Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

7ο κεφάλαιο



      Το καλοκαίρι έσβησε γρήγορα, όπως γρήγορα σβήνουν πάντα τα καλοκαίρια. Σα μια φωτιά που αντρειεύει, καίει υποβλητικά κι ενώ μαγεύει γύρω με τη θέρμη και το φως της, ξαφνικά αναλύεται σ’ αποκαΐδια. Έτσι αισθανόταν κι η Ραλλού τώρα, σα να έβλεπε τ’ αποκαΐδια του πιο όμορφου καλοκαιριού της ζωής της να αιωρούνται γύρω της σε αργή κίνηση.
      Βυθιζόταν κάθε μέρα στην μελαγχολία κι ένα σωρό ερωτηματικά τυραννούσαν το μυαλό και την ψυχή της, μα δεν τόλμαγε να τ’ αρθρώσει.
      «Πηγαίνεις σχολείο;», ρώτησε τον Κυριάκο ένα μεσημέρι κι ένιωθε την καρδιά της να πηγαίνει  να σταματήσει.
      Την κοίταξε σοβαρά με τα σκούρα μάτια του.
      «Φυσικά, κατεβαίνω στο Γυμνάσιο στη Χώρα», ήταν η απάντησή του.
      «Εσένα αλήθεια γιατί δε σε έχω δει ποτέ εκεί. Θα πας Δευτέρα Γυμνασίου, δεν μου είπες;».
      «Κατ’ οίκον εκπαίδευση. Δίνω μόνο εξετάσεις για να περάσω τη χρονιά».
      «Και τι σε τρώει Ραλλού; Είσαι σαν επιτάφιος μέρες τώρα».
      «Εσύ θα πηγαίνεις στο Γυμνάσιο, εγώ στο σπίτι. Να λέω, θα χαθούμε τώρα σαν αρχίσουν τα σχολεία».
      Ο Κυριάκος ακούμπησε το χέρι της με τα ακροδάχτυλά του. Την κοίταξε, και το βλέμμα του ήταν ήρεμο, γαλήνια θάλασσα καυτό απομεσήμερο.
      «Αυτό δε γίνεται να συμβεί».
      Η Ραλλού ένιωσε λες και πήρε ο αέρας πάλι να κυκλοφορεί στους πνεύμονές της. Το αίμα γύρισε στα μάγουλά της κι η παγωμάρα που είχε χυθεί στα μέλη της μέρες τώρα χάθηκε από πάνω τους.
      Ήταν τέτοια η δύναμη που πήρε από τη δήλωση αυτή που βρήκε το θάρρος να μιλήσει στο Λενιώ.
      «Θέλω να πάω στο Δημόσιο».
      «Αμάν κορίτσι μου , τι με λες τώρα; Φασαρίες γυρεύεις;».
      Η Ραλλού τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό της.
      «Λενιώ μου, θέλω φίλους. Να λέω καμιά κουβέντα. Εδώ μέσα μόνο εσύ είσαι ζωντανή».
      Το Λενιώ αναστέναξε. Μαύριζε η καρδιά της να βλέπει το κορίτσι της μαντρωμένο σε τούτο το μαυσωλείο. Γι’ αυτό έκανε τα στραβά μάτια στα ξεπορτίσματά της και την κάλυπτε συνέχεια στην κυρά της. Μα τούτο το καινούριο πώς να το κατάφερνε;
      Το άλλο πρωί η κυρία Εριφύλη μπήκε στην κουζίνα να ελέγξει τη λίστα με τα αποθέματα. Παρόλο που ποτέ δεν επενέβαινε στα ψώνια, έβαζε το Λενιώ να γράφει στο κατάστιχο τα ψώνια τους, με ημερομηνία επάνω, δίπλα τις τιμές ανά είδος και συνολικά.
      Το Λενιώ είχε πάντα έτοιμο το βαρύ τετράδιο, ανοιγμένο πάνω στο τραπέζι και δε μιλούσε, όπως δε σχολίαζε για καμιά παραξενιά της κυράς της. Βλέπε και μη μιλάς, ήταν η αρχή της.
      «Κυρά, λέω να βγάλω τα χαλιά από το γραφείο και να τινάξω. Θ’ αρχίσει το μάθημα σιγά σιγά το κορίτσι, έτσι δεν είναι;».
     Η κυρία Εριφύλη έμεινε για ένα λεπτό σκεπτική, λες και προσπαθούσε να καταλάβει τι της έλεγε. Έπειτα ένευσε καταφατικά.
      «Βέβαια, είναι καιρός». 
      «Μεγάλωσε πια το κορίτσι μας κυρά. Σωστή κοπέλα έγινε».
      Η κυρά της διάβαζε με θρησκευτική προσήλωση τα ψώνια της εβδομάδας. Θα έλεγε κανείς πως δεν άκουγε.
      «Έλεγα κυρά μου, μήπως δεν είναι πρέπον, μεγάλη κοπέλα να την κλείνεις τόσες ώρες την ημέρα μ’ αυτόν το δάσκαλο. Είναι και νέος, είναι ….  Μια ανοησία να βρει να πει κάποιος άσκεπτος, θα γίνει σούσουρο».
      Η Εριφύλη πετάχτηκε επάνω σα να την χτύπησε ρεύμα. Έμεινε μια στιγμή έτσι, κατακεραυνωμένη. Έπειτα βγήκε σχεδόν τρέχοντας από την κουζίνα.
      Το Λενιώ άκουσε την πόρτα του γραφείου να ανοίγει, κι έπειτα από λίγο την εξώπορτα να χτυπά και να τραντάζει το σπίτι. Έκανε το σταυρό της. Ο Θεός να την φυλάει.  Η κυρά της δεκαπέντε χρόνια που ήταν στη δούλεψή της δεν είχε χτυπήσει ποτέ της πόρτα.
      Το μεσημέρι η Ραλλού κόντεψε να πνιγεί με το φαγητό της όταν η Εριφύλη της ανακοίνωσε.
      «Από φέτος πας στο δημόσιο. Να πας να πάρεις μια σάκα απ’ το χαρτοπωλείο. Τα άλλα μετά».
      Αργότερα που η Εριφύλη ανέβηκε στο δωμάτιό της, η Ραλλού όρμησε στην κουζίνα. Ρίχτηκε στην αγκαλιά της κι άρχισε να φιλά το Λενιώ.
      «Λενιώ μου, Λενιώ μου, πώς τα κατάφερες;».
      «Φύγε βρε τρελοκόριτσο από δω, θα ρίξω τα πιάτα. Για τι πράμα με λες, ιδέα δεν έχω».
      Η Ραλλού δεν αποθαρρύνθηκε παρά τις διαβεβαιώσεις της. Την έσφιξε στην αγκαλιά της και την φίλησε μέχρι που της έφερε ασφυξία. Έπειτα βγήκε κεραυνός ίδιος από το σπίτι κι έτρεξε να  βρει τον Κυριάκο να του ανακοινώσει τα σπουδαία μαντάτα.







      Η Αθηνά είχε πεταχτεί το ίδιο πρωί, φεύγοντας για λίγο από τη δουλειά της στο γραφείο του κυρίου Γιαννούλη. Της έδωσε ο ίδιος έναν μεγάλο φάκελο και της ζήτησε να μην διστάσει να τον ενοχλήσει για οποιοδήποτε θέμα.
      «Πάντα στη διάθεσή σας», της είπε. «Οτιδήποτε χρειαστείτε. Αισθάνομαι μεγάλη ανακούφιση που μπόρεσα να σας βρω. Ο πατέρας μου είχε δώσει το λόγο του κι έμοιαζε να τον στοιχειώνει η υπόθεση σας».
