Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015
5ο κεφάλαιο
Όταν συνήλθε κατάλαβε πως βρισκόταν σε
ένα δροσερό και σκοτεινό χώρο. Της ήρθε αδιόρατα στο νου η πυρά του ήλιου να καίει
το κορμί της, η γεύση του αίματος στο στόμα και αισθάνθηκε ανακούφιση. Έκλεισε
τα μάτια.
«Όχι, μην κοιμάσαι», ακούστηκε ένας
ψίθυρος κι αισθάνθηκε κίνηση γύρω της. Σκιές χόρευαν, οι ακτίνες του ήλιου τρύπωναν από σχισμές στη στέγη και στους τοίχους
κι έπαιζαν παιχνίδια με τη σκόνη.
Κάποιος κάθισε δίπλα της κι ακούμπησε ένα
βρεγμένο πανί στο μέτωπό. Άρχισε να την πλένει απαλά. Η Ραλλού αισθάνθηκε λες
κι ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, κι έκλεισε ξανά τα μάτια.
«Θέλω να δω πως είσαι καλά. Άνοιξε τα
μάτια σου», ακούστηκε η ίδια φωνή και αναρωτήθηκε αν ακουγόταν από μέσα της.
Γύρισε ανεπαίσθητα το κεφάλι μα ένας οξύς
πόνος στον αυχένα την έκανε να αφήσει ένα βογγητό. Τα μάτια του σκούρα σαν
άβυσσος την κοιτούσαν με προσοχή. Τώρα καταλάβαινε πως αυτή η γαλήνη είχε
ποτίσει το είναι της. Είχε να νιώσει τέτοια ασφάλεια από τότε που ήταν κοντά
της ο πατέρας. Ίσως είναι άγγελος, σκέφτηκε. Άγγελος που έστειλε ο πατέρας της για να την προστατεύει.
Χαμογέλασε.
«Ωραία. Σίγουρα είσαι καλά», της
χαμογέλασε κι εκείνος. Με χαμόγελό όχι πλατύ. Ήταν θαρρείς συνεσταλμένο αλλά
και ήρεμο, αποφασιστικό πάνω στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο.
«Πρέπει να καθαρίσουμε τις πληγές σου να
μην χλωροφορμίσουν. Εντάξει;».
Ένευσε καταφατικά μην μπορώντας να πάρει το
βλέμμα από το δικό του.
«Άγγελος σίγουρα», σκεφτόταν. «Άραγε έχω
πεθάνει; Αν ήξερα ότι θα ένιωθα τόσο όμορφα, θα φρόντιζα να έχω πεθάνει
νωρίτερα».
Τον είδε να κάθεται πιο πέρα και ν’
ακουμπάει δίπλα ης ένα μικρό δοχείο. Βούτηξε μέσα του ένα πανί, το έβγαλε και
το στράγγιξε καλά. Έπειτα το ακούμπησε στο πόδι της.
Δεν κατάφερε να συγκρατήσει μια κραυγή.
«Ξέρω, πονάει. Κάνε υπομονή».
«Και βρωμάει», πρόσθεσε η Ραλλού και
δάγκωσε τα χείλη της να μην φωνάξει.
Παρά το οξύ τσούξιμο που αισθανόταν πάνω
στις πληγές της, ήθελε να μην τελειώσει αυτή η διαδικασία. Δάκρυα της ήρθαν στα
μάτια και της ακούμπησε απαλά το μπράτσο.
«Λίγο ακόμη. Θα αντέξεις;».
Του ένευσε και δεν του είπε πως δεν
έκλαιγε από πόνο, μιας και ούτε η ίδια καταλάβαινε γιατί την πλημμύρισε ξαφνικά τούτο
το συναισθηματικό κύμα. Σαν τελείωσε εκείνος ακούμπησε το δοχείο με το πανί στο
πάτωμα.
«Ποιόν να πάω να φωνάξω;».
«Κανέναν», κατάφερε να ψιθυρίσει η Ραλλού.
«Δεν μπορείς να περπατήσεις έτσι», της
χαμογέλασε και σκέφτηκε πως δεν είχε επίγνωση της κατάστασής της.
«Πρέπει να γυρίσω μόνη μου. Αν με δει
έτσι η μάνα μου, αν με βρει εδώ, θα με σκοτώσει», του ψιθύρισε.
«Κάποια στιγμή θα σε δει», επέμενε
εκείνος.
Η Ραλλού σηκώθηκε. Μόρφασε από τον πόνο,
την ώρα που κατέβαζε το πόδι της από το κρεβάτι. Κοίταξε με απελπισία τις
πληγές της. Η δεξιά της πλευρά ήταν γεμάτη μελανιές και βαθιά γδαρσίματα.
«Δεν είναι τόσο άσχημα όσο δείχνει»,
ένιωσε ένα χέρι να σκεπάζει καθησυχαστικά το δικό της.
«Πιο πολύ θα σκεφτόμουν τα ρούχα μου αν
ήμουν στη θέση σου. Δεν έχει μείνει πολύ από τη φούστα σου πια», της είπε
σκεπτικός.
Τράβηξε το ύφασμα από την κάποτε λευκή
φούστα για να διαπιστώσει πως το πίσω και το πλαϊνό μέρος σχεδόν έλειπαν.
«Με το βρακί θα γυρίσω;», μονολόγησε.
Εκείνος πετάχτηκε επάνω γελώντας δυνατά.
Το γέλιο του απλώθηκε και χτύπησε στους τοίχους κάνοντας αντίλαλο. Η φωνή του
ήταν παιδική ακόμη.
Γύρισε κοντά της κρατώντας ένα παντελόνι.
«Είναι δικό μου. Θα σου κάνει. Μπορείς να
το φορέσεις;».
Το πήρε και διαπίστωσε πως έλλειπαν τα πέδιλά της. Χωρίς
να σχολιάσει, ήταν μάλλον το μικρότερο κακό, σούρωσε το αριστερό μπατζάκι και
πέρασε μέσα το πόδι της. Το ανέβασε ως το γόνατο, κάνοντας μορφασμούς κάθε που
το τραχύ ύφασμα ακούμπαγε στις πληγές της.
«Σήκω όρθια», της είπε και την κράτησε
από το χέρι.
Σηκώθηκε και τον είδε να γονατίζει
μπροστά της. Για κάποιον λόγο παράξενο, που ούτε καταλάβαινε, ούτε την
ένοιαζε δεν ένιωθε ντροπή να στέκεται
μπροστά του με ξέφτια μόνο από ύφασμα να κρύβουν τα πόδια της.
Και δεν ενοχλήθηκε όταν της σήκωσε απαλά
το παντελόνι. Το κρατούσε τεντωμένο στη μέση, ώστε να χύνεται απαλά πάνω της και
να την ακουμπά όσο το δυνατόν λιγότερο. Της κούμπωσε το κουμπί και γέλασε όταν
είδε πως της έπεφτε.
«Κράτα», είπε.
Η Ραλλού υπάκουσε κι εκείνος έδωσε μια κι
έσκισε από πάνω της τ’ απομεινάρια της φούστας της. Έπειτα, έκοψε ένα μακρύ
στενό κουρέλι από το ύφασμά της. Το πέρασε γύρω από τη μέση της, πάνω από το
παντελόνι και το έδεσε.
