χαρίζει δροσιά και ίσκιο.
      Σου δίνει όμως την αίσθηση του καλοκαιριού. Λες και κουβαλά τον ήλιο μέσα της.
      Τον πρόσεξε πιο πέρα, να τσαπίζει το χώμα γύρω από ένα δέντρο. Φορούσε μόνο το παντελόνι  και το δέρμα του σταρένιο, άστραφτε από τον ιδρώτα που κυλούσε επάνω του.
      Ακούμπησε στον κορμό του δέντρου και στάθηκε να τον κοιτάζει καθώς δούλευε. Άνθρωποι στην ηλικία της δούλευαν. Η ζωή ήταν τόσο αλλιώτικη έξω από τα σύνορα του μικρού της κόσμου.
      Τον είδε να σταματά και να μένει ακίνητος. Έψαξε με τα μάτια το χώρο γύρω του, ώσπου την αντίκρισε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν σε ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Τράβηξε προς το μέρος του.
      «Ήρθα να σ’ ευχαριστήσω για το ποδήλατο».
      Στάθηκε μπροστά του και ένιωσε πως δεν χρειαζόταν να  πει οτιδήποτε.
      «Ήθελα να σε δω, να δω πως είσαι, αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να με δούνε. Αλλιώς θα σε φώναζα. Πώς σε λένε;».
      «Ραλλού».
      «Κυριάκο», είπε και τα μάτια του φώτισαν. Απέμεινε να την κοιτά.
      «Πώς κατάφερες να το πάρεις απ’ τον γκρεμό;», θέλησε να σπάσει την αμήχανη σιωπή.
      Της χαμογέλασε.
      «Απλά πήγα από τη θάλασσα».
      Άπλωσε το χέρι να ακουμπήσει τις πληγές στο μπράτσο της μα δίστασε. Τραβήχτηκε.
      Η Ραλλού γύρισε στο πλάι για να τη δει.
      «Μια χαρά είναι. Κλείνουνε, δε με πονάνε τόσο».
      Με μία κοφτή κίνηση πήρε το χέρι της μες το δικό του.
      «Έλα».
      Τον ακολούθησε, κρατώντας το σταθερό του χέρι  που έκλεινε καθησυχαστικά το δικό της μέσα του. Προχώρησαν ανάμεσα σε λιόδεντρα και πλησιάζοντας στη θάλασσα, σταμάτησαν σε ένα ύψωμα. Την τράβηξε και την έβαλε να καθίσει στα ριζά ενός μεγάλου δέντρου. Κάθισε δίπλα της, ακουμπώντας την πλάτη του στο κορμό του.
      Έμεινε άφωνη σαν είδε ν’ απλώνεται μπροστά της το απέραντο γαλάζιο. Ακούμπησε πίσω μην μπορώντας να ανασάνει. Ήταν λες και καθόταν σ’ ένα θρόνο κρεμασμένο στο πέλαγος.
      Έσφιξε το χέρι του αμίλητη θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη της. Αισθανόταν πως μοιράζονταν κάτι μοναδικό και πολύτιμο. Έμειναν έτσι, να τους τυλίγει μία συντροφική σιωπή. Ήταν λες κι η ύπαρξή τους εκμηδενίζονταν κάτω απ’ την καυτή ανάσα του ήλιου και το σκληρό φως του που τους τύφλωνε όπως αντανακλούσε πάνω στα γαλάζια νερά.
      «Θα κάνεις λίγο καιρό να κολυμπήσεις. Αλλά μπορείς να έρχεσαι εδώ», της ψιθύρισε.
      Ένιωσε ανακούφιση στην ιδέα πως η μαγεία αυτή μπορεί να συνεχιζόταν. Έπειτα μία σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό της.
      «Πώς ξέρεις ότι κολυμπούσα;».
      «Σε έβλεπα. Κάθε μέρα. Γι’ αυτό όταν δεν ήρθες προχθές, κατέβηκα να σε ψάξω».
      Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν έπρεπε να νιώσει άσχημα που τόσον καιρό την παρακολουθούσε. Που την έβλεπε να βουτά, σχεδόν καθημερινά, χωρίς ρούχα στη θάλασσα.
      Γύρισε και συνάντησε τα σκούρα γαλήνια μάτια του. Όχι δεν έπρεπε, αποφάσισε. Σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, έγειρε το κεφάλι πάνω στον ώμο του και ανάπαυσε το βλέμμα της στο πέλαγος.
     



      Το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε χαραγμένο στο είναι της, σε κάθε μικροσκοπικό κύτταρο του κορμιού της, σαν το πιο φωτεινό καλοκαίρι της ζωής της.
      Τις επόμενες μέρες τον έβρισκε να δουλεύει στον ελαιώνα του παππού του. Πήγαιναν να ξεμεσημεριάσουν στον ίσκιο της ελιάς, εκεί που κάθισαν  την πρώτη φορά.
      Και οι μέρες κύλησαν, οι πληγές της έκλεισαν για τα καλά. Τότε του πρότεινε να κατεβούνε στον κόλπο της να κολυμπήσουνε.
      Ο Κυριάκος στάθηκε για μα στιγμή σκεπτικός κι η Ραλλού διαμαρτυρήθηκε όταν είδε πως δε θα της έκανε το χατίρι. Αμέσως εκείνος γέλασε δυνατά, την τράβηξε από το χέρι και κατηφόρισαν. Σε πέντε λεπτά ήταν δίπλα στη θάλασσα και πετούσαν τα ρούχα τους στην κρυσταλλένια άμμο.
      Ο Κυριάκος κράτησε το εσώρουχό του κι η Ραλλού το δικό της. Όρμησαν στα γυάλινα νερά, πιτσιλώντας με φωνές ο ένας τον άλλο.
      Το νερό γλιστρούσε σα βάλσαμο πάνω στο φλογισμένο απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο δέρμα τους. Έπαιξαν ασταμάτητα, βούτηξαν για να συναντηθούν κάτω απ’ το διάφανο νερό, ώσπου ξέπνοοι ξάπλωσαν δίπλα δίπλα, κάτω από τη σκιά που σχημάτιζαν οι βράχοι πάνω τους.
      Τα κορμιά τους αποκαμωμένα πάσχιζαν να καταλαγιάζουν την ανάσα τους που χτυπούσε δυνατά στο στήθος τους. Έκλεισαν τα μάτια κι απέμειναν εκεί, σαν κορμιά από μάρμαρο να στραγγίζουν τις αλμυρές σταγόνες.
      Εκείνο το καλοκαίρι και τι δεν έμαθε η Ραλλού! Έμαθε να σκαλίζει την ελιά, για τις αρρώστιες και τη φροντίδα της.
      Έμαθε να πιάνει χταπόδια με γυμνά χέρια. Έμαθε κάθε μονοπάτι και γωνιά του νησιού της.
      Όταν το καλοκαίρι κόντευε στο τέρμα του και δεν ήταν σπάνια τα ξαφνικά μπουρίνια κι οι καταιγίδες, την έπαιρνε και τριγυρνούσαν στην ενδοχώρα. Έτσι τριγυρνούσαν μια μέρα που ο καιρός είχε πάρει να αγριεύει κι ο ουρανός χυνόταν κατάμαυρος απειλητικά πάνωθέ τους, μέσα στο πευκοδάσος που σκαρφάλωνε βορειοανατολικά πίσω από τη χώρα.
      Όταν άρχισαν οι χοντρές βαριές στάλες ένιωσαν ανακούφιση για την προστασία που τους πρόσφεραν οι πευκοβελόνες. Αλλά ήξεραν πως σε λίγο  αυτή δε θα τους αρκούσε.