      Γύρισε με τον φάκελο στο γραφείο και τον έκλεισε αποφασιστικά στο μεσαίο δεξί συρτάρι της. Δεν της προκαλούσαν καμία συγκίνηση τα νομικίστικα έγγραφα. Έπρεπε να ετοιμάσει και το ισοζύγιο του μηνός και αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει να ξεχάσει οτιδήποτε άλλο.
      Κόντευε τρεις και το στομάχι της είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται. Σηκώθηκε για να πάρει από το ψυγείο το σάντουιτς που είχε ετοιμάσει από το σπίτι της. Οι υπόλοιποι είχαν βγει για φαγητό εκεί γύρω. Της ίδιας δεν της άρεσε να αποπροσανατολίζεται την ώρα της δουλειά της.
      Έφερε το σάντουιτς στο γραφείο κι άνοιξε στον υπολογιστή μία ιστοσελίδα για διακοπές. Σπάνια ταξίδευε, γιατί βαριόταν και την ενοχλούσε να χάνει τη βολή της. Ήταν όμως φανατική των ταξιδιωτικών ντοκιμαντέρ και των περιοδικών. Ποιος χρειάζεται σήμερα να ταξιδέψει έλεγε, όταν μπορείς να το κάνεις από την άνεση του καναπέ σου;
      Οι φίλοι της την κορόιδευαν, κι αυτή τους κορόιδευε επίσης όταν κλείνανε πακέτα διακοπών σε τιμές ευκαιρίες και κατέληγαν να μένουν σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα εκατό φορές μεγαλύτερα από την πολυκατοικία της.
      «Τι διακοπές είναι αυτές; Αφήνετε το ένα διαμέρισμα, για να βρεθείτε σε ένα άλλο και μάλιστα μικρό; Δωμάτιο και μπάνιο;».
      Την ώρα που πήγε να διαλέξει τόπο προορισμού στο site που μπήκε, θυμήθηκε τον φάκελο κλεισμένο πειθήνια στο συρτάρι της. Δάγκασε μία χορταστική μπουκιά κι έκανε στην άκρη το φαγητό της. Ανέβασε το φάκελο και τον ακούμπησε στο γραφείο. Τράβηξε στην άκρη το λάστιχο που τον κρατούσε κλειστό και τον άνοιξε. Επάνω επάνω ήταν ένα ξεθωριασμένο βιβλιάριο καταθέσεων από την Τράπεζα που αποταμίευε τα χρήματά του ο παππούς της. Το άνοιξε. Τερζής  Κυριάκος του Κωνσταντίνου. Τερζή Αθηνά του Κωνσταντίνου.
      Ξεφύλλισε το βιβλιάριο και είδε πως τελείωνε σε ένα ποσό δραχμών. Πήγε να κάνει τη μετατροπή αλλά τότε πρόσεξε ένα δεύτερο βιβλιάριο πιο πίσω. Το πήρε στα χέρια της. Τα ίδια πάλι ονόματα, μόνο που τώρα οι σελίδες ξεκινούσαν από την μετατροπή των δραχμών σε Ευρώ. Ημερομηνία μέσα στο Δύο χιλιάδες δύο. Κι από εκεί και πέρα υπήρχε μία συνεχής κίνηση του λογαριασμού δύο φορές το χρόνο, με κάποια μικροποσά να προστίθενται ως τόκοι. Στην τελευταία ενημέρωση το βιβλιάριο κατέληγε στο ποσό των ενενήντα τριών χιλιάδων Ευρώ περίπου.
      Το έκλεισε και το έβαλε στην άκρη. Από πίσω υπήρχε το συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς που η ίδια είχε υπογράψει, καθώς κα τα χαρτιά του σπιτιού. Τίτλοι κτημάτων. Και μέσα σ’ ένα φάκελο μια αρμαθιά κλειδιά.
      Όπως ήταν ανοιχτός ο υπολογιστής της, μπήκε κι έγραψε σε μια μηχανή αναζήτησης το όνομα του νησιού. Και δίπλα ακτοπλοϊκές συνδέσεις.
      Δύο φορές την εβδομάδα από τον Πειραιά. Ειδάλλως θα μπορούσε να μεταβεί σε ένα μεγαλύτερο νησί εκεί κοντά και από εκεί να πάρει καραβάκι που ένωνε με το νησί της.
      Νησί της. Χαμογέλασε. Έγινε και νησί της τώρα, σκέφτηκε ειρωνικά. Έκλεισε τον φάκελο και τον ξαναέβαλε στο συρτάρι. Αντί να γυρίσει όμως στη δουλειά της τράβηξε το πιάτο μπροστά της και συνέχισε να μασουλάει. Έπειτα με δυο τρία διαδοχικά κλικ επέστρεψε στο site των διακοπών κι έβαλε στην μηχανή αναζήτησης το όνομα του νησιού.
      Ανακατευθύνθηκε σε μία σελίδα που το αφορούσε και είδε από κάτω πληροφορίες που αφορούσαν τα αξιοθέατα, τη διαμονή και το φαγητό.
      Πάτησε πάνω στο ένθετο της διαμονής. Άλλη σελίδα άνοιξε και είδε αναφορά σε τρία ξενοδοχεία όλο κι όλο.
      Το ένα ήταν ένα πανέμορφο  boutique hotel, από αυτά που ήθελες ένα μισθό σου για να περάσεις δυο νύχτες. Και περιλάμβανε Jacuzzi στο δωμάτιο, πισίνες, άπλετους χώρους με καλαίσθητη διακόσμηση. Πραγματικά στολίδια.
      Το τελευταίο ήταν ένα παράξενο δείγμα αρχιτεκτονικής. Έκανε ένα κλικ πάνω στο ξενοδοχείο για να αντικρίσει ένα παλιό λευκό κτίριο, με μπαλκόνια και τρούλους στη στέγη. Μπροστά του μια πελώρια βεράντα, απ’ όπου κατέβαινες κάτω με μια πλατιά πέτρινη σκάλα.
      Καθώς έριχνε μια ματιά στο παλαιό τούτο κτίσμα, διάβασε στα σχόλια πως διάφοροι επιφανείς άνθρωποι κατά καιρούς είχαν φιλοξενηθεί στο ξενοδοχείο. Ανάμεσά τους κι ο Στρατής Μυριβήλης.
      Η ιστοσελίδα του ξενοδοχείου  ήταν παλαιωμένη κι αυτή. Μπήκε κι έριξε μια ματιά στις φωτογραφίες. Πρόσεξε πως δεν μπορούσε να κάνει κράτηση ηλεκτρονικά αλλά παρέθετε τηλέφωνο και ηλεκτρονική διεύθυνση για επικοινωνία.
      Ανάμεσα στις φωτογραφίες που της τράβηξαν την προσοχή ήταν  μία από το αίθριο του ξενοδοχείου. Μία εντυπωσιακή εσωτερική αυλή με μεγάλα λουλούδια, σκόρπιες πολυθρόνες και ένα ανάκλιντρο ενώ η οροφή του στο ύψος της στέγης του κτιρίου σκεπαζόταν από κυανοπράσινα ημιδιάφανα τζάμια, επιτρέποντας το φως να μπαίνει άπλετο, φιλτράροντας όμως τις ανελέητες ακτίνες του μεσογειακού ήλιου.