Σήκωσε μια σταλιά μόνο το πουκάμισό της,
κρατώντας το προσεκτικά κάτω από το ανύπαρκτο ακόμη στήθος της. Κοίταξε καλά
και πήγε από πίσω της. Το σήκωσε πάλι ως επάνω.
«Έχεις μια καλή μελανιά εδώ», είπε κι
ακούμπησε τα’ ακροδάχτυλά του τόσο, ώστε η Ραλλού δεν ένιωσε το άγγιγμα, παρά
μόνο μια θερμότητα. Τον είδε να απομακρύνεται και να γυρνά πάλι κρατώντας ένα
βάζο στο χέρι. Έβγαλε ένα παχύρευστο κατάπλασμα και το άπλωσε πάνω στο
μελανιασμένο σημείο της. Έπειτα τακτοποίησε το πουκάμισό στη θέση του.
«Πάμε;».
Η Ραλλού κοίταξε γύρω της. Μια πέτρινη
σκοτεινή κάμαρα ήταν όλο κι όλο, μ’ ένα κρεβάτι σε μιαν άκρη, ένα τραπέζι και
δυο καρέκλες. Σ’ έναν τοίχο ένας τσιμεντένιος νεροχύτης και ένας πάγκος, από
κάτω και πάνω ράφια. Θα μπορούσα να μείνω εδώ σκέφτηκε και ετοιμάστηκε να τον
ακολουθήσει απρόθυμα. Ένιωθε σα να την εξορίζουν από τον παράδεισο.
Εδώ σ’ αυτό το δροσερό καταφύγιο ήταν λες
και επέστρεφε σε μια ασφαλή φωλιά που πάντα ανήκε, μόνο που δε θυμόταν πια.
Οι μέρες που ακολούθησαν το απόγευμα που η Αθηνά επισκέφτηκε το γραφείο του κυρίου
Γιαννούλη, πέρασαν σαν αστραπή. Την επόμενη κιόλας πήρε δύο ώρες άδεια από τη
δουλειά της, ώστε να επισκεφτεί με το δικηγόρο τον συμβολαιογράφο.
Εκεί υπέγραψε την αποδοχή της κληρονομιάς
και από το αντίγραφο που διάβασε κατάλαβε πως επρόκειτο για το πατρικό σπίτι
του πατέρα της, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Στο νησί που είχε επισκεφτεί με
τον πατέρα της αλλά δε θυμόταν. Θυμόταν μόνο το φως, φως άπλετο και άρωμα του
καλοκαιριού.
Οι εποχές έχουν κι αυτές τη δική τους
μυρωδιά η καθεμία, αλλά και τον τόπο τους. Δεν μυρίζει το ίδιο το καλοκαίρι σ’
ένα νησί, ή σ’ ένα χωριό με το καλοκαίρι στην Αθήνα. Ούτε κι οι άλλες εποχές.
Γι’ αυτό τη θυμόταν τόσο ζωντανά τη
μυρωδιά εκείνου του καλοκαιριού, και πίστευε μέσα της πως αυτή είναι η
πραγματική μυρωδιά της εποχής. Πως οι άλλες που τόσα χρόνια ανάσαινε, ζέστη
ανάκατη με την οσμή των καυσαερίων, τη βαριά άπνοια της πόλης, ήταν μυρωδιές
απομίμησης. Και το χέρι του παππού της που κρατούσε το χέρι της θυμόταν, καθώς
κι ένα χαμόγελο που το φως του μπλέκονταν μ’ αυτό του ήλιου.
Στο συμβόλαιο αποδοχής μιλούσε ακόμη για
ένα λογαριασμό καταθέσεων στο όνομά της και στο όνομα του. Όταν εκείνος θα
έφευγε από τη ζωή, μοναδικός δικαιούχος θα απέμενε η ίδια. Ο λογαριασμός αυτός τηρείτο
σε δραχμές και η Αθηνά κατάλαβε πως δεν ήταν λίγα χρήματα, αλλά ήταν πολύ
αναστατωμένη για να κάνει τους υπολογισμούς.
Αφού ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες
ενέργειες, έφυγε πάλι τρέχοντας για τη δουλειά της ενώ ο κύριος Γιαννούλης της
υποσχέθηκε πως θα της τηλεφωνήσει. Μόλις τελείωνε και με τις τελευταίες λεπτομέρειες, ένα σωρό διαδικασίες που εκείνη
δεν ήθελε να γνωρίζει, θα την ενημέρωνε ώστε να περάσει και να πάρει το φάκελό
της. Τίτλοι ιδιοκτησίας της είπε κι άλλα που δεν θυμόταν.
Γύρισε στη δουλειά της. Ξεκινώντας από
ΤΕΙ λογιστικής, είχε τελειώσει έπειτα το οικονομικό δουλεύοντας παράλληλα και
τώρα παρακολουθούσε ένα μεταπτυχιακό πάνω στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων.
Δούλευε σχεδόν από τότε που τελείωσε το
σχολείο και μόλις πήρε το πτυχίο της έφυγε από το σπίτι, αφού είχε ήδη
καταφέρει να πιάσει δουλειά στο λογιστικό τμήμα μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας
παραγωγής φυτικών φαρμάκων και καλλυντικών.
Ρόλο έπαιξε βέβαια και η φιλία της με την
Αλκμήνη, την κόρη του ιδιοκτήτη. Συμφοιτήτριες, και η Αθηνά σχεδόν έκανε όλες τις
εργασίες της και την πτυχιακή της. Η
Αλκμήνη μπορεί να ήταν λίγο τεμπέλα και καλλιτεχνικός τύπος, αλλά αχάριστη όχι.
Η δουλειά ήταν πάντα παραπανίσια και
συνήθως δεν είχε καν ωράριο. Το καλό ήταν ότι ή επειδή μετρούσε η φιλία της με
την Αλκμήνη, ή επειδή εκτιμούσαν την ατελείωτη δουλειά της και τη μόνιμη
διαθεσιμότητά της, χωρίς να υπολογίζει γιορτές, αργίες ή βράδια, της είχαν
δώσει μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Έτσι η Αθηνά ρύθμιζε τις ώρες της όποτε
χρειαζόταν να λείψει για τη σχολή της κι ευγνωμονούσε την τύχη της.
Το ίδιο απόγευμα η Αλκμήνη της
τηλεφωνούσε στο γραφείο της.
«Το φαντάστηκα ότι θα είσαι εκεί. Το
κινητό σου γιατί το έχεις κλειστό;».
«Πρέπει να τελείωσε η μπαταρία», έκανε
αφηρημένα ψάχνοντας να το βρει. Ήταν σκεπασμένο κάτω από φακέλους. Το έβαλε στο φορτιστή και ξεφύσηξε.
«Ο Γιώργος έχει γενέθλια. Θα κάνουμε
πάρτι στο tre Marie γύρω
στις εννιά».
«Να τα εκατοστίσει», έκανε ενώ έκλεινε
ένα φάκελο.
«Ποιος είναι ο Γιώργος;».
«Αμάν ρε Αθηνά, στην κοσμάρα σου! Ο
Γιώργος της Χριστίνας».