      «Έλα», της ένευσε πιάνοντάς της το χέρι. Άρχισε να τρέχει αναγκάζοντάς την να ακολουθεί.
      Ο καιρός ήταν βαρύς, όπως είναι πάντα τα καλοκαίρια πριν ξεσπάσει η βροχή. Βροντές ακούγονταν από το βάθος του ορίζοντα και κεραυνοί ξέσκιζαν τον ουρανό και τη θάλασσα.
      Λαχανιασμένη, τον ακολουθούσε στο τρέξιμό του. Ήταν λες κι η ζωή της κρεμόταν απ’ αυτό, λες κι αν άφηνε το χέρι του θα χανόταν.
      Μέσα στην ταχύτητα που είχαν αναπτύξει, τη δυνατή βροχή που χτύπαγε το σώμα της αλύπητα, μια σκέψη ήρθε και την χτύπησε δυνατότερα από τους κεραυνούς που ξέσκιζαν τριγύρω το τοπίο.
      Είχε δέσει τη ζωή της μ’ αυτήν του Κυριάκου, πιο γερά κι απ’ ότι κρατούσε το χέρι του. Ένιωσε πως χρειαζόταν περισσότερο οξυγόνο.
      Ο Κυριάκος σταμάτησε απότομα μπροστά της κι έκανε στο πλάι για να μην πέσει επάνω του.
      Ένα ξέφωτο φωτεινό, μ’ ένα μικρό  ξωκλήσι καταμεσής του. Τράβηξαν κατά κει. Ο Κυριάκος έσπρωξε την γαλάζια ξύλινη πόρτα που υποχώρησε στο άγγιγμά του. Πέρασαν μέσα και στάθηκαν στο κέντρο του. Από τα πολύχρωμα παραθύρια, το φως των αστραπών χύνονταν μέσα κι αναλύονταν πάνω και γύρω τους σε χίλια δυο χρώματα. Έτσι εκεί, όρθιοι, πιασμένοι απ’ το χέρι, αφέθηκαν να τους λούσει η μυσταγωγία των χρωμάτων κι η ρευστή μαγεία της ατμόσφαιρας. Όπως το νερό κυλούσε απ’ τα κορμιά τους, η Ραλλού αισθάνθηκε να ξαναγεννιέται, να εξαγνίζεται και να φορά έναν άλλο καινούριο εαυτό.









      Ο ήχος από το νευρικό χτύπημα του παπουτσιού αντηχούσε στο αδειανό ακόμη φουαγιέ και χτυπούσε κοφτός κι απότομος πάνω στους τοίχους. Ο Θράσος άκουγε από την κουζίνα όπου ετοίμαζε καφέ τον ανυπόμονο ήχο και μπήκε στον πειρασμό να βγει από το πλαϊνό παράθυρο  και να πάει να απολαύσει τον καφέ και την ησυχία του στον πίσω κήπο.
      Αντί αυτού, πήρε το φλιτζάνι με τον μέτριο ελληνικό που έπινε και τράβηξε για το γραφείο του. Καλημέρισε την κυρία Πολίτου υποκρινόμενος πως δεν αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό της. Ακούμπησε το φλιτζάνι του καφέ καλού κακού, όσο μπορούσε στο βάθος του γραφείου.
      Έπειτα μάζεψε όλα τα χαρτιά και τους φακέλους που ήταν ακουμπισμένα δίπλα στην οθόνη κι άρχισε να  αλλάζει τη θέση τους.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη», ακούστηκε η φωνή της και φαινόταν πως κατέβαλλε προσπάθεια να μην την υψώσει.
       Στράφηκε τάχα ξαφνιασμένος.
      «Μπορώ να κάνω κάτι για σας;».
      Εκείνη έστρεψε τα μάτια στωικά στον ουρανό.
      «Δεν ακούτε κύριε Ουσταμπασίδη;».
      Ο Θράσος σκέφτηκε πως είναι παγίδα και αποφάσισε να μην πέσει μέσα.
      «Ασφαλώς και σας ακούω».
      Τα ρουθούνια της κινήθηκαν νευρικά.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη. Νομίζω πως υποτιμάτε αυτό που έχετε υπό την διεύθυνσή σας. Δεν είναι δυνατόν σ’ ένα ξενοδοχείο σαν αυτό, που αποτελεί ιστορικό μνημείο, να ξυπνάς στις έξι και  μισή το πρωί από την φασαρία».
      Ο Θράσος επαναλάμβανε μέσα του. «Παγίδα, προσοχή».
      «Ασφαλώς κυρία Πολίτου. Συμφωνούμε απόλυτα. Στο ξενοδοχείο μας δεν πρόκειται να παραπονεθεί κανείς για τη φασαρία, ούτε στις έξι και μισή το πρωί, αλλά ούτε και στις έξι και μισή το απόγευμα».
      Κάποιοι μυς συσπάστηκαν νευρικά στο όμορφο πρόσωπό της.
      «Και τότε πως εξηγείτε την παρουσία μας εδώ τέτοια ώρα;», ρώτησε και έγνεψε με το κεφάλι δείχνοντας στην κατεύθυνση  της ρεσεψιόν.
      Εκεί, παρατημένος πάνω στο μικρό καναπεδάκι απέναντι από το γραφείο της ρεσεψιόν, βρισκόταν ο κύριος Πολίτης. Ο αγκώνας του ακουμπούσε στο μπράτσο του καναπέ και το κεφάλι του ήταν χυμένο πάνω στο χέρι του. Έδειχνε σα να ακροπατούσε στα μονοπάτια του Μορφέα.
      Σίγουρα θα έχει δικό του όνομα, αλλά ανάθεμά με αν το θυμάμαι, σκέφτηκε ο Θράσος. Την κοίταξε ερωτηματικά επιστρατεύοντας όλη την υπομονή του.
      «Μα σοβαρά τώρα, δεν ακούτε;», συνέχισε εκείνη δείχνοντας προς το κέντρο του κτιρίου.
      Ο Θράσος ακολούθησε την κατεύθυνση που χάραζαν στον αέρα τα χέρια της,   κρατώντας τα αυτιά του τεντωμένα. Ησυχία, απόλυτη ησυχία. Ήταν έτοιμος να στραφεί και να της πει να πιει έναν καφέ για να συνέλθει, όταν ένα απαλό γουργουρητό τον έκανε να σταθεί.
      «Εννοείτε τον θόρυβο από τα πλυντήρια;».
      Κούνησε το κεφάλι της με ένα θριαμβευτικό ύφος.
      «Μου πήρε ένα ολόκληρο τέταρτο για να τον διακρίνω. Πώς είναι δυνατόν να σας ενόχλησε;».
      «Τι λέτε κύριε Ουσταμπασίδη; Ο Ντίνος είναι ξύπνιος εδώ και μία ώρα. Και χρειάζεται τόσο λίγη ξεκούραση».
      Ο Θράσος έστρεψε το βλέμμα στον κύριο Πολίτη που φαινόταν να κοιμάται πια  πάνω στον καναπέ.
      «Πράγματι χρειάζεται ξεκούραση κυρία Πολίτου. Έχετε σκεφτεί να ζητήσετε τη βοήθεια κάποιου ειδικού; Πολύ συχνά οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν διαταραχές στον ύπνο τους γιατί βιώνουν συνθήκες έντονου στρες και άγχους στη ζωή τους. Ίσως θα βοηθούσε».