      Ξάφνου μία παρόρμηση, απ’ αυτές που δεν ταίριαζαν στην ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή της και  μπήκε στο Outlook όπου επικολλώντας την ηλεκτρονική διεύθυνση του ξενοδοχείου ως παραλήπτη, τους απέστειλε ένα μήνυμα ρωτώντας τους για διαθεσιμότητα ανάμεσα στις δέκα και στις τριάντα Ιουνίου. Η άδεια της ήταν προγραμματισμένη και ως συνήθως δεν είχε κανονίσει τίποτε. Το πολύ πολύ να πεταγόταν στην Αίγινα όπως συνήθιζε τα τελευταία χρόνια.  Αφού έστειλε το μήνυμά της, μάζεψε το πιάτο της και γύρισε στη δουλειά της.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

6ο κεφάλαιο



    Την Ραλλού την κουβάλησε σχεδόν στα χέρια του ως το σπίτι. Πήραν τον πίσω δρόμο κι όταν έφτασαν μπροστά στον ψηλό αυλόγυρο, στάθηκαν πίσω  του  να μην φαίνονται.
      «Εδώ είμαι», του είπε.
      «Σίγουρα δεν θες να ρθω μαζί σου;», την κοίταξε ανήσυχος.
      Του ένευσε καταφατικά. Χαμογελούσε. Έπειτα τράβηξε προς την πόρτα. Γύρισε, του έριξε μια τελευταία ματιά και μπήκε.
      Τρύπωσε από την πόρτα της κουζίνας και χωρίς να την δει το Λενιώ, ανέβηκε στο δωμάτιό της. Έκλεισε τα σκίαστρα στο παράθυρο. Έβγαλε τα ρούχα, φόρεσε από πάνω το πιο φαρδύ  μακρύ νυχτικό της και τρύπωσε στο κρεβάτι. Έγειρε πάνω στην αριστερή πλευρά της. Κρατούσε την αναπνοή της στην προσπάθειά   να μείνει ακίνητη και να μην ακουμπά τα πληγιασμένα της σημεία.
      Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τα χέρια του αγγέλου της καθώς της έπλενε απαλά τις πληγές. Την τύλιξε η ίδια τρυφερότητα και βυθίστηκε σε  έναν γαλήνιο ύπνο.
      Την επομένη η κυρία Εριφύλη δεν έδωσε σημασία στις πληγές που διακρίνονταν από τα ρούχα της, ούτε και ζήτησε παραπάνω εξηγήσεις όταν η κόρη της της είπε πως έπεσε στον κήπο.
      Το Λενιώ μόνο δεν φάνηκε να πείθεται. Μετά το μεσημεριανό φαγητό κι αφού η μητέρα της αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, σύρθηκε κρυφά στην κάμαρή της.
      «Μη μου λες ψέματα εμένα. Ακούς εκεί στην αυλή! Κι εγώ που ήμουνα! Λέγε τι έκανες;».
      «Έπεσα με το ποδήλατο».
      «Τρελοκόριτσο», την αποπήρε το Λενιώ και γονάτισε μπροστά της. Σήκωσε το νυχτικό για να εξετάσει το κακό.
      «Α, πα πα! Πώς έγινες έτσι κορίτσι μου; Κάτσε να φέρω κάτι να  βάλουμε επάνω».
       Η Ραλλού δέχτηκε χωρίς να αναφέρει πως ο σωτήρας της της είχε δώσει ένα βάζο με αλοιφή για να βάζει επάνω στις πληγές της. Τη δρόσιζε κάθε φορά που το χρησιμοποιούσε,  σα να τραβούσε το κάψιμο που ένιωθε από τις πληγές της.
      Το επόμενο πρωινό βρήκε το ποδήλατό της ακουμπισμένο στην μέσα πλευρά του αυλόγυρου, στο πίσω μέρος της αυλής. Ξαφνιάστηκε λίγο κι έπειτα χαμογέλασε όταν σκέφτηκε πως έπρεπε να το περιμένει.
      Οι πληγές της είχαν ηρεμήσει και η σάρκα της δεν παλλόταν κόκκινη και ερεθισμένη. Φαινόταν πως το χτύπημα είχε αρχίσει να καταλαγιάζει. Έτσι αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό δίπλωσε το παντελόνι που το είχε πλύνει και στεγνώσει και γλίστρησε κρυφά  έξω.
      Της πήρε αρκετή ώρα για να φτάσει στο μονοπάτι που κατέβαινε δίπλα στη θάλασσα. Το ακολούθησε, όπως συνήθιζε τόσον καιρό κι όταν έφτασε στο σημείο που είχε πέσει κοίταξε προς τα πάνω. Κάπου μες τις ελιές έπρεπε να βρίσκεται το πέτρινο κτίσμα.
     Χώθηκε μέσα στα δέντρα και δεν χρειάστηκε να περιπλανηθεί πολύ. Το βρήκε εύκολα. Πλησίασε και χτύπησε την κλειστή ξύλινη πόρτα .Ήταν βαμμένη πράσινη, όπως και τα ξύλινα σκίαστρα στα παράθυρα, που έμεναν κλειστά, για να κρατούν έξω την πυρά του ήλιου.
      Δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε διστακτικά και μπήκε. Στάθηκε  λίγο, ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια της. Κανείς δεν ήταν μέσα. Ανάσανε την ανακουφιστική δροσιά και βγήκε.
      Άρχισε να περιφέρεται στον ελαιώνα τριγύρω. Παράξενο δέντρο η ελιά σκεφτόταν. Σκληρό και κακοτράχαλο. Ανθεκτικό. Δε σου δίνει την αίσθηση του δέντρου, όπως το πεύκο ή ένας πλάτανος που χαρίζει δροσιά και ίσκιο.
      Σου δίνει όμως την αίσθηση του καλοκαιριού. Λες και κουβαλά τον ήλιο μέσα της.
      Τον πρόσεξε πιο πέρα, να τσαπίζει το χώμα γύρω από ένα δέντρο. Φορούσε μόνο το παντελόνι  και το δέρμα του σταρένιο, άστραφτε από τον ιδρώτα που κυλούσε επάνω του.
      Ακούμπησε στον κορμό του δέντρου και στάθηκε να τον κοιτάζει καθώς δούλευε. Άνθρωποι στην ηλικία της δούλευαν. Η ζωή ήταν τόσο αλλιώτικη έξω από τα σύνορα του μικρού της κόσμου.
      Τον είδε να σταματά και να μένει ακίνητος. Έψαξε με τα μάτια το χώρο γύρω του, ώσπου την αντίκρισε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν σε ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Τράβηξε προς το μέρος του.
      «Ήρθα να σ’ ευχαριστήσω για το ποδήλατο».
      Στάθηκε μπροστά του και ένιωσε πως δεν χρειαζόταν να  πει οτιδήποτε.
      «Ήθελα να σε δω, να δω πως είσαι, αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να με δούνε. Αλλιώς θα σε φώναζα. Πώς σε λένε;».
      «Ραλλού».
      «Κυριάκο», είπε και τα μάτια του φώτισαν. Απέμεινε να την κοιτά.
      «Πώς κατάφερες να το πάρεις απ’ τον γκρεμό;», θέλησε να σπάσει την αμήχανη σιωπή.
      Της χαμογέλασε.
      «Απλά πήγα από τη θάλασσα».
      Άπλωσε το χέρι να ακουμπήσει τις πληγές στο μπράτσο της μα δίστασε. Τραβήχτηκε.
      Η Ραλλού γύρισε στο πλάι για να τη δει.
      «Μια χαρά είναι. Κλείνουνε, δε με πονάνε τόσο».