Η Αθηνά χαμογέλασε.
«Η Χριστίνα αλλάζει γκόμενο κάθε δεύτερη
βδομάδα. Συγχώρεσε μου που δεν είμαι πιο επιμελής στην παρακολούθηση της
ερωτικής ζωής της».
Η υποβολή του ΦΠΑ ήταν έτοιμη. Τώρα δεν
είχε παρά να κάνει την κατάθεση από το Internet. Άνοιξε το site της τράπεζας που χρησιμοποιούσαν.
«Θα έρθεις;», ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή
της Αλκμήνης.
«Πού;».
«Στο πάρτι ντε».
Πληκτρολόγησε τους κωδικούς της για να
μπει στο web banking της εταιρίας.
«Τσου…».
«Έλα ρε Αθηνά, δεν κλείνεσαι σε κανένα
μοναστήρι από τώρα;», διαμαρτυρήθηκε η φίλη της.
«Πρώτον, δεν ξέρω αν θα έχω τελειώσει»,
είπε ψέματα.
«Δεύτερον. Αν βαριέσαι τη Χριστίνα με
τους γκόμενους της, να μην πας. Όχι να κουβαλάς εμένα μαζί για να σπάει η ανία
σου».
«Τώρα λες βλακείες», της
αντιγύρισε νευριασμένη η Αλκμήνη.
«Ναι;», την πείραξε η Αθηνά.
«Καταρχήν, έχω πάει σε τόσα πάρτι
διαφορετικών γκόμενων της Χριστίνας, όσα εκείνη δεν έχει έρθει σε δικά μου. Άσε
που πάντα μπερδεύομαι και τους αποκαλώ με το όνομα ενός – δύο γκόμενων πίσω. Να
μην πω που είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλο. Αν τους μάζευε όλους μαζί θα
μπορούσε ν’ ανοίξει τσίρκο. Και ξέρεις κάτι ακόμη; Θα έχω σίγουρα τελειώσει ως
το βράδυ. Και δεν θα έρθω. Προτιμώ να πλέξω δαντέλα, παρά αυτό».
«Είσαι πολύ μυστήρια. Και όσο πάει
γίνεσαι και ξινή», γκρίνιαξε η Αλκμήνη.
«Καλά κάνω».
Η Αλκμήνη έκλεισε το τηλέφωνο
μουρμουρίζοντας, ενώ η Αθηνά καταχωρούσε στον υπολογιστή την πληρωμή του
ΦΠΑ.
Ως τις πέντε είχε τελειώσει και βγήκε από
το γραφείο. Διέσχισε τα στενά, ανέβηκε την Καλλιδρομίου και τράβηξε για το
σπίτι της.
Ξάφνου καταμεσής του δρόμου, στάθηκε λες
και την χτύπησε κεραυνός. Μια σκέψη τριγύριζε επίμονα στο κεφάλι της και πολέμησε να την ξεριζώσει. Πήρε μια βαθιά
ανάσα, εκνευρισμένη από τον εαυτό της. Δε συνήθιζε να παρασύρεται από
παρορμήσεις. Αλλά τα πόδια της δεν σκόπευαν να υπακούσουν στην λογική έκκληση
του μυαλού.
Πιο πολύ για να αποφύγει αυτή την
εσωτερική αγωνία που την καλούσε να πράξει πέρα από την ορθότερη βούλησή της,
γύρισε στην Πανεπιστημίου.
Κατέβηκε στο σταθμό του μετρό και πήρε
τον επόμενο συρμό. Από εκεί Ομόνοια, τον
ηλεκτρικό. Βρήκε να καθίσει, δεν ήταν ώρα αιχμής. Η διαδρομή αυτή πάντα την
ξεκούραζε.
Από παιδί ζήλευε τα παράλληλα στις ράγες σπίτια. Φανταζόταν τον
εαυτό της να μένει σε ένα από αυτά. Να κάθεται στο παράθυρο, να παρακολουθεί τα τρένα που περνούν. Τι την
τραβούσε άραγε σ’ αυτήν την εικόνα; Η αίσθηση της φυγής, της αέναης κίνησης; Τα
ταξίδια που δεν τολμούσε να κάνει η ίδια; Σαν τους απόμαχους ναυτικούς που
κάθονται στο λιμάνι και βλέπουν τα καράβια να φεύγουν.
Κατέβηκε στην στάση της, στον Περισσό και
ανέβηκε την ανηφόρα για τη γειτονιά της. Πέρασε μπροστά από τα πέτρινα
προσφυγικά σπίτια, το σχολείο και
έστριψε στη γωνία. Κοίταξε το μπαλκόνι του διαμερίσματός τους στο δεύτερο
όροφο. Καθαρό, αποστειρωμένο θα το έλεγες, με λίγα μυρωδικά φυτά κρεμασμένα σε ζαρντινιέρες
στα κάγκελα.
Μπήκε στην πολυκατοικία και ανέβηκε τις σκάλες. Έβγαλε από το σακίδιό τα κλειδιά
και άνοιξε την πόρτα.
Ησυχία. Η τηλεόραση δεν έπαιζε ποτέ. Η
μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της είχε αφοσιωθεί στα θεία. Η τηλεόραση
όργανο του διαβόλου. Ευτυχώς η θρησκευτική σέχτα, στα δίχτυα της οποίας είχε
πέσει ήταν κατά του μοναχισμού. Αλλιώς τις έβλεπε και τις δυο εδώ και χρόνια σε
κανένα μοναστήρι.
Την βρήκε στην κουζίνα καθισμένη σε μία
ξύλινη πολυθρόνα δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Είχε την αδιαφανή κουρτίνα
τραβηγμένη και έραβε. Όλα στο σπίτι από ρούχα, σεντόνια, πετσέτες και κουρτίνες
περνούσαν τουλάχιστον τρεις μεταποιήσεις. Η Αθηνά δεν ήξερε αν γινόταν για
οικονομία ή για να γεμίζει η κυρία Ιουλία τις ατελείωτες ώρες της.
Στο μάτι της κουζίνας έβραζε κάτι που
μύριζε απελπιστικά. Βρούβες, λαχανίδες, ποιος ξέρει. Έβγαινε χαράματα σε πάρκα,
χορταριασμένα οικόπεδα και μάζευε. Και το φαγητό της έμοιαζε λίγο πολύ μ’ αυτό
του Ιωάννη του Πρόδρομου.
«Τι κάνεις μητέρα;».
Άφησε τα ραπτικά της στην άκρη
και σηκώθηκε. Το λιπόσαρκο της σώμα κι η μικροκαμωμένη φιγούρα της επέτρεπε να
κινείται ανάλαφρα και με σβελτάδα μικρού παιδιού.
«Να σου φτιάξω κάτι να φας; Βράζω ρίζες
από σπανάκι με λίγο ρύζι. Είναι πολύ νόστιμο».
«Όχι ευχαριστώ. Δεν πεινάω», έκανε η
Αθηνά και κάθισε στο τραπέζι.
«Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι τότε», της
είπε χωρίς να περιμένει απάντηση.