      Η κυρία Πολίτου απομακρύνθηκε μ’ ένα νευρικό τίναγμα του κεφαλιού της. Ο Θράσος έστρεψε διακριτικά το κεφάλι για να μην τη δει να ταράζει τον άντρα της στον ύπνο του.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

5ο κεφάλαιο



      Όταν συνήλθε κατάλαβε πως βρισκόταν σε ένα δροσερό και σκοτεινό χώρο. Της ήρθε αδιόρατα στο νου η πυρά του ήλιου να καίει το κορμί της, η γεύση του αίματος στο στόμα και αισθάνθηκε ανακούφιση. Έκλεισε τα μάτια.
      «Όχι, μην κοιμάσαι», ακούστηκε ένας ψίθυρος κι αισθάνθηκε κίνηση γύρω της. Σκιές χόρευαν, οι ακτίνες του ήλιου  τρύπωναν από σχισμές στη στέγη και στους τοίχους κι έπαιζαν παιχνίδια με τη σκόνη.
      Κάποιος κάθισε δίπλα της κι ακούμπησε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπό. Άρχισε να την πλένει απαλά. Η Ραλλού αισθάνθηκε λες κι ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, κι έκλεισε ξανά τα μάτια.
      «Θέλω να δω πως είσαι καλά. Άνοιξε τα μάτια σου», ακούστηκε η ίδια φωνή και αναρωτήθηκε αν ακουγόταν από μέσα της.
      Γύρισε ανεπαίσθητα το κεφάλι μα ένας οξύς πόνος στον αυχένα την έκανε να αφήσει ένα βογγητό. Τα μάτια του σκούρα σαν άβυσσος την κοιτούσαν με προσοχή. Τώρα καταλάβαινε πως αυτή η γαλήνη είχε ποτίσει το είναι της. Είχε να νιώσει τέτοια ασφάλεια από τότε που ήταν κοντά της ο πατέρας. Ίσως είναι άγγελος, σκέφτηκε. Άγγελος που  έστειλε ο πατέρας της για να την προστατεύει. Χαμογέλασε.
      «Ωραία. Σίγουρα είσαι καλά», της χαμογέλασε κι εκείνος. Με χαμόγελό όχι πλατύ. Ήταν θαρρείς συνεσταλμένο αλλά και ήρεμο, αποφασιστικό πάνω στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο.
      «Πρέπει να καθαρίσουμε τις πληγές σου να μην χλωροφορμίσουν. Εντάξει;».
      Ένευσε καταφατικά μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα  από το δικό του.
      «Άγγελος σίγουρα», σκεφτόταν. «Άραγε έχω πεθάνει; Αν ήξερα ότι θα ένιωθα τόσο όμορφα, θα φρόντιζα να έχω πεθάνει νωρίτερα».
      Τον είδε να κάθεται πιο πέρα και ν’ ακουμπάει δίπλα ης ένα μικρό δοχείο. Βούτηξε μέσα του ένα πανί, το έβγαλε και το στράγγιξε καλά. Έπειτα το ακούμπησε στο πόδι της.
      Δεν κατάφερε να συγκρατήσει μια κραυγή.
      «Ξέρω, πονάει. Κάνε υπομονή».
      «Και βρωμάει», πρόσθεσε η Ραλλού και δάγκωσε τα χείλη της να μην φωνάξει.
      Παρά το οξύ τσούξιμο που αισθανόταν πάνω στις πληγές της, ήθελε να μην τελειώσει αυτή η διαδικασία. Δάκρυα της ήρθαν στα μάτια και της ακούμπησε απαλά το μπράτσο.
      «Λίγο ακόμη. Θα αντέξεις;».
      Του ένευσε και δεν του είπε πως δεν έκλαιγε από πόνο, μιας και  ούτε η ίδια  καταλάβαινε γιατί την πλημμύρισε ξαφνικά τούτο το συναισθηματικό κύμα. Σαν τελείωσε εκείνος ακούμπησε το δοχείο με το πανί στο πάτωμα.
      «Ποιόν να πάω να φωνάξω;».
      «Κανέναν», κατάφερε να ψιθυρίσει η Ραλλού.
      «Δεν μπορείς να περπατήσεις έτσι», της χαμογέλασε και σκέφτηκε πως δεν είχε επίγνωση της κατάστασής της.
      «Πρέπει να γυρίσω μόνη μου. Αν με δει έτσι η μάνα μου, αν με βρει εδώ, θα με σκοτώσει», του ψιθύρισε.
      «Κάποια στιγμή θα σε δει», επέμενε εκείνος.
      Η Ραλλού σηκώθηκε. Μόρφασε από τον πόνο, την ώρα που κατέβαζε το πόδι της από το κρεβάτι. Κοίταξε με απελπισία τις πληγές της. Η δεξιά της πλευρά ήταν γεμάτη μελανιές και βαθιά γδαρσίματα.
      «Δεν είναι τόσο άσχημα όσο δείχνει», ένιωσε ένα χέρι να σκεπάζει καθησυχαστικά το δικό της.
      «Πιο πολύ θα σκεφτόμουν τα ρούχα μου αν ήμουν στη θέση σου. Δεν έχει μείνει πολύ από τη φούστα σου πια», της είπε σκεπτικός.
      Τράβηξε το ύφασμα από την κάποτε λευκή φούστα για να διαπιστώσει πως το πίσω και το πλαϊνό μέρος σχεδόν έλειπαν.
      «Με το βρακί θα γυρίσω;», μονολόγησε.
      Εκείνος πετάχτηκε επάνω γελώντας δυνατά. Το γέλιο του απλώθηκε και χτύπησε στους τοίχους κάνοντας αντίλαλο. Η φωνή του ήταν παιδική ακόμη.
      Γύρισε κοντά της κρατώντας ένα παντελόνι.
      «Είναι δικό μου. Θα σου κάνει. Μπορείς να το φορέσεις;».
      Το πήρε και  διαπίστωσε πως έλλειπαν τα πέδιλά της. Χωρίς να σχολιάσει, ήταν μάλλον το μικρότερο κακό, σούρωσε το αριστερό μπατζάκι και πέρασε μέσα το πόδι της. Το ανέβασε ως το γόνατο, κάνοντας μορφασμούς κάθε που το τραχύ ύφασμα ακούμπαγε στις πληγές της.
       «Σήκω όρθια», της είπε και την κράτησε από το χέρι.
      Σηκώθηκε και τον είδε να γονατίζει μπροστά της. Για κάποιον λόγο παράξενο, που ούτε καταλάβαινε, ούτε την ένοιαζε  δεν ένιωθε ντροπή να στέκεται μπροστά του με ξέφτια μόνο από ύφασμα να κρύβουν τα πόδια της.
      Και δεν ενοχλήθηκε όταν της σήκωσε απαλά το παντελόνι. Το κρατούσε τεντωμένο στη μέση, ώστε να χύνεται απαλά πάνω της και να την ακουμπά όσο το δυνατόν λιγότερο. Της κούμπωσε το κουμπί και γέλασε όταν είδε πως της έπεφτε.
      «Κράτα»,  είπε.
      Η Ραλλού υπάκουσε κι εκείνος έδωσε μια κι έσκισε από πάνω της τ’ απομεινάρια της φούστας της. Έπειτα, έκοψε ένα μακρύ στενό κουρέλι από το ύφασμά της. Το πέρασε γύρω από τη μέση της, πάνω από το παντελόνι και το έδεσε.
      Σήκωσε μια σταλιά μόνο το πουκάμισό της, κρατώντας το προσεκτικά κάτω από το ανύπαρκτο ακόμη στήθος της. Κοίταξε καλά και πήγε από πίσω της. Το σήκωσε πάλι ως επάνω.