      Με μία κοφτή κίνηση πήρε το χέρι της μες το δικό του.
      «Έλα».
      Τον ακολούθησε, κρατώντας το σταθερό του χέρι  που έκλεινε καθησυχαστικά το δικό της μέσα του. Προχώρησαν ανάμεσα σε λιόδεντρα και πλησιάζοντας στη θάλασσα, σταμάτησαν σε ένα ύψωμα. Την τράβηξε και την έβαλε να καθίσει στα ριζά ενός μεγάλου δέντρου. Κάθισε δίπλα της, ακουμπώντας την πλάτη του στο κορμό του.
      Έμεινε άφωνη σαν είδε ν’ απλώνεται μπροστά της το απέραντο γαλάζιο. Ακούμπησε πίσω μην μπορώντας να ανασάνει. Ήταν λες και καθόταν σ’ ένα θρόνο κρεμασμένο στο πέλαγος.
      Έσφιξε το χέρι του αμίλητη θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη της. Αισθανόταν πως μοιράζονταν κάτι μοναδικό και πολύτιμο. Έμειναν έτσι, να τους τυλίγει μία συντροφική σιωπή. Ήταν λες κι η ύπαρξή τους εκμηδενίζονταν κάτω απ’ την καυτή ανάσα του ήλιου και το σκληρό φως του που τους τύφλωνε όπως αντανακλούσε πάνω στα γαλάζια νερά.
      «Θα κάνεις λίγο καιρό να κολυμπήσεις. Αλλά μπορείς να έρχεσαι εδώ», της ψιθύρισε.
      Ένιωσε ανακούφιση στην ιδέα πως η μαγεία αυτή μπορεί να συνεχιζόταν. Έπειτα μία σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό της.
      «Πώς ξέρεις ότι κολυμπούσα;».
      «Σε έβλεπα. Κάθε μέρα. Γι’ αυτό όταν δεν ήρθες προχθές, κατέβηκα να σε ψάξω».
      Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν έπρεπε να νιώσει άσχημα που τόσον καιρό την παρακολουθούσε. Που την έβλεπε να βουτά, σχεδόν καθημερινά, χωρίς ρούχα στη θάλασσα.
      Γύρισε και συνάντησε τα σκούρα γαλήνια μάτια του. Όχι δεν έπρεπε, αποφάσισε. Σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, έγειρε το κεφάλι πάνω στον ώμο του και ανάπαυσε το βλέμμα της στο πέλαγος.
     



      Το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε χαραγμένο στο είναι της, σε κάθε μικροσκοπικό κύτταρο του κορμιού της, σαν το πιο φωτεινό καλοκαίρι της ζωής της.
      Τις επόμενες μέρες τον έβρισκε να δουλεύει στον ελαιώνα του παππού του. Πήγαιναν να ξεμεσημεριάσουν στον ίσκιο της ελιάς, εκεί που κάθισαν  την πρώτη φορά.
      Και οι μέρες κύλησαν, οι πληγές της έκλεισαν για τα καλά. Τότε του πρότεινε να κατεβούνε στον κόλπο της να κολυμπήσουνε.
      Ο Κυριάκος στάθηκε για μα στιγμή σκεπτικός κι η Ραλλού διαμαρτυρήθηκε όταν είδε πως δε θα της έκανε το χατίρι. Αμέσως εκείνος γέλασε δυνατά, την τράβηξε από το χέρι και κατηφόρισαν. Σε πέντε λεπτά ήταν δίπλα στη θάλασσα και πετούσαν τα ρούχα τους στην κρυσταλλένια άμμο.
      Ο Κυριάκος κράτησε το εσώρουχό του κι η Ραλλού το δικό της. Όρμησαν στα γυάλινα νερά, πιτσιλώντας με φωνές ο ένας τον άλλο.
      Το νερό γλιστρούσε σα βάλσαμο πάνω στο φλογισμένο απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο δέρμα τους. Έπαιξαν ασταμάτητα, βούτηξαν για να συναντηθούν κάτω απ’ το διάφανο νερό, ώσπου ξέπνοοι ξάπλωσαν δίπλα δίπλα, κάτω από τη σκιά που σχημάτιζαν οι βράχοι πάνω τους.
      Τα κορμιά τους αποκαμωμένα πάσχιζαν να καταλαγιάζουν την ανάσα τους που χτυπούσε δυνατά στο στήθος τους. Έκλεισαν τα μάτια κι απέμειναν εκεί, σαν κορμιά από μάρμαρο να στραγγίζουν τις αλμυρές σταγόνες.
      Εκείνο το καλοκαίρι και τι δεν έμαθε η Ραλλού! Έμαθε να σκαλίζει την ελιά, για τις αρρώστιες και τη φροντίδα της.
      Έμαθε να πιάνει χταπόδια με γυμνά χέρια. Έμαθε κάθε μονοπάτι και γωνιά του νησιού της.
      Όταν το καλοκαίρι κόντευε στο τέρμα του και δεν ήταν σπάνια τα ξαφνικά μπουρίνια κι οι καταιγίδες, την έπαιρνε και τριγυρνούσαν στην ενδοχώρα. Έτσι τριγυρνούσαν μια μέρα που ο καιρός είχε πάρει να αγριεύει κι ο ουρανός χυνόταν κατάμαυρος απειλητικά πάνωθέ τους, μέσα στο πευκοδάσος που σκαρφάλωνε βορειοανατολικά πίσω από τη χώρα.
      Όταν άρχισαν οι χοντρές βαριές στάλες ένιωσαν ανακούφιση για την προστασία που τους πρόσφεραν οι πευκοβελόνες. Αλλά ήξεραν πως σε λίγο  αυτή δε θα τους αρκούσε.
      «Έλα», της ένευσε πιάνοντάς της το χέρι. Άρχισε να τρέχει αναγκάζοντάς την να ακολουθεί.
      Ο καιρός ήταν βαρύς, όπως είναι πάντα τα καλοκαίρια πριν ξεσπάσει η βροχή. Βροντές ακούγονταν από το βάθος του ορίζοντα και κεραυνοί ξέσκιζαν τον ουρανό και τη θάλασσα.
      Λαχανιασμένη, τον ακολουθούσε στο τρέξιμό του. Ήταν λες κι η ζωή της κρεμόταν απ’ αυτό, λες κι αν άφηνε το χέρι του θα χανόταν.
      Μέσα στην ταχύτητα που είχαν αναπτύξει, τη δυνατή βροχή που χτύπαγε το σώμα της αλύπητα, μια σκέψη ήρθε και την χτύπησε δυνατότερα από τους κεραυνούς που ξέσκιζαν τριγύρω το τοπίο.
      Είχε δέσει τη ζωή της μ’ αυτήν του Κυριάκου, πιο γερά κι απ’ ότι κρατούσε το χέρι του. Ένιωσε πως χρειαζόταν περισσότερο οξυγόνο.
      Ο Κυριάκος σταμάτησε απότομα μπροστά της κι έκανε στο πλάι για να μην πέσει επάνω του.