Η Αθηνά την κοιτούσε καθώς ανακάτευε τα
τεντζερικά και τα ντουλάπια της. Από τα συρτάρια της αναδυόταν η χαρακτηριστική
όξινη μυρωδιά απ’ τα βοτάνια της.
«Τι ήρθα άραγε να της πω; Τι νόημα θα
έχει; Ότι και να της πω θα μου πετάξει το Θεό της στα μούτρα μου. Κοντά τριάντα
χρόνια τώρα δεν κατάφερα να κάνω μια κουβέντα μαζί της, τώρα θα την κάνω;».
Μα το μικρόβιο την έτρωγε μέσα της.
Πρέπει να της μιλήσω, να της δώσω τη δυνατότητα να απαντήσει για λογαριασμό
της, σκέφτηκε.
«Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Αθηνά
πότε πέθαναν;».
Η μητέρα της τινάχτηκε ανεπαίσθητα σα να
την χτύπησε ρεύμα. Δεν έδειξε όμως τίποτε και συνέχισε τη δουλειά της. Έβαλε
νερό σε ένα κατσαρολάκι, έριξε λίγα φύλλα μέσα.
«Που θες να ξέρω; Τι σου ήρθε;», έκανε
αδιάφορα χωρίς να στραφεί.
«Με ειδοποίησαν από ένα δικηγορικό
γραφείο για να αποδεχτώ μία κληρονομιά. Αυτήν που εσύ τους πέταξες στα μούτρα
λες και ήταν δική σου, όταν σε προσέγγισαν».
Την ένιωσε να τσιτώνεται, να τεντώνει το
δέρμα της, κάθε αγγείο κάτω από αυτό να απειλεί να σπάσει, χωρίς παράλληλα να διακρίνεται η παραμικρή
κίνηση. Μα ήξερε κάθε αντίδρασή της, την άρνησή της να ακούσει οτιδήποτε δεν
της ήταν αρεστό. Η φωνή της ακούστηκε στυφή.
«Δεν ήρθαμε στη ζωή για να ασχολούμαστε
με κληρονομιές και περιουσίες. Αλλά για να προσευχόμαστε, να ετοιμαζόμαστε για τη ζωή μετά».
«Εσύ προσευχήσου όσο θες. Κι αν σου
χαρίσουν τίποτε μην το πάρεις. Γιατί δεν μου είπες τίποτε;».
Η κυρία Ιουλία κάθισε στην πολυθρόνα της.
«Δεν είχαμε σχέσεις. Δε θεώρησα σκόπιμο
να σε αναστατώσω».
Στα χέρια της έπαιζαν νευρικά κλωστές και
υφάσματα.
«Γιατί δεν είχαμε σχέσεις αλήθεια;».
Άρχισε να ράβει λες και κρεμόταν η ζωή
της από αυτό.
«Απλά δεν είχαμε». Η φωνή της ήταν στεγνή
και πνιγμένη.
Η Αθηνά ήξερε πως δεν επρόκειτο να
ακούσει άλλη κουβέντα από το στόμα της. Πήρε το σακίδιό της από κάτω και βγήκε
από το σπίτι.
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015
4ο κεφάλαιο
Θα ήταν δεκατριών χρονών εκείνο
το καλοκαίρι. Είχε φάει αθόρυβα με τη μητέρα της. Η Εριφύλη δεν της επέτρεπε να
βοηθάει το Λενιώ στο ξέστρωμα του τραπεζιού. Κρυφά χωνόταν η Ραλλού στην
κουζίνα κι εκεί μουλωχτά την άφηνε το Λενιώ να ανακατώνεται στις δουλειές της.
Της μάθαινε να φτιάχνει χαλβά, να τυλίγει
ντολμάδες και ν’ ανοίγει φύλλο. Έτσι κι ακούγανε βήματα στο διάδρομο, έδινε μια
η Ραλλού και το έσκαγε από το παράθυρο.
«Η μάνα σου», ήταν η τρομαγμένη φωνή της
Λενιώς.
Εκείνη καθότανε κοντά της κι όταν
αρρώσταινε. Της έβαζε πανιά βρεγμένα με ξύδι, στο μέτωπο και στα πόδια για να
πέσει ο πυρετός. Της έλεγε ιστορίες να ξεγελάσει τον πόνο.
Έφαγε γρήγορα κοιτάζοντας την Εριφύλη να δει αν τελείωνε. Μόλις άφησε στην άκρη τα μαχαιροπίρουνα, σηκώθηκε κι εκείνη και
τράβηξε για το δωμάτιο της. Περίμενε λίγο ν’ ακούσει το αργό βήμα της ν’
ανεβαίνει τα σκαλιά, να προχωρά στο διάδρομο και να σβήνει πίσω από την πόρτα.
Περίμενε, ξαπλωμένη με τα παπούτσια πάνω
στο κρεβάτι, κοιτώντας το ταβάνι. Ήταν
πια σίγουρη πως η μητέρα της κοιμόταν.
Άνοιξε το παραθυρόφυλλο και βγήκε στο
μικρό μπαλκόνι. Έδωσε μια, πέρασε πάνω από τα κάγκελα όπως έκανε τόσες φορές. Πιάστηκε
γερά από τον κορμό της κερασιάς που
ψήλωνε ως πάνω. Περνώντας από κλαδί σε κλαδί, βρέθηκε στην αυλή.
Τράβηξε προς τα πίσω, έβγαλε το ποδήλατο
από το σπιτάκι του κήπου κι έφυγε από την ξύλινη πόρτα της αυλής. Διέσχισε τον
χωματόδρομο κι όταν απομακρύνθηκε αρκετά, ανέβηκε στο ποδήλατο και κατηφόρισε να
συναντήσει το δρόμο που τραβούσε παράλληλα με τη θάλασσα.
Πιο κάτω άφησε το δρόμο κι ακολούθησε ένα
χωμάτινο μονοπάτι που θα την έβγαζε στον όρμο της. Όταν είδε το γκρίζο ερπετό
να διασχίζει σα σαΐτα το μονοπάτι εμπρός της, ήξερε πως ήταν πολύ αργά για να το
αποφύγει. Η ενστικτώδης αντίδρασή της ήταν να πετάξει τον εαυτό της και το
ποδήλατο πέρα, μακριά από το μονοπάτι. Το ποδήλατό της γλίστρησε στα χώματα και
μαζί μ’ αυτήν άρχισε να πέφτει στα βράχια που κρέμονταν πάνω από τη θάλασσα.
Η Ραλλού
προσπάθησε να κρατηθεί απ’ ότι έβρισκε, σχίζοντας τα χέρια και τα πόδια της
στις πέτρες αλλά και στα αγκάθια των θάμνων που συναντούσε. Όπως κυλούσε μαζί με το
ποδήλατο, το δεξί της πόδι, κουβαλώντας και το βάρος του γδέρνονταν βαθιά.
Μα δεν ένιωθε τίποτα. Ο φόβος να μην
φτάσει στην άκρη των βράχων και γκρεμιστεί, πότισε αδρεναλίνη το είναι της και πάσχιζε
μόνο να κρατηθεί. Κάποια στιγμή κατάφερε να σταματήσει το κατρακύλισμα.
Ακούμπησε το κεφάλι της στο χώμα παίρνοντας μία ανάσα. Έπρεπε να ανεβεί.