      «Έχεις μια καλή μελανιά εδώ», είπε κι ακούμπησε τα’ ακροδάχτυλά του τόσο, ώστε η Ραλλού δεν ένιωσε το άγγιγμα, παρά μόνο μια θερμότητα. Τον είδε να απομακρύνεται και να γυρνά πάλι κρατώντας ένα βάζο στο χέρι. Έβγαλε ένα παχύρευστο κατάπλασμα και το άπλωσε πάνω στο μελανιασμένο σημείο της. Έπειτα τακτοποίησε το πουκάμισό  στη θέση του.
      «Πάμε;».
      Η Ραλλού κοίταξε γύρω της. Μια πέτρινη σκοτεινή κάμαρα ήταν όλο κι όλο, μ’ ένα κρεβάτι σε μιαν άκρη, ένα τραπέζι και δυο καρέκλες. Σ’ έναν τοίχο ένας τσιμεντένιος νεροχύτης και ένας πάγκος, από κάτω και πάνω ράφια. Θα μπορούσα να μείνω εδώ σκέφτηκε και ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει απρόθυμα. Ένιωθε σα να την εξορίζουν από τον παράδεισο.
      Εδώ σ’ αυτό το δροσερό καταφύγιο ήταν λες και επέστρεφε σε μια ασφαλή φωλιά που πάντα ανήκε, μόνο που δε θυμόταν πια.






      Οι μέρες που ακολούθησαν το απόγευμα  που η Αθηνά επισκέφτηκε το γραφείο του κυρίου Γιαννούλη, πέρασαν σαν αστραπή. Την επόμενη κιόλας πήρε δύο ώρες άδεια από τη δουλειά της, ώστε να επισκεφτεί με το δικηγόρο τον συμβολαιογράφο.
      Εκεί υπέγραψε την αποδοχή της κληρονομιάς και από το αντίγραφο που διάβασε κατάλαβε πως επρόκειτο για το πατρικό σπίτι του πατέρα της, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Στο νησί που είχε επισκεφτεί με τον πατέρα της αλλά δε θυμόταν. Θυμόταν μόνο το φως, φως άπλετο και άρωμα του καλοκαιριού.
      Οι εποχές έχουν κι αυτές τη δική τους μυρωδιά η καθεμία, αλλά και τον τόπο τους. Δεν μυρίζει το ίδιο το καλοκαίρι σ’ ένα νησί, ή σ’ ένα χωριό με το καλοκαίρι στην Αθήνα. Ούτε κι οι άλλες εποχές.
      Γι’ αυτό τη θυμόταν τόσο ζωντανά τη μυρωδιά εκείνου του καλοκαιριού, και πίστευε μέσα της πως αυτή είναι η πραγματική μυρωδιά της εποχής. Πως οι άλλες που τόσα χρόνια ανάσαινε, ζέστη ανάκατη με την οσμή των καυσαερίων, τη βαριά άπνοια της πόλης, ήταν μυρωδιές απομίμησης. Και το χέρι του παππού της που κρατούσε το χέρι της θυμόταν, καθώς κι ένα χαμόγελο που το φως του μπλέκονταν μ’ αυτό του ήλιου.
      Στο συμβόλαιο αποδοχής μιλούσε ακόμη για ένα λογαριασμό καταθέσεων στο όνομά της και στο όνομα του. Όταν εκείνος θα έφευγε από τη ζωή, μοναδικός δικαιούχος θα απέμενε η ίδια. Ο λογαριασμός αυτός τηρείτο σε δραχμές και η Αθηνά κατάλαβε πως δεν ήταν λίγα χρήματα, αλλά ήταν πολύ αναστατωμένη για να κάνει τους υπολογισμούς.
      Αφού ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες ενέργειες, έφυγε πάλι τρέχοντας για τη δουλειά της ενώ ο κύριος Γιαννούλης της υποσχέθηκε πως θα της τηλεφωνήσει. Μόλις  τελείωνε και με τις τελευταίες  λεπτομέρειες, ένα σωρό διαδικασίες που εκείνη δεν ήθελε να γνωρίζει, θα την ενημέρωνε ώστε να περάσει και να πάρει το φάκελό της. Τίτλοι ιδιοκτησίας της είπε κι άλλα που δεν θυμόταν.
      Γύρισε στη δουλειά της. Ξεκινώντας από ΤΕΙ λογιστικής, είχε τελειώσει έπειτα το οικονομικό δουλεύοντας παράλληλα και τώρα παρακολουθούσε ένα μεταπτυχιακό πάνω στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων.
      Δούλευε σχεδόν από τότε που τελείωσε το σχολείο και μόλις πήρε το πτυχίο της έφυγε από το σπίτι, αφού είχε ήδη καταφέρει να πιάσει δουλειά στο λογιστικό τμήμα μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας παραγωγής φυτικών φαρμάκων και καλλυντικών.
      Ρόλο έπαιξε βέβαια και η φιλία της με την Αλκμήνη, την κόρη του ιδιοκτήτη. Συμφοιτήτριες, και η Αθηνά σχεδόν έκανε όλες τις εργασίες της και  την πτυχιακή της. Η Αλκμήνη μπορεί να ήταν λίγο τεμπέλα και καλλιτεχνικός τύπος, αλλά αχάριστη όχι.
      Η δουλειά ήταν πάντα παραπανίσια και συνήθως δεν είχε καν ωράριο. Το καλό ήταν ότι ή επειδή μετρούσε η φιλία της με την Αλκμήνη, ή επειδή εκτιμούσαν την ατελείωτη δουλειά της και τη μόνιμη διαθεσιμότητά της, χωρίς να υπολογίζει γιορτές, αργίες ή βράδια, της είχαν δώσει μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Έτσι η Αθηνά ρύθμιζε τις ώρες της όποτε χρειαζόταν να λείψει για τη σχολή της κι ευγνωμονούσε την τύχη της.
      Το ίδιο απόγευμα η Αλκμήνη της τηλεφωνούσε στο γραφείο της.
      «Το φαντάστηκα ότι θα είσαι εκεί. Το κινητό σου γιατί το έχεις κλειστό;».
      «Πρέπει να τελείωσε η μπαταρία», έκανε αφηρημένα ψάχνοντας να το βρει. Ήταν σκεπασμένο κάτω από φακέλους.  Το έβαλε στο φορτιστή και ξεφύσηξε.
      «Ο Γιώργος έχει γενέθλια. Θα κάνουμε πάρτι στο  tre Marie γύρω στις εννιά».
      «Να τα εκατοστίσει», έκανε ενώ έκλεινε ένα φάκελο.
      «Ποιος είναι ο Γιώργος;».
      «Αμάν ρε Αθηνά, στην κοσμάρα σου! Ο Γιώργος της Χριστίνας».
      Η Αθηνά χαμογέλασε.
      «Η Χριστίνα αλλάζει γκόμενο κάθε δεύτερη βδομάδα. Συγχώρεσε μου που δεν είμαι πιο επιμελής στην παρακολούθηση της ερωτικής ζωής της».
      Η υποβολή του ΦΠΑ ήταν έτοιμη. Τώρα δεν είχε παρά να κάνει την κατάθεση από το Internet. Άνοιξε το site της τράπεζας που χρησιμοποιούσαν.
      «Θα έρθεις;», ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή της Αλκμήνης.
      «Πού;».
      «Στο πάρτι ντε».
      Πληκτρολόγησε τους κωδικούς της για να μπει στο web banking της εταιρίας.
      «Τσου…».
      «Έλα ρε Αθηνά, δεν κλείνεσαι σε κανένα μοναστήρι από τώρα;», διαμαρτυρήθηκε η φίλη της.