      Ένα ξέφωτο φωτεινό, μ’ ένα μικρό  ξωκλήσι καταμεσής του. Τράβηξαν κατά κει. Ο Κυριάκος έσπρωξε την γαλάζια ξύλινη πόρτα που υποχώρησε στο άγγιγμά του. Πέρασαν μέσα και στάθηκαν στο κέντρο του. Από τα πολύχρωμα παραθύρια, το φως των αστραπών χύνονταν μέσα κι αναλύονταν πάνω και γύρω τους σε χίλια δυο χρώματα. Έτσι εκεί, όρθιοι, πιασμένοι απ’ το χέρι, αφέθηκαν να τους λούσει η μυσταγωγία των χρωμάτων κι η ρευστή μαγεία της ατμόσφαιρας. Όπως το νερό κυλούσε απ’ τα κορμιά τους, η Ραλλού αισθάνθηκε να ξαναγεννιέται, να εξαγνίζεται και να φορά έναν άλλο καινούριο εαυτό.









      Ο ήχος από το νευρικό χτύπημα του παπουτσιού αντηχούσε στο αδειανό ακόμη φουαγιέ και χτυπούσε κοφτός κι απότομος πάνω στους τοίχους. Ο Θράσος άκουγε από την κουζίνα όπου ετοίμαζε καφέ τον ανυπόμονο ήχο και μπήκε στον πειρασμό να βγει από το πλαϊνό παράθυρο  και να πάει να απολαύσει τον καφέ και την ησυχία του στον πίσω κήπο.
      Αντί αυτού, πήρε το φλιτζάνι με τον μέτριο ελληνικό που έπινε και τράβηξε για το γραφείο του. Καλημέρισε την κυρία Πολίτου υποκρινόμενος πως δεν αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό της. Ακούμπησε το φλιτζάνι του καφέ καλού κακού, όσο μπορούσε στο βάθος του γραφείου.
      Έπειτα μάζεψε όλα τα χαρτιά και τους φακέλους που ήταν ακουμπισμένα δίπλα στην οθόνη κι άρχισε να  αλλάζει τη θέση τους.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη», ακούστηκε η φωνή της και φαινόταν πως κατέβαλλε προσπάθεια να μην την υψώσει.
       Στράφηκε τάχα ξαφνιασμένος.
      «Μπορώ να κάνω κάτι για σας;».
      Εκείνη έστρεψε τα μάτια στωικά στον ουρανό.
      «Δεν ακούτε κύριε Ουσταμπασίδη;».
      Ο Θράσος σκέφτηκε πως είναι παγίδα και αποφάσισε να μην πέσει μέσα.
      «Ασφαλώς και σας ακούω».
      Τα ρουθούνια της κινήθηκαν νευρικά.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη. Νομίζω πως υποτιμάτε αυτό που έχετε υπό την διεύθυνσή σας. Δεν είναι δυνατόν σ’ ένα ξενοδοχείο σαν αυτό, που αποτελεί ιστορικό μνημείο, να ξυπνάς στις έξι και  μισή το πρωί από την φασαρία».
      Ο Θράσος επαναλάμβανε μέσα του. «Παγίδα, προσοχή».
      «Ασφαλώς κυρία Πολίτου. Συμφωνούμε απόλυτα. Στο ξενοδοχείο μας δεν πρόκειται να παραπονεθεί κανείς για τη φασαρία, ούτε στις έξι και μισή το πρωί, αλλά ούτε και στις έξι και μισή το απόγευμα».
      Κάποιοι μυς συσπάστηκαν νευρικά στο όμορφο πρόσωπό της.
      «Και τότε πως εξηγείτε την παρουσία μας εδώ τέτοια ώρα;», ρώτησε και έγνεψε με το κεφάλι δείχνοντας στην κατεύθυνση  της ρεσεψιόν.
      Εκεί, παρατημένος πάνω στο μικρό καναπεδάκι απέναντι από το γραφείο της ρεσεψιόν, βρισκόταν ο κύριος Πολίτης. Ο αγκώνας του ακουμπούσε στο μπράτσο του καναπέ και το κεφάλι του ήταν χυμένο πάνω στο χέρι του. Έδειχνε σα να ακροπατούσε στα μονοπάτια του Μορφέα.
      Σίγουρα θα έχει δικό του όνομα, αλλά ανάθεμά με αν το θυμάμαι, σκέφτηκε ο Θράσος. Την κοίταξε ερωτηματικά επιστρατεύοντας όλη την υπομονή του.
      «Μα σοβαρά τώρα, δεν ακούτε;», συνέχισε εκείνη δείχνοντας προς το κέντρο του κτιρίου.
      Ο Θράσος ακολούθησε την κατεύθυνση που χάραζαν στον αέρα τα χέρια της,   κρατώντας τα αυτιά του τεντωμένα. Ησυχία, απόλυτη ησυχία. Ήταν έτοιμος να στραφεί και να της πει να πιει έναν καφέ για να συνέλθει, όταν ένα απαλό γουργουρητό τον έκανε να σταθεί.
      «Εννοείτε τον θόρυβο από τα πλυντήρια;».
      Κούνησε το κεφάλι της με ένα θριαμβευτικό ύφος.
      «Μου πήρε ένα ολόκληρο τέταρτο για να τον διακρίνω. Πώς είναι δυνατόν να σας ενόχλησε;».
      «Τι λέτε κύριε Ουσταμπασίδη; Ο Ντίνος είναι ξύπνιος εδώ και μία ώρα. Και χρειάζεται τόσο λίγη ξεκούραση».
      Ο Θράσος έστρεψε το βλέμμα στον κύριο Πολίτη που φαινόταν να κοιμάται πια  πάνω στον καναπέ.
      «Πράγματι χρειάζεται ξεκούραση κυρία Πολίτου. Έχετε σκεφτεί να ζητήσετε τη βοήθεια κάποιου ειδικού; Πολύ συχνά οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν διαταραχές στον ύπνο τους γιατί βιώνουν συνθήκες έντονου στρες και άγχους στη ζωή τους. Ίσως θα βοηθούσε».
      Η κυρία Πολίτου απομακρύνθηκε μ’ ένα νευρικό τίναγμα του κεφαλιού της. Ο Θράσος έστρεψε διακριτικά το κεφάλι για να μην τη δει να ταράζει τον άντρα της στον ύπνο του.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

5ο κεφάλαιο



      Όταν συνήλθε κατάλαβε πως βρισκόταν σε ένα δροσερό και σκοτεινό χώρο. Της ήρθε αδιόρατα στο νου η πυρά του ήλιου να καίει το κορμί της, η γεύση του αίματος στο στόμα και αισθάνθηκε ανακούφιση. Έκλεισε τα μάτια.
      «Όχι, μην κοιμάσαι», ακούστηκε ένας ψίθυρος κι αισθάνθηκε κίνηση γύρω της. Σκιές χόρευαν, οι ακτίνες του ήλιου  τρύπωναν από σχισμές στη στέγη και στους τοίχους κι έπαιζαν παιχνίδια με τη σκόνη.
      Κάποιος κάθισε δίπλα της κι ακούμπησε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπό. Άρχισε να την πλένει απαλά. Η Ραλλού αισθάνθηκε λες κι ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, κι έκλεισε ξανά τα μάτια.
      «Θέλω να δω πως είσαι καλά. Άνοιξε τα μάτια σου», ακούστηκε η ίδια φωνή και αναρωτήθηκε αν ακουγόταν από μέσα της.
      Γύρισε ανεπαίσθητα το κεφάλι μα ένας οξύς πόνος στον αυχένα την έκανε να αφήσει ένα βογγητό. Τα μάτια του σκούρα σαν άβυσσος την κοιτούσαν με προσοχή. Τώρα καταλάβαινε πως αυτή η γαλήνη είχε ποτίσει το είναι της. Είχε να νιώσει τέτοια ασφάλεια από τότε που ήταν κοντά της ο πατέρας. Ίσως είναι άγγελος, σκέφτηκε. Άγγελος που  έστειλε ο πατέρας της για να την προστατεύει. Χαμογέλασε.