Σκέφτηκε αν ήταν καλύτερα να τραβηχτεί σιγά σιγά από το ποδήλατο και να
σκαρφαλώσει επάνω, ή να δώσει μια με τα πόδια της και να το ξεφορτωθεί στα
βράχια.
Κάθε απότομη κίνηση θα μπορούσε να κάνει
τις πέτρες να υποχωρήσουν και να την
παρασύρουν μαζί τους και η κρίση της
έγειρε προς την πρώτη σκέψη. Σφάλισε τα
μάτια και προσπάθησε να γεμίσει τα πνευμόνια της αέρα.
«Μην κουνηθείς», ακούστηκε μια ήρεμη φωνή
πάνω της και τα μάτια της θόλωσαν.
«Μην κουνηθείς, έχω φέρει σκοινί»,
ακούστηκε ξανά. «Κάνω μια θηλιά τώρα για να πιαστείς και το κατεβάζω. Θα σε
τραβήξω».
Τώρα που ήξερε πως κάποιος ήταν εκεί να τη βοηθήσει, ένιωσε αδυναμία να κατακλύζει τα μέλη της. Αισθανόταν
την πικρή γεύση του χώματος στο στόμα και την δεξιά της μεριά να την τσούζει.
Μπροστά της σταμάτησε ένα σκοινί που
σχημάτιζε μία θηλιά στην άκρη του.
«Άσε ένα ένα τα χέρια σου και πιάσου».
Η Ραλλού ρούφηξε όσο πιο πολύ αέρα
μπορούσε. Έπειτα άφησε πρώτα τις ρίζες που είχε γραπώσει με το αριστερό της
χέρι και έπιασε το σκοινί. Ένιωσε να κινείται, λίγο μόνο, ανεπαίσθητα κι έπειτα
σταθερό το σκοινί κάτω απ’ το χέρι της.
«Τώρα το άλλο». Κρατούσε την ανάσα της.
«Το άλλο. Τώρα. Θα σε κρατήσω, μην
φοβάσαι».
Πήρε μια βαθιά ανάσα, κρατήθηκε γερά με το αριστερό και μέσα σε κλάσματα
δευτερολέπτου το δεξί χέρι άφησε τις
ρίζες κι έπιασε το σκοινί. Τραντάχτηκε ολόκληρη, το ποδήλατο έφευγε κάτω από τα πόδια της μαζί
με χώμα και πέτρες. Ένιωσε τη γη να χάνεται και πιάστηκε όσο πιο γερά μπορούσε.
Προσπάθησε να πατήσει με δύναμη βάζοντας αντίσταση.
«Ωραία, σε τραβάω. Ανέβαινε τώρα, μικρά βήματα».
Τα ελάχιστα λεπτά που πέρασαν της φάνηκαν
χρόνος. Βήμα βήμα, κι έπειτα ένα ζευγάρι πόδια. Την τραβούσαν με δύναμη πάνω σε
σταθερό έδαφος.
Άφησε το κορμί της πληγιασμένο κι
ανήμπορο πάνω στο χώμα. Σαν είδε τον άνθρωπο που είχε γονατίσει δίπλα της έκανε να σηκωθεί.
Δεν μπόρεσε να κρατήσει μια κραυγή πόνου.
Δυο χέρια την κράτησαν από τις μασχάλες,
στηρίζοντάς την.
«Θα σε σηκώσω εγώ!».
Ύψωσε το
βρωμισμένο της πρόσωπο και μέσα απ’ τα θολά μάτια κατάφερε να συναντήσει το πιο ζεστό
βλέμμα που είχε αντικρίσει ποτέ. Ο πόνος της ξέσκιζε τη σάρκα, αλλά την
κατέκλυσε ένα αίσθημα σιγουριάς.
Ο νεαρός με μάτια σαν κάρβουνο, τα σγουρά
μαύρα μαλλιά και το σταρένιο δέρμα, δε θα έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερος από
εκείνη. Το βλέμμα του γαλήνιο σα θάλασσα την ήρεμη ώρα καλοκαιριάτικου δειλινού.
Πέρασε το χέρι του κάτω από τα γόνατά της. Τη σήκωσε σαν πούπουλο στην αγκαλιά
του κι εκείνη κούρνιασε μέσα της. Έπειτα έχασε τις αισθήσεις της.
Ήταν μεσημέρι και τα τραπέζια στην
τραπεζαρία στρωμένα στην εντέλεια. Τα λευκά κολλαριστά τραπεζομάντιλα άψογα
τεντωμένα. Την ώρα που ο Θράσος στεκόταν και επέβλεπε με την εξεταστική του ματιά το χώρο, η σιδερένια πόρτα του ασανσέρ έτριξε. Δε χρειαζόταν να γυρίσει , η κυρία Ραλλού
πάντα κατέβαινε πρώτη κι έπειτα
αποσυρόταν στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί.
Την περίμενε στο τραπέζι της δίπλα στο παράθυρο και τράβηξε την
καρέκλα για να καθίσει.
«Πιπέρια γεμιστά, τ’ αγαπημένα σας».
Έκανε να φύγει μα μετάνιωσε.
«Η Θεώνη σήμερα μαγείρεψε μακαρονάδα με
σάλτσα από αχινούς. Την φτιάχνει πολύ σπάνια».
Μια λάμψη φώτισε το βλέμμα της.
«Πες της Θεώνης πως θα δοκιμάσω».
Της ένευσε καταφατικά και τράβηξε προς
την κουζίνα. Ενημέρωσε τη Θεώνη, και καθώς έβγαινε έπεσε πάνω στην κυρία Πολίτου. Θα ήθελε να
κάνει επί τόπου στροφή και να εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλλά φόρεσε το υπηρεσιακό του χαμόγελο.
«Μα κύριε Ουσταμπασίδη! Εν έτη 2014
ξενοδοχείο χωρίς μπανιέρες; Εδώ είναι δύσκολο να βρεις δωμάτιο χωρίς τζακούζι
πια!».
«Γνωρίζετε κυρία Πολίτου πως το ξενοδοχείο
χτίστηκε το 1897.».
«Renovation αγαπητέ μου, renovation! Προσφέρετε φαγητό! Αφού δεν συμπεριλαμβάνετε στην
τιμή, μπορούμε να φάμε και εκτός! Έτσι αγάπη μου;», έκανε ένα αδιόρατο νεύμα
στον άχρωμο σύζυγό της και συνέχισε.
«Αλήθεια, θα μας συστήνατε κάποιο
εστιατόριο;».
«Όπου και να φάτε, θα φάτε εξαιρετικά
καλά», της απάντησε ο Θράσος. «Και θα πληρώσετε τουλάχιστον τα διπλά χρήματα
για να φάτε όπως εδώ», πρόσθεσε μέσα του.
«Στο επανιδείν λοιπόν», έκανε και
στράφηκε προς την έξοδο τινάζοντας την κοτσίδα της.
Ο Θράσος ένευσε και την παρακολούθησε
άνευρα να βγαίνει από το ξενοδοχείο. Του άρεσε να φαντάζεται τη ζωή των πελατών
του. Η κυρία Πολίτου θα έχει μία πολύ σημαντική δουλειά κάπου, με ξένο τίτλο
σίγουρα. Πωλήσεις, management.