      «Πρώτον, δεν ξέρω αν θα έχω τελειώσει», είπε ψέματα.
      «Δεύτερον. Αν βαριέσαι τη Χριστίνα με τους γκόμενους της, να μην πας. Όχι να κουβαλάς εμένα μαζί για να σπάει η ανία σου».
      «Τώρα λες βλακείες», της αντιγύρισε νευριασμένη η Αλκμήνη.
      «Ναι;», την πείραξε η Αθηνά.
      «Καταρχήν, έχω πάει σε τόσα πάρτι διαφορετικών γκόμενων της Χριστίνας, όσα εκείνη δεν έχει έρθει σε δικά μου. Άσε που πάντα μπερδεύομαι και τους αποκαλώ με το όνομα ενός – δύο γκόμενων πίσω. Να μην πω που είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλο. Αν τους μάζευε όλους μαζί θα μπορούσε ν’ ανοίξει τσίρκο. Και ξέρεις κάτι ακόμη; Θα έχω σίγουρα τελειώσει ως το βράδυ. Και δεν θα έρθω. Προτιμώ να πλέξω δαντέλα, παρά αυτό».
      «Είσαι πολύ μυστήρια. Και όσο πάει γίνεσαι και ξινή», γκρίνιαξε η Αλκμήνη.
      «Καλά κάνω».
      Η Αλκμήνη έκλεισε το τηλέφωνο μουρμουρίζοντας, ενώ η Αθηνά καταχωρούσε στον υπολογιστή την πληρωμή του ΦΠΑ. 
      Ως τις πέντε είχε τελειώσει και βγήκε από το γραφείο. Διέσχισε τα στενά, ανέβηκε την Καλλιδρομίου και τράβηξε για το σπίτι της.
      Ξάφνου καταμεσής του δρόμου, στάθηκε λες και την χτύπησε κεραυνός. Μια σκέψη τριγύριζε επίμονα στο κεφάλι της και  πολέμησε να την ξεριζώσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, εκνευρισμένη από τον εαυτό της. Δε συνήθιζε να παρασύρεται από παρορμήσεις. Αλλά τα πόδια της δεν σκόπευαν να υπακούσουν στην λογική έκκληση του μυαλού.
      Πιο πολύ για να αποφύγει αυτή την εσωτερική αγωνία που την καλούσε να πράξει πέρα από την ορθότερη βούλησή της, γύρισε  στην Πανεπιστημίου.
      Κατέβηκε στο σταθμό του μετρό και πήρε τον επόμενο συρμό. Από εκεί Ομόνοια,  τον ηλεκτρικό. Βρήκε να καθίσει, δεν ήταν ώρα αιχμής. Η διαδρομή αυτή πάντα την ξεκούραζε.
      Από παιδί ζήλευε τα  παράλληλα στις ράγες σπίτια. Φανταζόταν τον εαυτό της να μένει σε ένα από αυτά. Να κάθεται στο παράθυρο,  να παρακολουθεί τα τρένα που περνούν. Τι την τραβούσε άραγε σ’ αυτήν την εικόνα; Η αίσθηση της φυγής, της αέναης κίνησης; Τα ταξίδια που δεν τολμούσε να κάνει η ίδια; Σαν τους απόμαχους ναυτικούς που κάθονται στο λιμάνι και βλέπουν τα καράβια να φεύγουν.
      Κατέβηκε στην στάση της, στον Περισσό και ανέβηκε την ανηφόρα για τη γειτονιά της. Πέρασε μπροστά από τα πέτρινα προσφυγικά σπίτια,  το σχολείο και έστριψε στη γωνία. Κοίταξε το μπαλκόνι του διαμερίσματός τους στο δεύτερο όροφο. Καθαρό, αποστειρωμένο θα το έλεγες, με λίγα μυρωδικά φυτά κρεμασμένα σε ζαρντινιέρες στα κάγκελα.
      Μπήκε στην πολυκατοικία και ανέβηκε  τις σκάλες. Έβγαλε από το σακίδιό τα κλειδιά και άνοιξε την πόρτα.
      Ησυχία. Η τηλεόραση δεν έπαιζε ποτέ. Η μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της είχε αφοσιωθεί στα θεία. Η τηλεόραση όργανο του διαβόλου. Ευτυχώς η θρησκευτική σέχτα, στα δίχτυα της οποίας είχε πέσει ήταν κατά του μοναχισμού. Αλλιώς τις έβλεπε και τις δυο εδώ και χρόνια σε κανένα μοναστήρι.
      Την βρήκε στην κουζίνα καθισμένη σε μία ξύλινη πολυθρόνα δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Είχε την αδιαφανή κουρτίνα τραβηγμένη και έραβε. Όλα στο σπίτι από ρούχα, σεντόνια, πετσέτες και κουρτίνες περνούσαν τουλάχιστον τρεις μεταποιήσεις. Η Αθηνά δεν ήξερε αν γινόταν για οικονομία ή για να γεμίζει η κυρία Ιουλία τις ατελείωτες ώρες της.
       Στο μάτι της κουζίνας έβραζε κάτι που μύριζε απελπιστικά. Βρούβες, λαχανίδες, ποιος ξέρει. Έβγαινε χαράματα σε πάρκα, χορταριασμένα οικόπεδα και μάζευε. Και το φαγητό της έμοιαζε λίγο πολύ μ’ αυτό του Ιωάννη του Πρόδρομου.
      «Τι κάνεις μητέρα;».
      Άφησε τα ραπτικά της στην άκρη και σηκώθηκε. Το λιπόσαρκο της σώμα κι η μικροκαμωμένη φιγούρα της επέτρεπε να κινείται ανάλαφρα και με σβελτάδα μικρού παιδιού.
      «Να σου φτιάξω κάτι να φας; Βράζω ρίζες από σπανάκι με λίγο ρύζι. Είναι πολύ νόστιμο».
      «Όχι ευχαριστώ. Δεν πεινάω», έκανε η Αθηνά και κάθισε στο τραπέζι.
      «Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι τότε», της είπε χωρίς να περιμένει απάντηση.
      Η Αθηνά την κοιτούσε καθώς ανακάτευε τα τεντζερικά και τα ντουλάπια της. Από τα συρτάρια της αναδυόταν η χαρακτηριστική όξινη μυρωδιά απ’ τα βοτάνια της.
      «Τι ήρθα άραγε να της πω; Τι νόημα θα έχει; Ότι και να της πω θα μου πετάξει το Θεό της στα μούτρα μου. Κοντά τριάντα χρόνια τώρα δεν κατάφερα να κάνω μια κουβέντα μαζί της, τώρα θα την κάνω;».
      Μα το μικρόβιο την έτρωγε μέσα της. Πρέπει να της μιλήσω, να της δώσω τη δυνατότητα να απαντήσει για λογαριασμό της, σκέφτηκε.
      «Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Αθηνά πότε πέθαναν;».
      Η μητέρα της τινάχτηκε ανεπαίσθητα σα να την χτύπησε ρεύμα. Δεν έδειξε όμως τίποτε και συνέχισε τη δουλειά της. Έβαλε νερό σε ένα κατσαρολάκι, έριξε λίγα φύλλα μέσα.
      «Που θες να ξέρω; Τι σου ήρθε;», έκανε αδιάφορα χωρίς να στραφεί.
      «Με ειδοποίησαν από ένα δικηγορικό γραφείο για να αποδεχτώ μία κληρονομιά. Αυτήν που εσύ τους πέταξες στα μούτρα λες και ήταν δική σου, όταν σε προσέγγισαν».