      «Ωραία. Σίγουρα είσαι καλά», της χαμογέλασε κι εκείνος. Με χαμόγελό όχι πλατύ. Ήταν θαρρείς συνεσταλμένο αλλά και ήρεμο, αποφασιστικό πάνω στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο.
      «Πρέπει να καθαρίσουμε τις πληγές σου να μην χλωροφορμίσουν. Εντάξει;».
      Ένευσε καταφατικά μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα  από το δικό του.
      «Άγγελος σίγουρα», σκεφτόταν. «Άραγε έχω πεθάνει; Αν ήξερα ότι θα ένιωθα τόσο όμορφα, θα φρόντιζα να έχω πεθάνει νωρίτερα».
      Τον είδε να κάθεται πιο πέρα και ν’ ακουμπάει δίπλα ης ένα μικρό δοχείο. Βούτηξε μέσα του ένα πανί, το έβγαλε και το στράγγιξε καλά. Έπειτα το ακούμπησε στο πόδι της.
      Δεν κατάφερε να συγκρατήσει μια κραυγή.
      «Ξέρω, πονάει. Κάνε υπομονή».
      «Και βρωμάει», πρόσθεσε η Ραλλού και δάγκωσε τα χείλη της να μην φωνάξει.
      Παρά το οξύ τσούξιμο που αισθανόταν πάνω στις πληγές της, ήθελε να μην τελειώσει αυτή η διαδικασία. Δάκρυα της ήρθαν στα μάτια και της ακούμπησε απαλά το μπράτσο.
      «Λίγο ακόμη. Θα αντέξεις;».
      Του ένευσε και δεν του είπε πως δεν έκλαιγε από πόνο, μιας και  ούτε η ίδια  καταλάβαινε γιατί την πλημμύρισε ξαφνικά τούτο το συναισθηματικό κύμα. Σαν τελείωσε εκείνος ακούμπησε το δοχείο με το πανί στο πάτωμα.
      «Ποιόν να πάω να φωνάξω;».
      «Κανέναν», κατάφερε να ψιθυρίσει η Ραλλού.
      «Δεν μπορείς να περπατήσεις έτσι», της χαμογέλασε και σκέφτηκε πως δεν είχε επίγνωση της κατάστασής της.
      «Πρέπει να γυρίσω μόνη μου. Αν με δει έτσι η μάνα μου, αν με βρει εδώ, θα με σκοτώσει», του ψιθύρισε.
      «Κάποια στιγμή θα σε δει», επέμενε εκείνος.
      Η Ραλλού σηκώθηκε. Μόρφασε από τον πόνο, την ώρα που κατέβαζε το πόδι της από το κρεβάτι. Κοίταξε με απελπισία τις πληγές της. Η δεξιά της πλευρά ήταν γεμάτη μελανιές και βαθιά γδαρσίματα.
      «Δεν είναι τόσο άσχημα όσο δείχνει», ένιωσε ένα χέρι να σκεπάζει καθησυχαστικά το δικό της.
      «Πιο πολύ θα σκεφτόμουν τα ρούχα μου αν ήμουν στη θέση σου. Δεν έχει μείνει πολύ από τη φούστα σου πια», της είπε σκεπτικός.
      Τράβηξε το ύφασμα από την κάποτε λευκή φούστα για να διαπιστώσει πως το πίσω και το πλαϊνό μέρος σχεδόν έλειπαν.
      «Με το βρακί θα γυρίσω;», μονολόγησε.
      Εκείνος πετάχτηκε επάνω γελώντας δυνατά. Το γέλιο του απλώθηκε και χτύπησε στους τοίχους κάνοντας αντίλαλο. Η φωνή του ήταν παιδική ακόμη.
      Γύρισε κοντά της κρατώντας ένα παντελόνι.
      «Είναι δικό μου. Θα σου κάνει. Μπορείς να το φορέσεις;».
      Το πήρε και  διαπίστωσε πως έλλειπαν τα πέδιλά της. Χωρίς να σχολιάσει, ήταν μάλλον το μικρότερο κακό, σούρωσε το αριστερό μπατζάκι και πέρασε μέσα το πόδι της. Το ανέβασε ως το γόνατο, κάνοντας μορφασμούς κάθε που το τραχύ ύφασμα ακούμπαγε στις πληγές της.
       «Σήκω όρθια», της είπε και την κράτησε από το χέρι.
      Σηκώθηκε και τον είδε να γονατίζει μπροστά της. Για κάποιον λόγο παράξενο, που ούτε καταλάβαινε, ούτε την ένοιαζε  δεν ένιωθε ντροπή να στέκεται μπροστά του με ξέφτια μόνο από ύφασμα να κρύβουν τα πόδια της.
      Και δεν ενοχλήθηκε όταν της σήκωσε απαλά το παντελόνι. Το κρατούσε τεντωμένο στη μέση, ώστε να χύνεται απαλά πάνω της και να την ακουμπά όσο το δυνατόν λιγότερο. Της κούμπωσε το κουμπί και γέλασε όταν είδε πως της έπεφτε.
      «Κράτα»,  είπε.
      Η Ραλλού υπάκουσε κι εκείνος έδωσε μια κι έσκισε από πάνω της τ’ απομεινάρια της φούστας της. Έπειτα, έκοψε ένα μακρύ στενό κουρέλι από το ύφασμά της. Το πέρασε γύρω από τη μέση της, πάνω από το παντελόνι και το έδεσε.
      Σήκωσε μια σταλιά μόνο το πουκάμισό της, κρατώντας το προσεκτικά κάτω από το ανύπαρκτο ακόμη στήθος της. Κοίταξε καλά και πήγε από πίσω της. Το σήκωσε πάλι ως επάνω.
      «Έχεις μια καλή μελανιά εδώ», είπε κι ακούμπησε τα’ ακροδάχτυλά του τόσο, ώστε η Ραλλού δεν ένιωσε το άγγιγμα, παρά μόνο μια θερμότητα. Τον είδε να απομακρύνεται και να γυρνά πάλι κρατώντας ένα βάζο στο χέρι. Έβγαλε ένα παχύρευστο κατάπλασμα και το άπλωσε πάνω στο μελανιασμένο σημείο της. Έπειτα τακτοποίησε το πουκάμισό  στη θέση του.
      «Πάμε;».
      Η Ραλλού κοίταξε γύρω της. Μια πέτρινη σκοτεινή κάμαρα ήταν όλο κι όλο, μ’ ένα κρεβάτι σε μιαν άκρη, ένα τραπέζι και δυο καρέκλες. Σ’ έναν τοίχο ένας τσιμεντένιος νεροχύτης και ένας πάγκος, από κάτω και πάνω ράφια. Θα μπορούσα να μείνω εδώ σκέφτηκε και ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει απρόθυμα. Ένιωθε σα να την εξορίζουν από τον παράδεισο.
      Εδώ σ’ αυτό το δροσερό καταφύγιο ήταν λες και επέστρεφε σε μια ασφαλή φωλιά που πάντα ανήκε, μόνο που δε θυμόταν πια.






      Οι μέρες που ακολούθησαν το απόγευμα  που η Αθηνά επισκέφτηκε το γραφείο του κυρίου Γιαννούλη, πέρασαν σαν αστραπή. Την επόμενη κιόλας πήρε δύο ώρες άδεια από τη δουλειά της, ώστε να επισκεφτεί με το δικηγόρο τον συμβολαιογράφο.