Του κώλου τα ενιάμερα. Γυναίκα καριέρας και επιτυχημένη. Ο κύριος Πολίτης, δεν
ήταν αυτό το όνομά του, αλλά του Θράσου του ταίριαζε να σκέφτεται πως ο άβουλος σύζυγος έφερε το όνομα της γυναίκας
του. Είχε ίσως κι εκείνος κάποια σημαντική δουλειά. Όχι αυτοδημιούργητος. Και χρήματα. Πρέπει να
είχε κάποια εφόδια που οδήγησαν την κυρία Πολίτου να σηκώσει το βλέμμα της
επάνω του.
Κουρασμένος, παραιτημένος μάλλον,
ακολουθούσε την κυρία του χωρίς να μπαίνει στον κόπο να εκφράσει άποψη. Για
ποιο λόγο άλλωστε.
Γύρισε στο γραφείο του σκεφτικός. Το
στοίχημα για το ζευγάρι αυτό θα ήταν αν η κυρία Πολίτου θα έμενε εφ’ όρου ζωής
ικανοποιημένη από την έξυπνη αγορά που είχε κάνει. Ένας εύρωστος αλλά και
άβουλος σύζυγος που θα της επέτρεπε να σχεδιάζει τη ζωή κατά το δοκούν.
Ή υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει κάποια
στιγμή το ανικανοποίητο μέσα της; Να χαθεί ανάμεσα σε όσα θα έχει χτίσει βασιζόμενη
στην αγάπη της για τον απόλυτο έλεγχο
και στο χρήμα του άντρα της και να νιώσει πως στέκεται πάνω σ’ ένα κούφιο και
σαθρό οικοδόμημα;
Κάθισε στο στενό γραφείο του την ώρα που
είδε ν’ ανηφορίζουν από την μαρίνα του καταμαράν ένα τσούρμο νέοι με σακίδια
στις πλάτες.
Τότε μια σκέψη τον χτύπησε σαν δροσερό
αεράκι και τον ξάφνιασε.
Κι αν ο κύριος Πολίτης ξυπνούσε μία μέρα
κι αποφάσιζε να πάρει πίσω το παλιό του όνομα, την αποφασιστικότητά του και αρχίσει
να ανασαίνει πάλι τον αέρα της ελευθερίας;
Στην εκδοχή αυτή χαμογέλασε με ικανοποίηση
και αποφάσισε πως αυτήν θα επέλεγε σαν τέλος της ιστορίας της κυρίας και του
κυρίου Πολίτη.
Η Αθηνά καθόταν μπροστά στον κύριο
Γιαννούλη, τον νεώτερο. Το ύφος του ήρεμο και γαλήνιο και δεν φαινόταν να
βιάζεται να της εξηγήσει το λόγο για τον οποίο της ζητούσε να τον επισκεφτεί.
«Κυρία Τερζή. Προσπαθούμε εδώ και δεκαπέντε
χρόνια να επικοινωνήσουμε μαζί σας. Άκαρπα! Να θεωρήσω τη σημερινή μέρα σαν μία
πολύ σημαντική μέρα στη ζωή μου;».
Κατέβαλε προσπάθεια να μην απαιτήσει
άμεσα να μάθει το λόγο της επίσκεψής της.
Φαίνεται πως διάβασε τη σκέψη της.
«Δε θα καθυστερήσω περισσότερο.
Καταλαβαίνω. Πείτε μου όμως, τι γνωρίζετε για τους συγγενείς του πατέρα σας;».
Η Αθηνά τον κοίταξε έκπληκτη. Ένιωσε πως
βάδιζε σ’ ένα δρόμο κι ένα χέρι ξάφνου την άρπαξε και της άλλαξε κατεύθυνση.
Εκατόν ογδόντα μοίρες. Χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να συγκεντρώσει τη σκέψη
της.
«Ο πατέρας μου.. Οι γονείς του ζούσαν στο
νησί. Είχαμε πάει κάποια φορά. Ήμουν πέντε χρονών θαρρώ. Ο παππούς Κυριάκος και
η γιαγιά Αθηνά».
Στο νου της τρύπωσε ένα ηλιόλουστο
καλοκαίρι. Ένιωσε ξανά τη ζέστη στα πέλματά της γιατί γυρνούσε ξυπόλητη. Ένα
ροζιασμένο χέρι που την κρατούσε κι ένα ζεστό χαμόγελο. Κι έντονο άρωμα
καλοκαιριού.
Ο κύριος Γιαννούλης την κοίταζε
ερωτηματικά.
«Τη γιαγιά μου δεν τη θυμάμαι καθόλου.
Δεν ξέρω γιατί. Θυμάμαι όμως τον παππού μου». Κοντοστάθηκε λίγο σα να πίεζε τον
εαυτό της. «Δεν μπορώ να φέρω τη μορφή
του στα μάτια μου, αλλά τον θυμάμαι να στέκεται δίπλα μου και να μου κρατά το
χέρι. Θυμάμαι που με κρατούσε και
τραβούσαμε για τη θάλασσα».
Ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το βλέμμα του. Η
Αθηνά κοκκίνισε.
«Δεν τους ξαναείδατε;».
Τον κοίταξε αμήχανα, γιατί δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει.
«Έχασα τον πατέρα μου λίγα χρόνια μετά. Η
μητέρα μου, δεν ξέρω γιατί, δεν διατήρησε σχέσεις μαζί τους. Ποτέ δε μου
μίλησε. Δεν ξέρω καν αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, ή η απόσταση και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε
μετά οδήγησαν στο να απομακρυνθεί».
Δεν είμαι καν υποχρεωμένη να εξηγήσω τη
συμπεριφορά της κυρίας Ιουλίας. Δεν είμαι, σκέφτηκε πιο έντονα.
Λες και σκεφτόταν δυνατά της απάντησε.
«Δεν είμαστε εδώ για να εξηγήσουμε τις πράξεις των άλλων. Θεωρώ
πως ο καθένας έχει έναν καλό λόγο γι’ αυτά που πράττει αλλά και για κείνα που
δεν πράττει. Ας αρκεστούμε στα γεγονότα».
Άνοιξε έναν μεγάλο φάκελο που τόσην ώρα
ακούμπαγε πάνω τα χέρια του.
«Ο παππούς σας πέθανε πριν από δεκαπέντε
χρόνια ακριβώς. Η γιαγιά σας είχε φύγει πριν από εκείνον. Φαίνεται πως
προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη μητέρα σας, αλλά και μαζί σας, χωρίς αυτό να
σταθεί εφικτό. Πριν πεθάνει, επικοινώνησε με το γραφείο μας, μέσω ενός
δικηγόρου από το νησί και μας όρισε διαχειριστές της περιουσίας του».
Σταμάτησε και την κοίταξε ενώ η Αθηνά
έμοιαζε να μην αντιλαμβάνεται τι άκουγε. Εκείνος συνέχισε.