      Την ένιωσε να τσιτώνεται, να τεντώνει το δέρμα της, κάθε αγγείο κάτω από αυτό να απειλεί να σπάσει,  χωρίς παράλληλα να διακρίνεται η παραμικρή κίνηση. Μα ήξερε κάθε αντίδρασή της, την άρνησή της να ακούσει οτιδήποτε δεν της ήταν αρεστό. Η φωνή της ακούστηκε στυφή.
      «Δεν ήρθαμε στη ζωή για να ασχολούμαστε με κληρονομιές και περιουσίες. Αλλά για να προσευχόμαστε,  να ετοιμαζόμαστε για τη ζωή μετά».
      «Εσύ προσευχήσου όσο θες. Κι αν σου χαρίσουν τίποτε μην το πάρεις. Γιατί δεν μου είπες τίποτε;».
      Η κυρία Ιουλία κάθισε στην πολυθρόνα της.
      «Δεν είχαμε σχέσεις. Δε θεώρησα σκόπιμο να σε αναστατώσω».
     Στα χέρια της έπαιζαν νευρικά κλωστές και υφάσματα.
      «Γιατί δεν είχαμε σχέσεις αλήθεια;».
      Άρχισε να ράβει λες και κρεμόταν η ζωή της από αυτό.
      «Απλά δεν είχαμε». Η φωνή της ήταν στεγνή και πνιγμένη.
      Η Αθηνά ήξερε πως δεν επρόκειτο να ακούσει άλλη κουβέντα από το στόμα της. Πήρε το σακίδιό της από κάτω και βγήκε από το σπίτι.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

4ο κεφάλαιο



      Θα ήταν δεκατριών χρονών εκείνο το καλοκαίρι. Είχε φάει αθόρυβα με τη μητέρα της. Η Εριφύλη δεν της επέτρεπε να βοηθάει το Λενιώ στο ξέστρωμα του τραπεζιού. Κρυφά χωνόταν η Ραλλού στην κουζίνα κι εκεί μουλωχτά την άφηνε το Λενιώ να ανακατώνεται στις δουλειές της.
      Της μάθαινε να φτιάχνει χαλβά, να τυλίγει ντολμάδες και ν’ ανοίγει φύλλο. Έτσι κι ακούγανε βήματα στο διάδρομο, έδινε μια η Ραλλού και το έσκαγε από το παράθυρο.
      «Η μάνα σου», ήταν η τρομαγμένη φωνή της Λενιώς.
      Εκείνη καθότανε κοντά της κι όταν αρρώσταινε. Της έβαζε πανιά βρεγμένα με ξύδι, στο μέτωπο και στα πόδια για να πέσει ο πυρετός. Της έλεγε ιστορίες  να  ξεγελάσει τον πόνο.
      Έφαγε γρήγορα  κοιτάζοντας την Εριφύλη  να δει αν τελείωνε. Μόλις άφησε στην άκρη  τα μαχαιροπίρουνα, σηκώθηκε κι εκείνη και τράβηξε για το δωμάτιο της. Περίμενε λίγο ν’ ακούσει το αργό βήμα της ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά, να προχωρά στο διάδρομο και να σβήνει πίσω από την πόρτα.
      Περίμενε, ξαπλωμένη με τα παπούτσια πάνω στο κρεβάτι, κοιτώντας το ταβάνι.  Ήταν πια σίγουρη πως η μητέρα της κοιμόταν.
      Άνοιξε το παραθυρόφυλλο και βγήκε στο μικρό μπαλκόνι. Έδωσε μια, πέρασε πάνω από τα κάγκελα όπως έκανε τόσες φορές. Πιάστηκε γερά από τον κορμό της κερασιάς  που ψήλωνε ως πάνω. Περνώντας από κλαδί σε κλαδί,  βρέθηκε στην αυλή.
      Τράβηξε προς τα πίσω, έβγαλε το ποδήλατο από το σπιτάκι του κήπου κι έφυγε από την ξύλινη πόρτα της αυλής. Διέσχισε τον χωματόδρομο κι όταν απομακρύνθηκε αρκετά, ανέβηκε στο ποδήλατο και κατηφόρισε να συναντήσει το δρόμο που τραβούσε παράλληλα με τη θάλασσα.
      Πιο κάτω άφησε το δρόμο κι ακολούθησε ένα χωμάτινο μονοπάτι που θα την έβγαζε στον όρμο της. Όταν είδε το γκρίζο ερπετό να διασχίζει σα σαΐτα το μονοπάτι εμπρός της, ήξερε πως ήταν πολύ αργά για να το αποφύγει. Η ενστικτώδης αντίδρασή της ήταν να πετάξει τον εαυτό της και το ποδήλατο πέρα, μακριά από το μονοπάτι. Το ποδήλατό της γλίστρησε στα χώματα και μαζί μ’ αυτήν άρχισε να πέφτει στα βράχια που κρέμονταν πάνω από τη θάλασσα.
      Η  Ραλλού προσπάθησε να κρατηθεί απ’ ότι έβρισκε, σχίζοντας τα χέρια και τα πόδια της στις πέτρες αλλά και στα αγκάθια των θάμνων  που συναντούσε. Όπως κυλούσε μαζί με το ποδήλατο, το δεξί της πόδι, κουβαλώντας και το βάρος του γδέρνονταν βαθιά.
      Μα δεν ένιωθε τίποτα. Ο φόβος να μην φτάσει στην άκρη των βράχων και γκρεμιστεί,  πότισε αδρεναλίνη το είναι της και πάσχιζε μόνο να κρατηθεί. Κάποια στιγμή κατάφερε να σταματήσει το κατρακύλισμα. Ακούμπησε το κεφάλι της στο χώμα παίρνοντας μία ανάσα. Έπρεπε να ανεβεί. Σκέφτηκε αν ήταν καλύτερα να τραβηχτεί σιγά σιγά από το ποδήλατο και να σκαρφαλώσει επάνω, ή να δώσει μια με τα πόδια της και να το ξεφορτωθεί στα βράχια.
      Κάθε απότομη κίνηση θα μπορούσε να κάνει τις πέτρες  να υποχωρήσουν και να την παρασύρουν μαζί τους και  η κρίση της έγειρε προς την πρώτη  σκέψη. Σφάλισε τα μάτια και προσπάθησε να γεμίσει τα πνευμόνια της αέρα.
      «Μην κουνηθείς», ακούστηκε μια ήρεμη φωνή πάνω της και τα μάτια της θόλωσαν.
      «Μην κουνηθείς, έχω φέρει σκοινί», ακούστηκε ξανά. «Κάνω μια θηλιά τώρα για να πιαστείς και το κατεβάζω. Θα σε τραβήξω».
      Τώρα που ήξερε πως κάποιος ήταν εκεί  να τη βοηθήσει, ένιωσε  αδυναμία να κατακλύζει τα μέλη της. Αισθανόταν την πικρή γεύση του χώματος στο στόμα  και την δεξιά της μεριά  να την τσούζει.
      Μπροστά της σταμάτησε ένα σκοινί που σχημάτιζε μία θηλιά στην άκρη του.
      «Άσε ένα ένα τα χέρια σου και πιάσου».
      Η Ραλλού ρούφηξε όσο πιο πολύ αέρα μπορούσε. Έπειτα άφησε πρώτα τις ρίζες που είχε γραπώσει με το αριστερό της χέρι και έπιασε το σκοινί. Ένιωσε να κινείται, λίγο μόνο, ανεπαίσθητα κι έπειτα σταθερό το σκοινί κάτω απ’ το χέρι της.
      «Τώρα το άλλο». Κρατούσε την ανάσα της.