      Εκεί υπέγραψε την αποδοχή της κληρονομιάς και από το αντίγραφο που διάβασε κατάλαβε πως επρόκειτο για το πατρικό σπίτι του πατέρα της, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Στο νησί που είχε επισκεφτεί με τον πατέρα της αλλά δε θυμόταν. Θυμόταν μόνο το φως, φως άπλετο και άρωμα του καλοκαιριού.
      Οι εποχές έχουν κι αυτές τη δική τους μυρωδιά η καθεμία, αλλά και τον τόπο τους. Δεν μυρίζει το ίδιο το καλοκαίρι σ’ ένα νησί, ή σ’ ένα χωριό με το καλοκαίρι στην Αθήνα. Ούτε κι οι άλλες εποχές.
      Γι’ αυτό τη θυμόταν τόσο ζωντανά τη μυρωδιά εκείνου του καλοκαιριού, και πίστευε μέσα της πως αυτή είναι η πραγματική μυρωδιά της εποχής. Πως οι άλλες που τόσα χρόνια ανάσαινε, ζέστη ανάκατη με την οσμή των καυσαερίων, τη βαριά άπνοια της πόλης, ήταν μυρωδιές απομίμησης. Και το χέρι του παππού της που κρατούσε το χέρι της θυμόταν, καθώς κι ένα χαμόγελο που το φως του μπλέκονταν μ’ αυτό του ήλιου.
      Στο συμβόλαιο αποδοχής μιλούσε ακόμη για ένα λογαριασμό καταθέσεων στο όνομά της και στο όνομα του. Όταν εκείνος θα έφευγε από τη ζωή, μοναδικός δικαιούχος θα απέμενε η ίδια. Ο λογαριασμός αυτός τηρείτο σε δραχμές και η Αθηνά κατάλαβε πως δεν ήταν λίγα χρήματα, αλλά ήταν πολύ αναστατωμένη για να κάνει τους υπολογισμούς.
      Αφού ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες ενέργειες, έφυγε πάλι τρέχοντας για τη δουλειά της ενώ ο κύριος Γιαννούλης της υποσχέθηκε πως θα της τηλεφωνήσει. Μόλις  τελείωνε και με τις τελευταίες  λεπτομέρειες, ένα σωρό διαδικασίες που εκείνη δεν ήθελε να γνωρίζει, θα την ενημέρωνε ώστε να περάσει και να πάρει το φάκελό της. Τίτλοι ιδιοκτησίας της είπε κι άλλα που δεν θυμόταν.
      Γύρισε στη δουλειά της. Ξεκινώντας από ΤΕΙ λογιστικής, είχε τελειώσει έπειτα το οικονομικό δουλεύοντας παράλληλα και τώρα παρακολουθούσε ένα μεταπτυχιακό πάνω στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων.
      Δούλευε σχεδόν από τότε που τελείωσε το σχολείο και μόλις πήρε το πτυχίο της έφυγε από το σπίτι, αφού είχε ήδη καταφέρει να πιάσει δουλειά στο λογιστικό τμήμα μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας παραγωγής φυτικών φαρμάκων και καλλυντικών.
      Ρόλο έπαιξε βέβαια και η φιλία της με την Αλκμήνη, την κόρη του ιδιοκτήτη. Συμφοιτήτριες, και η Αθηνά σχεδόν έκανε όλες τις εργασίες της και  την πτυχιακή της. Η Αλκμήνη μπορεί να ήταν λίγο τεμπέλα και καλλιτεχνικός τύπος, αλλά αχάριστη όχι.
      Η δουλειά ήταν πάντα παραπανίσια και συνήθως δεν είχε καν ωράριο. Το καλό ήταν ότι ή επειδή μετρούσε η φιλία της με την Αλκμήνη, ή επειδή εκτιμούσαν την ατελείωτη δουλειά της και τη μόνιμη διαθεσιμότητά της, χωρίς να υπολογίζει γιορτές, αργίες ή βράδια, της είχαν δώσει μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Έτσι η Αθηνά ρύθμιζε τις ώρες της όποτε χρειαζόταν να λείψει για τη σχολή της κι ευγνωμονούσε την τύχη της.
      Το ίδιο απόγευμα η Αλκμήνη της τηλεφωνούσε στο γραφείο της.
      «Το φαντάστηκα ότι θα είσαι εκεί. Το κινητό σου γιατί το έχεις κλειστό;».
      «Πρέπει να τελείωσε η μπαταρία», έκανε αφηρημένα ψάχνοντας να το βρει. Ήταν σκεπασμένο κάτω από φακέλους.  Το έβαλε στο φορτιστή και ξεφύσηξε.
      «Ο Γιώργος έχει γενέθλια. Θα κάνουμε πάρτι στο  tre Marie γύρω στις εννιά».
      «Να τα εκατοστίσει», έκανε ενώ έκλεινε ένα φάκελο.
      «Ποιος είναι ο Γιώργος;».
      «Αμάν ρε Αθηνά, στην κοσμάρα σου! Ο Γιώργος της Χριστίνας».
      Η Αθηνά χαμογέλασε.
      «Η Χριστίνα αλλάζει γκόμενο κάθε δεύτερη βδομάδα. Συγχώρεσε μου που δεν είμαι πιο επιμελής στην παρακολούθηση της ερωτικής ζωής της».
      Η υποβολή του ΦΠΑ ήταν έτοιμη. Τώρα δεν είχε παρά να κάνει την κατάθεση από το Internet. Άνοιξε το site της τράπεζας που χρησιμοποιούσαν.
      «Θα έρθεις;», ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή της Αλκμήνης.
      «Πού;».
      «Στο πάρτι ντε».
      Πληκτρολόγησε τους κωδικούς της για να μπει στο web banking της εταιρίας.
      «Τσου…».
      «Έλα ρε Αθηνά, δεν κλείνεσαι σε κανένα μοναστήρι από τώρα;», διαμαρτυρήθηκε η φίλη της.
      «Πρώτον, δεν ξέρω αν θα έχω τελειώσει», είπε ψέματα.
      «Δεύτερον. Αν βαριέσαι τη Χριστίνα με τους γκόμενους της, να μην πας. Όχι να κουβαλάς εμένα μαζί για να σπάει η ανία σου».
      «Τώρα λες βλακείες», της αντιγύρισε νευριασμένη η Αλκμήνη.
      «Ναι;», την πείραξε η Αθηνά.
      «Καταρχήν, έχω πάει σε τόσα πάρτι διαφορετικών γκόμενων της Χριστίνας, όσα εκείνη δεν έχει έρθει σε δικά μου. Άσε που πάντα μπερδεύομαι και τους αποκαλώ με το όνομα ενός – δύο γκόμενων πίσω. Να μην πω που είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλο. Αν τους μάζευε όλους μαζί θα μπορούσε ν’ ανοίξει τσίρκο. Και ξέρεις κάτι ακόμη; Θα έχω σίγουρα τελειώσει ως το βράδυ. Και δεν θα έρθω. Προτιμώ να πλέξω δαντέλα, παρά αυτό».
      «Είσαι πολύ μυστήρια. Και όσο πάει γίνεσαι και ξινή», γκρίνιαξε η Αλκμήνη.
      «Καλά κάνω».
      Η Αλκμήνη έκλεισε το τηλέφωνο μουρμουρίζοντας, ενώ η Αθηνά καταχωρούσε στον υπολογιστή την πληρωμή του ΦΠΑ. 