«Όταν πέθανε η γιαγιά σας, ο παππούς σας
μεταβίβασε όλη την περιουσία τους στο όνομά σας. Δεν ήταν βαθύπλουτος ο άνθρωπος. Επικοινωνήσαμε με τη μητέρα σας,
η οποία όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί μας. Φαντάστηκα πως θα υπήρχαν
προηγούμενα, συμβαίνουν αυτά στις οικογένειες. Περιμέναμε αναγκαστικά.
Απειλούσε πως θα κινηθεί δικαστικά και σαν μοναδική κηδεμόνας σας θα είχε το
νόμιμο δικαίωμα να αποποιηθεί για λογαριασμό σας της κληρονομιάς. Δε θέλαμε να
οδηγηθούμε σε αυτό και έτσι απομακρυνθήκαμε διακριτικά».
Έκανε ένα διάλλειμα προσπαθώντας να δει
αν τον παρακολουθεί. Η Αθηνά άκουγε λέξεις, οι οποίες καρφώνονταν στο κεφάλι
της χωρίς να βγάζουν νόημα.
«Περιμέναμε λοιπόν να ενηλικιωθείτε. Τότε
αποσύρθηκε όμως ο πατέρας μου και
δυστυχώς η υγεία του δεν του επέτρεπε να μου μεταφέρει όλους τους εκκρεμείς
φακέλους του. Χώρια που υπήρξε ένα χρονικό κενό από τη στιγμή που εκείνος
αναγκάστηκε εσπευσμένα να αποσυρθεί μέχρι τη στιγμή που ήμουν εγώ σε θέση να
αναλάβω το γραφείο. Πριν από μόλις τέσσερις μήνες βρήκα το φάκελο καταχωρημένο
ανάμεσα σε ένα σωρό κλειστές υποθέσεις που έπρεπε να φύγουν για το αρχείο. Και
σας μιλώ ειλικρινά, τους τελευταίους τέσσερις μήνες κινήσαμε γη και ουρανό
ωσότου να σας εντοπίσουμε».
Η Αθηνά αισθάνθηκε το στόμα της στεγνό. Ο
κύριος Γιαννούλης άπλωσε το χέρι και της έδωσε το ποτήρι με το νερό που είχε
απιθώσει νωρίτερα μπροστά της. Το σήκωσε και το κατέβασε μονορούφι. Κοίταξε
γύρω της σαν χαμένη.
«Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; Τι
υποτίθεται πως πρέπει να κάνω;».
Της χαμογέλασε υπομονετικά.
«Μα να αναλάβετε τη διαχείριση της
περιουσίας σας φυσικά. Μη φανταστείτε φοβερά πράματα! Είναι ένα σπίτι στο νησί,
σε καλή όμως κατάσταση, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Κι ένα όχι ασήμαντο ποσό
σε καταθέσεις», δήλωσε ικανοποιημένος. Έμοιαζε να φεύγει ένα μεγάλο βάρος από
τις πλάτες του.
«Μετά από τόσα χρόνια; Δεν ακυρώνεται η
διαθήκη ή κάτι τέτοιο;», αναρωτήθηκε δυνατά εκείνη.
«Όχι. Και όσο για τα
χρήματα ήταν στο όνομά σας όλα αυτά τα χρόνια».
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015
3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Το επόμενο πρωινό η Ραλλού κατέβηκε αργά τα σκαλιά της βεράντας
και κάθισε κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων στην μικρή μπροστινή αυλή του
ξενοδοχείου. Την βεράντα αυτήν την ώρα την έλουζε ανελέητα ο ήλιος, κι αυτή τον
ήλιο τον είχε βγάλει εδώ και χρόνια από τη ζωή της. Έστεκε πάντα σαν εξωτερικός
παρατηρητής, καλά προφυλαγμένη από το φως του και παρατηρούσε τους άλλους να
ζουν τις ζωές τους.
Ήξερε πως λίγες ήταν οι ζωές που πραγματικά
ζούσαν στον ήλιο. Οι περισσότεροι ζούσαν την αυταπάτη του. Λιγοστοί οι άνθρωποι
που γνώριζαν το μερτικό που είχαν στο
φως. Κι αυτοί αποδέχονταν καλύτερα την πραγματικότητά τους και πορεύονταν σ’
αυτήν με αξιοπρέπεια.
Αξιοπρέπεια. Ήταν μια λέξη που ταλάνισε
αρκετά τη ζωή της. Όταν έχασε τον πατέρα της, η μητέρα της κρέμασε πάνω τους τη
λέξη σαν παντιέρα κι έπρεπε με δαύτη πια να συνεχίσουν.
Δε μπορούσε να κλάψει το γονιό της, γιατί
η θέση τους κι η αξιοπρέπεια που αυτή όριζε, δεν το επέτρεπε.
«Μοιρολογούν οι γυναίκες του λαού», είπε
η Εριφύλη που σφράγισε τα χείλη της σε μια στεγνή γραμμή και δεν τα άφησε ποτέ
πια να χαλαρώσουν σ’ ένα γλυκό λόγο, σ’ ένα χαμόγελο.
Ούτε να παίξει δεν την άφηνε, γιατί στο
δρόμο γυρνούνε μόνο τα χαμίνια. Μια μοναδική φορά η Ραλλού τόλμησε να πει πως ο
πατέρας της όχι μόνο της επέτρεπε, αλλά και ενθάρρυνε τα παιχνίδια της.
«Πατέρα πια δεν έχεις», ήρθε η απάντηση
της Εριφύλης κοφτερή σαν τροχισμένη
λεπίδα. Κι έκρυβε θαρρείς μίσος τούτη η
δήλωση, που η Ραλλού αισθάνθηκε κατηγορούμενη για τον πρόωρο χαμό του γονιού
της. Έσκυψε το κεφάλι να σκεφτεί, αν θα
μπορούσε να ευθύνεται σε κάτι.
Και σιγά σιγά σώπαινε, να μην ακούγεται στο
σιωπηλό σπίτι που οι τοίχοι του αντανακλούσαν κάθε ήχο. Το πάτημά της ελαφρύ,
τα ρούχα της άτονα.
Να μην ακούγεται και να μην φαίνεται,
αυτή ήταν η μόνη της έννοια. Όσο λιγότερο την πρόσεχε η Εριφύλη, τόσο το
καλύτερο.
Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν το
χαμό του πατέρα της, η ανάγκη μάλλον την έκανε να βρει καταφύγια. Το ένα ήταν η
σκοτεινή θεόκλειστη πια βιβλιοθήκη του καπετάν Γιάννη. Θησαυρός ολάκερος!
Χωνόταν στη δερμάτινη πολυθρόνα του κι
όταν ένιωθε και ιδιαίτερα θαρραλέα ή σίγουρη πως η μητέρα της δεν θα την
ανακάλυπτε, άνοιγε και τα σκίαστρα των παραθύρων για να διαβάσει σε φυσικό φως.
Τι δε διάβασε μέσα στους τέσσερις εκείνους τοίχους!
Ροΐδη και Παπαδιαμάντη. Σαίξπηρ. Καβάφη
αλλά και Καββαδία, Βενέζη.
Ο καπετάν Γιάννης άλλα βιβλία έφερνε κι
άλλα έπαιρνε μαζί του στο επόμενο ταξίδι. Αυτή ήταν η μοναδική του συντροφιά
μέχρι να γυρίσει στη γυναίκα και το
παιδί του.