      «Το άλλο. Τώρα. Θα σε κρατήσω, μην φοβάσαι».
      Πήρε μια βαθιά ανάσα, κρατήθηκε γερά  με το αριστερό και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου  το δεξί χέρι άφησε τις ρίζες κι έπιασε το σκοινί. Τραντάχτηκε ολόκληρη,  το ποδήλατο έφευγε κάτω από τα πόδια της μαζί με χώμα και πέτρες. Ένιωσε τη γη να χάνεται και πιάστηκε όσο πιο γερά μπορούσε. Προσπάθησε να πατήσει με δύναμη βάζοντας αντίσταση.
      «Ωραία,  σε τραβάω. Ανέβαινε τώρα, μικρά βήματα».
      Τα ελάχιστα λεπτά που πέρασαν της φάνηκαν χρόνος. Βήμα βήμα, κι έπειτα ένα ζευγάρι πόδια. Την τραβούσαν με δύναμη πάνω σε σταθερό έδαφος.
      Άφησε το κορμί της πληγιασμένο κι ανήμπορο πάνω στο χώμα. Σαν είδε τον άνθρωπο που είχε γονατίσει δίπλα της  έκανε να σηκωθεί.
      Δεν μπόρεσε να κρατήσει μια κραυγή πόνου.
      Δυο χέρια την κράτησαν από τις μασχάλες, στηρίζοντάς την.
      «Θα σε σηκώσω εγώ!».
      Ύψωσε το  βρωμισμένο της πρόσωπο και μέσα απ’ τα θολά  μάτια κατάφερε να συναντήσει το πιο ζεστό βλέμμα που είχε αντικρίσει ποτέ. Ο πόνος της ξέσκιζε τη σάρκα, αλλά την κατέκλυσε ένα αίσθημα σιγουριάς.
      Ο νεαρός με μάτια σαν κάρβουνο, τα σγουρά μαύρα μαλλιά και το σταρένιο δέρμα, δε θα έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερος από εκείνη. Το βλέμμα του γαλήνιο σα θάλασσα την ήρεμη ώρα καλοκαιριάτικου δειλινού. Πέρασε το χέρι του κάτω από τα γόνατά της. Τη σήκωσε σαν πούπουλο στην αγκαλιά του κι εκείνη κούρνιασε μέσα της. Έπειτα έχασε τις αισθήσεις της.








      Ήταν μεσημέρι και τα τραπέζια στην τραπεζαρία στρωμένα στην εντέλεια. Τα λευκά κολλαριστά τραπεζομάντιλα άψογα τεντωμένα. Την ώρα που ο Θράσος στεκόταν και επέβλεπε με την  εξεταστική του ματιά το χώρο, η  σιδερένια πόρτα του ασανσέρ  έτριξε. Δε χρειαζόταν να γυρίσει , η κυρία Ραλλού πάντα κατέβαινε πρώτη  κι έπειτα αποσυρόταν στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί.
      Την περίμενε στο  τραπέζι της δίπλα στο παράθυρο και τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
      «Πιπέρια γεμιστά, τ’ αγαπημένα σας». Έκανε να φύγει μα μετάνιωσε.
      «Η Θεώνη σήμερα μαγείρεψε μακαρονάδα με σάλτσα από αχινούς. Την φτιάχνει πολύ σπάνια».
      Μια λάμψη φώτισε το βλέμμα της. 
      «Πες της Θεώνης πως θα δοκιμάσω».
      Της ένευσε καταφατικά και τράβηξε προς την κουζίνα. Ενημέρωσε τη Θεώνη, και καθώς έβγαινε  έπεσε πάνω στην κυρία Πολίτου. Θα ήθελε να κάνει επί τόπου στροφή και να εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλλά  φόρεσε το υπηρεσιακό του χαμόγελο.
      «Μα κύριε Ουσταμπασίδη! Εν έτη 2014 ξενοδοχείο χωρίς μπανιέρες; Εδώ είναι δύσκολο να βρεις δωμάτιο χωρίς τζακούζι πια!».
      «Γνωρίζετε κυρία Πολίτου πως το ξενοδοχείο χτίστηκε το 1897.».
      «Renovation αγαπητέ μου,  renovation! Προσφέρετε φαγητό! Αφού δεν συμπεριλαμβάνετε στην τιμή, μπορούμε να φάμε και εκτός! Έτσι αγάπη μου;», έκανε ένα αδιόρατο νεύμα στον άχρωμο σύζυγό της και συνέχισε.
      «Αλήθεια, θα μας συστήνατε κάποιο εστιατόριο;».
      «Όπου και να φάτε, θα φάτε εξαιρετικά καλά», της απάντησε ο Θράσος. «Και θα πληρώσετε τουλάχιστον τα διπλά χρήματα για να φάτε όπως εδώ», πρόσθεσε μέσα του.
      «Στο επανιδείν λοιπόν», έκανε και στράφηκε προς την έξοδο τινάζοντας την κοτσίδα της.
      Ο Θράσος ένευσε και την παρακολούθησε άνευρα να βγαίνει από το ξενοδοχείο. Του άρεσε να φαντάζεται τη ζωή των πελατών του. Η κυρία Πολίτου θα έχει μία πολύ σημαντική δουλειά κάπου, με ξένο τίτλο σίγουρα. Πωλήσεις, management. Του κώλου τα ενιάμερα. Γυναίκα καριέρας και επιτυχημένη. Ο κύριος Πολίτης, δεν ήταν αυτό το όνομά του, αλλά του Θράσου του ταίριαζε να σκέφτεται πως ο  άβουλος σύζυγος έφερε το όνομα της γυναίκας του. Είχε ίσως κι εκείνος κάποια σημαντική δουλειά.  Όχι αυτοδημιούργητος. Και χρήματα. Πρέπει να είχε κάποια εφόδια που οδήγησαν την κυρία Πολίτου να σηκώσει το βλέμμα της επάνω του.
      Κουρασμένος, παραιτημένος μάλλον, ακολουθούσε την κυρία του χωρίς να μπαίνει στον κόπο να εκφράσει άποψη. Για ποιο λόγο άλλωστε.
      Γύρισε στο γραφείο του σκεφτικός. Το στοίχημα για το ζευγάρι αυτό θα ήταν αν η κυρία Πολίτου θα έμενε εφ’ όρου ζωής ικανοποιημένη από την έξυπνη αγορά που είχε κάνει. Ένας εύρωστος αλλά και άβουλος σύζυγος που θα της επέτρεπε να σχεδιάζει τη ζωή κατά το δοκούν.
      Ή υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει κάποια στιγμή το ανικανοποίητο μέσα της; Να  χαθεί ανάμεσα σε όσα θα έχει χτίσει βασιζόμενη στην  αγάπη της για τον απόλυτο έλεγχο και στο χρήμα του άντρα της και να νιώσει πως στέκεται πάνω σ’ ένα κούφιο και σαθρό οικοδόμημα;
      Κάθισε στο στενό γραφείο του την ώρα που είδε ν’ ανηφορίζουν από την μαρίνα του καταμαράν ένα τσούρμο νέοι με σακίδια στις πλάτες.
      Τότε μια σκέψη τον χτύπησε σαν δροσερό αεράκι και τον ξάφνιασε.
      Κι αν ο κύριος Πολίτης ξυπνούσε μία μέρα κι αποφάσιζε να πάρει πίσω το παλιό του όνομα, την αποφασιστικότητά του και αρχίσει να ανασαίνει πάλι τον αέρα της ελευθερίας;
    Στην εκδοχή αυτή χαμογέλασε με ικανοποίηση και αποφάσισε πως αυτήν θα επέλεγε σαν τέλος της ιστορίας της κυρίας και του κυρίου Πολίτη.