      Ως τις πέντε είχε τελειώσει και βγήκε από το γραφείο. Διέσχισε τα στενά, ανέβηκε την Καλλιδρομίου και τράβηξε για το σπίτι της.
      Ξάφνου καταμεσής του δρόμου, στάθηκε λες και την χτύπησε κεραυνός. Μια σκέψη τριγύριζε επίμονα στο κεφάλι της και  πολέμησε να την ξεριζώσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, εκνευρισμένη από τον εαυτό της. Δε συνήθιζε να παρασύρεται από παρορμήσεις. Αλλά τα πόδια της δεν σκόπευαν να υπακούσουν στην λογική έκκληση του μυαλού.
      Πιο πολύ για να αποφύγει αυτή την εσωτερική αγωνία που την καλούσε να πράξει πέρα από την ορθότερη βούλησή της, γύρισε  στην Πανεπιστημίου.
      Κατέβηκε στο σταθμό του μετρό και πήρε τον επόμενο συρμό. Από εκεί Ομόνοια,  τον ηλεκτρικό. Βρήκε να καθίσει, δεν ήταν ώρα αιχμής. Η διαδρομή αυτή πάντα την ξεκούραζε.
      Από παιδί ζήλευε τα  παράλληλα στις ράγες σπίτια. Φανταζόταν τον εαυτό της να μένει σε ένα από αυτά. Να κάθεται στο παράθυρο,  να παρακολουθεί τα τρένα που περνούν. Τι την τραβούσε άραγε σ’ αυτήν την εικόνα; Η αίσθηση της φυγής, της αέναης κίνησης; Τα ταξίδια που δεν τολμούσε να κάνει η ίδια; Σαν τους απόμαχους ναυτικούς που κάθονται στο λιμάνι και βλέπουν τα καράβια να φεύγουν.
      Κατέβηκε στην στάση της, στον Περισσό και ανέβηκε την ανηφόρα για τη γειτονιά της. Πέρασε μπροστά από τα πέτρινα προσφυγικά σπίτια,  το σχολείο και έστριψε στη γωνία. Κοίταξε το μπαλκόνι του διαμερίσματός τους στο δεύτερο όροφο. Καθαρό, αποστειρωμένο θα το έλεγες, με λίγα μυρωδικά φυτά κρεμασμένα σε ζαρντινιέρες στα κάγκελα.
      Μπήκε στην πολυκατοικία και ανέβηκε  τις σκάλες. Έβγαλε από το σακίδιό τα κλειδιά και άνοιξε την πόρτα.
      Ησυχία. Η τηλεόραση δεν έπαιζε ποτέ. Η μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της είχε αφοσιωθεί στα θεία. Η τηλεόραση όργανο του διαβόλου. Ευτυχώς η θρησκευτική σέχτα, στα δίχτυα της οποίας είχε πέσει ήταν κατά του μοναχισμού. Αλλιώς τις έβλεπε και τις δυο εδώ και χρόνια σε κανένα μοναστήρι.
      Την βρήκε στην κουζίνα καθισμένη σε μία ξύλινη πολυθρόνα δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Είχε την αδιαφανή κουρτίνα τραβηγμένη και έραβε. Όλα στο σπίτι από ρούχα, σεντόνια, πετσέτες και κουρτίνες περνούσαν τουλάχιστον τρεις μεταποιήσεις. Η Αθηνά δεν ήξερε αν γινόταν για οικονομία ή για να γεμίζει η κυρία Ιουλία τις ατελείωτες ώρες της.
       Στο μάτι της κουζίνας έβραζε κάτι που μύριζε απελπιστικά. Βρούβες, λαχανίδες, ποιος ξέρει. Έβγαινε χαράματα σε πάρκα, χορταριασμένα οικόπεδα και μάζευε. Και το φαγητό της έμοιαζε λίγο πολύ μ’ αυτό του Ιωάννη του Πρόδρομου.
      «Τι κάνεις μητέρα;».
      Άφησε τα ραπτικά της στην άκρη και σηκώθηκε. Το λιπόσαρκο της σώμα κι η μικροκαμωμένη φιγούρα της επέτρεπε να κινείται ανάλαφρα και με σβελτάδα μικρού παιδιού.
      «Να σου φτιάξω κάτι να φας; Βράζω ρίζες από σπανάκι με λίγο ρύζι. Είναι πολύ νόστιμο».
      «Όχι ευχαριστώ. Δεν πεινάω», έκανε η Αθηνά και κάθισε στο τραπέζι.
      «Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι τότε», της είπε χωρίς να περιμένει απάντηση.
      Η Αθηνά την κοιτούσε καθώς ανακάτευε τα τεντζερικά και τα ντουλάπια της. Από τα συρτάρια της αναδυόταν η χαρακτηριστική όξινη μυρωδιά απ’ τα βοτάνια της.
      «Τι ήρθα άραγε να της πω; Τι νόημα θα έχει; Ότι και να της πω θα μου πετάξει το Θεό της στα μούτρα μου. Κοντά τριάντα χρόνια τώρα δεν κατάφερα να κάνω μια κουβέντα μαζί της, τώρα θα την κάνω;».
      Μα το μικρόβιο την έτρωγε μέσα της. Πρέπει να της μιλήσω, να της δώσω τη δυνατότητα να απαντήσει για λογαριασμό της, σκέφτηκε.
      «Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Αθηνά πότε πέθαναν;».
      Η μητέρα της τινάχτηκε ανεπαίσθητα σα να την χτύπησε ρεύμα. Δεν έδειξε όμως τίποτε και συνέχισε τη δουλειά της. Έβαλε νερό σε ένα κατσαρολάκι, έριξε λίγα φύλλα μέσα.
      «Που θες να ξέρω; Τι σου ήρθε;», έκανε αδιάφορα χωρίς να στραφεί.
      «Με ειδοποίησαν από ένα δικηγορικό γραφείο για να αποδεχτώ μία κληρονομιά. Αυτήν που εσύ τους πέταξες στα μούτρα λες και ήταν δική σου, όταν σε προσέγγισαν».
      Την ένιωσε να τσιτώνεται, να τεντώνει το δέρμα της, κάθε αγγείο κάτω από αυτό να απειλεί να σπάσει,  χωρίς παράλληλα να διακρίνεται η παραμικρή κίνηση. Μα ήξερε κάθε αντίδρασή της, την άρνησή της να ακούσει οτιδήποτε δεν της ήταν αρεστό. Η φωνή της ακούστηκε στυφή.
      «Δεν ήρθαμε στη ζωή για να ασχολούμαστε με κληρονομιές και περιουσίες. Αλλά για να προσευχόμαστε,  να ετοιμαζόμαστε για τη ζωή μετά».
      «Εσύ προσευχήσου όσο θες. Κι αν σου χαρίσουν τίποτε μην το πάρεις. Γιατί δεν μου είπες τίποτε;».
      Η κυρία Ιουλία κάθισε στην πολυθρόνα της.
      «Δεν είχαμε σχέσεις. Δε θεώρησα σκόπιμο να σε αναστατώσω».
     Στα χέρια της έπαιζαν νευρικά κλωστές και υφάσματα.
      «Γιατί δεν είχαμε σχέσεις αλήθεια;».
      Άρχισε να ράβει λες και κρεμόταν η ζωή της από αυτό.
      «Απλά δεν είχαμε». Η φωνή της ήταν στεγνή και πνιγμένη.
      Η Αθηνά ήξερε πως δεν επρόκειτο να ακούσει άλλη κουβέντα από το στόμα της. Πήρε το σακίδιό της από κάτω και βγήκε από το σπίτι.