      Η Αθηνά καθόταν μπροστά στον κύριο Γιαννούλη, τον νεώτερο. Το ύφος του ήρεμο και γαλήνιο και δεν φαινόταν να βιάζεται να της εξηγήσει το λόγο για τον οποίο της ζητούσε να τον επισκεφτεί.
      «Κυρία Τερζή. Προσπαθούμε εδώ και δεκαπέντε χρόνια να επικοινωνήσουμε μαζί σας. Άκαρπα! Να θεωρήσω τη σημερινή μέρα σαν μία πολύ σημαντική μέρα στη ζωή μου;».
      Κατέβαλε προσπάθεια να μην απαιτήσει άμεσα να μάθει  το λόγο της επίσκεψής της. Φαίνεται πως διάβασε τη σκέψη της.
      «Δε θα καθυστερήσω περισσότερο. Καταλαβαίνω. Πείτε μου όμως, τι γνωρίζετε για τους συγγενείς του πατέρα σας;».
      Η Αθηνά τον κοίταξε έκπληκτη. Ένιωσε πως βάδιζε σ’ ένα δρόμο κι ένα χέρι ξάφνου την άρπαξε και της άλλαξε κατεύθυνση. Εκατόν ογδόντα μοίρες. Χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να συγκεντρώσει τη σκέψη της.
      «Ο πατέρας μου.. Οι γονείς του ζούσαν στο νησί. Είχαμε πάει κάποια φορά. Ήμουν πέντε χρονών θαρρώ. Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Αθηνά».
      Στο νου της τρύπωσε ένα ηλιόλουστο καλοκαίρι. Ένιωσε ξανά τη ζέστη στα πέλματά της γιατί γυρνούσε ξυπόλητη. Ένα ροζιασμένο χέρι που την κρατούσε κι ένα ζεστό χαμόγελο. Κι έντονο άρωμα καλοκαιριού.
      Ο κύριος Γιαννούλης την κοίταζε ερωτηματικά.
      «Τη γιαγιά μου δεν τη θυμάμαι καθόλου. Δεν ξέρω γιατί. Θυμάμαι όμως τον παππού μου». Κοντοστάθηκε λίγο σα να πίεζε τον εαυτό της.  «Δεν μπορώ να φέρω τη μορφή του στα μάτια μου, αλλά τον θυμάμαι να στέκεται δίπλα μου και να μου κρατά το χέρι. Θυμάμαι που  με κρατούσε και τραβούσαμε για τη θάλασσα».
      Ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το βλέμμα του. Η Αθηνά κοκκίνισε.
      «Δεν τους ξαναείδατε;».
       Τον κοίταξε αμήχανα,  γιατί δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει.
      «Έχασα τον πατέρα μου λίγα χρόνια μετά. Η μητέρα μου, δεν ξέρω γιατί, δεν διατήρησε σχέσεις μαζί τους. Ποτέ δε μου μίλησε. Δεν ξέρω καν αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, ή  η απόσταση και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε μετά οδήγησαν στο να απομακρυνθεί».
      Δεν είμαι καν υποχρεωμένη να εξηγήσω τη συμπεριφορά της κυρίας Ιουλίας. Δεν είμαι, σκέφτηκε πιο έντονα.
      Λες και σκεφτόταν δυνατά της απάντησε.
      «Δεν είμαστε εδώ  για να εξηγήσουμε τις πράξεις των άλλων. Θεωρώ πως ο καθένας έχει έναν καλό λόγο γι’ αυτά που πράττει αλλά και για κείνα που δεν πράττει. Ας αρκεστούμε στα γεγονότα».
      Άνοιξε έναν μεγάλο φάκελο που τόσην ώρα ακούμπαγε πάνω τα χέρια του.
      «Ο παππούς σας πέθανε πριν από δεκαπέντε χρόνια ακριβώς. Η γιαγιά σας είχε φύγει πριν από εκείνον. Φαίνεται πως προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη μητέρα σας, αλλά και μαζί σας, χωρίς αυτό να σταθεί εφικτό. Πριν πεθάνει, επικοινώνησε με το γραφείο μας, μέσω ενός δικηγόρου από το νησί και μας όρισε διαχειριστές της περιουσίας του».
      Σταμάτησε και την κοίταξε ενώ η Αθηνά έμοιαζε να μην αντιλαμβάνεται τι άκουγε. Εκείνος συνέχισε.
      «Όταν πέθανε η γιαγιά σας, ο παππούς σας μεταβίβασε όλη την περιουσία τους στο όνομά σας. Δεν ήταν βαθύπλουτος  ο άνθρωπος. Επικοινωνήσαμε με τη μητέρα σας, η οποία όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί μας. Φαντάστηκα πως θα υπήρχαν προηγούμενα, συμβαίνουν αυτά στις οικογένειες. Περιμέναμε αναγκαστικά. Απειλούσε πως θα κινηθεί δικαστικά και σαν μοναδική κηδεμόνας σας θα είχε το νόμιμο δικαίωμα να αποποιηθεί για λογαριασμό σας της κληρονομιάς. Δε θέλαμε να οδηγηθούμε σε αυτό και έτσι απομακρυνθήκαμε διακριτικά».
      Έκανε ένα διάλλειμα προσπαθώντας να δει αν τον παρακολουθεί. Η Αθηνά άκουγε λέξεις, οι οποίες καρφώνονταν στο κεφάλι της χωρίς να βγάζουν νόημα.
      «Περιμέναμε λοιπόν να ενηλικιωθείτε. Τότε αποσύρθηκε όμως  ο πατέρας μου και δυστυχώς η υγεία του δεν του επέτρεπε να μου μεταφέρει όλους τους εκκρεμείς φακέλους του. Χώρια που υπήρξε ένα χρονικό κενό από τη στιγμή που εκείνος αναγκάστηκε εσπευσμένα να αποσυρθεί μέχρι τη στιγμή που ήμουν εγώ σε θέση να αναλάβω το γραφείο. Πριν από μόλις τέσσερις μήνες βρήκα το φάκελο καταχωρημένο ανάμεσα σε ένα σωρό κλειστές υποθέσεις που έπρεπε να φύγουν για το αρχείο. Και σας μιλώ ειλικρινά, τους τελευταίους τέσσερις μήνες κινήσαμε γη και ουρανό ωσότου να σας εντοπίσουμε».
      Η Αθηνά αισθάνθηκε το στόμα της στεγνό. Ο κύριος Γιαννούλης άπλωσε το χέρι και της έδωσε το ποτήρι με το νερό που είχε απιθώσει νωρίτερα μπροστά της. Το σήκωσε και το κατέβασε μονορούφι. Κοίταξε γύρω της σαν χαμένη.
      «Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; Τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω;».
      Της χαμογέλασε υπομονετικά.
      «Μα να αναλάβετε τη διαχείριση της περιουσίας σας φυσικά. Μη φανταστείτε φοβερά πράματα! Είναι ένα σπίτι στο νησί, σε καλή όμως κατάσταση, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Κι ένα όχι ασήμαντο ποσό σε καταθέσεις», δήλωσε ικανοποιημένος. Έμοιαζε να φεύγει ένα μεγάλο βάρος από τις πλάτες του.
      «Μετά από τόσα χρόνια; Δεν ακυρώνεται η διαθήκη ή κάτι τέτοιο;», αναρωτήθηκε δυνατά εκείνη.
      «Όχι. Και όσο  για  τα χρήματα ήταν στο όνομά σας όλα αυτά τα χρόνια».