Και μέσα στους τέσσερις αυτούς τοίχους,
ταξίδευε και η Ραλλού σε κόσμους μακρινούς. Γκρεμίζονταν τα σύνορα του δικού
της περιορισμένου κόσμου, και ταξίδευε, ταξίδευε! Και θέριευε η λαχτάρα της για πραγματικά ταξίδια.
Το άλλο της καταφύγιο ήταν η θάλασσα.
Ούτε μέρα δεν περνούσε, να μην ανέβει στο ποδήλατό της και να χαθεί στον όρμο
που την πήγαινε ο πατέρας της για κολύμπι.
Ήταν αθέατος από στεριά κι από θάλασσα.
Λίγοι μόνο γνώριζαν την ύπαρξή του κι ακόμη λιγότεροι έτρεφαν την παραμικρή
διάθεση να τον επισκεφτούν.
Τα καλοκαίρια πετούσε το ποδήλατό στους
θάμνους πιο πάνω και κατέβαινε σαν κατσίκι τα απότομα βράχια με τη βοήθεια
κλαδιών και ριζών που προεξείχαν από το
πετρώδες έδαφος. Έφτανε κάτω, πετούσε με μια κίνηση το φόρεμα πάνω απ’ το
κεφάλι και σκαρφαλώνοντας σε βράχια που
προχωρούσαν μέσα στη θάλασσα έφτανε στην άκρη τους απ’ όπου έδινε μια και
βουτούσε στα κρυστάλλινα νερά.
Έπειτα βουτούσε κι έπιανε αχινούς. Τους
έπαιρνε στα χέρια της, τους σήκωνε ψηλά. Έβλεπε το φως του ήλιου να στραφτοκοπά
στις σταγόνες που σκάλωναν στ’ αγκάθια τους. Καμιά φορά άνοιγε κάποιον κι αφού
έπλενε το εσωτερικό του καλά σουρώνοντάς το στο ίδιο το καύκαλό τους, ρουφούσε
την πολύτιμη ουσία κι ήταν λες και ρουφούσε την αλμύρα της θάλασσας. Κουβαλούσε
τη γεύση αυτή ώρα μετά κι ένιωθε λες και
κουβαλούσε τη θάλασσα μέσα της.
Έπαιζε ώρα μες το αλμυρό νερό, κοκκίνιζαν
τα μάτια της μα ένιωθε λες και την ξέπλενε από τα πάντα. Τον πόνο που είχε
φωλιάσει στην ψυχή της. Τις ενοχές που αισθανόταν και την μοναξιά που την
τύλιγε σαν σκοτεινό πέπλο.
Η Ραλλού σηκώθηκε από την καρέκλα και
πήγε στα κάγκελα που ήταν σκεπασμένα από γιασεμί. Έσκυψε απαλά και ανάσανε το μεθυστικό
άρωμα.
Ο Θράσος άκουσε τα ανυπόμονα βήματα που
σκαρφάλωναν τα σκαλοπάτια της εισόδου. Το πρώτο ζευγάρι πόδια άφηνε πίσω του
ήχο δυνατό, όχι από το βάρος που κουβαλούσε, αλλά από τη νευρικότητα που όριζε
τον κοφτό χτύπο των ποδιών στο πάτωμα. Ανυπόμονα και βιαστικά, λες κι ο χρόνος
τους ήταν λιγοστός και πολύτιμος και έπρεπε όλοι να το νιώσουν και να μην τα
καθυστερούν για ανούσιους λόγους.
Το δεύτερο ζευγάρι πόδια είχε σίγουρα
βάρος, αλλά κινούνταν αργά, χωρίς νεύρο. Σχεδόν παρατημένα.
Ο Θράσος δεν σήκωσε το κεφάλι, καθώς
περίμενε το νεαρό ζευγάρι. Ήταν η κυρία Πολίτη κι είχε απαντήσει τουλάχιστον σε
εφτά e-mail της
πέρα από το αρχικό για την κράτηση του δωματίου.
Είχε στείλει e-mail για να απαιτήσει στην ήδη κλεισμένη τιμή
ημιδιατροφή αντί για πρωινό. Είχε στείλει mail για να ζητήσει, κύριος οίδε γιατί, προνομιακές
τιμές σε άλλες επιχειρήσεις του νησιού, όπως club και εστιατόρια.
Και όταν ο Θράσος της απαντούσε
πως δυστυχώς αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν στην τιμή και στις υπηρεσίες του
ξενοδοχείου, δεν παρέλειπε ποτέ να του απαντήσει και να του υποδείξει πως θα
έπρεπε να βελτιώσουν την επιχείρησή τους. Κατάφερε μάλιστα από τις λιγοστές
εικόνες που είχε το παρωχημένο site του ξενοδοχείου, που ούτε δυνατότητα για online κρατήσεις
δεν προσέφερε, να του υποδείξει το χώρο όπου θα έπρεπε να φτιάξουν το spa τους.
Ο Θράσος δεν είχε καμία περιέργεια για
τους ανθρώπους που θαρρούσαν ότι όριζαν τη μοίρα τους και τη ζωή τους, γιατί
όχι και των άλλων. Μια φουσκοθαλασσιά αρκούσε για να τους κάνει συνήθως να
χάσουν τη γη κάτω απ’ τα πόδια.
Ο Μιχάλης του έφερε την ταυτότητα και την
πιστωτική κάρτα της κυρίας Πολίτη κι έπειτα συνόδευσε το ζευγάρι στο δωμάτιό
τους. Τους καλωσόρισε μ’ ένα νεύμα και άφησε τα στοιχεία δίπλα του για να τα
καταχωρήσει.
Με
την γωνία του ματιού είδε να περνά από
μπροστά του μία μικροκαμωμένη, πολύ αδύνατη γυναίκα. Τα μαλλιά της ήταν ανοιχτά
ξανθά, πιασμένα σε χαμηλή κοτσίδα. Φορούσε στενό υφασμάτινο παντελόνι, πόλο
μπλουζάκι κάποιας ακριβής μάρκας που ο Θράσος αναγνώρισε από το σήμα. Ακριβή
τσάντα και μοκασίνια. Ήταν η αποθέωση του μπεζ. Τα ρουθούνια της τρεμόπαιζαν
νευρικά σαν του αλόγου.
«Πρέπει να είστε ο κύριος Ουσταμπασίδης»
του έτεινε το χέρι. «Αισθάνομαι σα να σας γνωρίζω πια».
«Καλώς ήρθατε. Πηγαίνετε να τακτοποιηθείτε
και να ξεκουραστείτε κυρία Πολίτη. Σας ευχόμαστε καλή διαμονή».
Γύρισε στην οθόνη του υπολογιστή του για
να ολοκληρώσει την καταχώρηση μίας παραγγελίας στο πρόγραμμα που δούλευε.
Έπειτα θα την έστελνε ηλεκτρονικά στο μπακάλικο στην πλατεία. Τους έκανε καλές
τιμές, μα θα μπορούσαν να πετύχουν
και καλύτερες αν έκαναν τις προμήθειές
τους από μεγάλες αλυσίδες στην απέναντι στεριά. Αλλά ο Θράσος εκτός από τα
απορρυπαντικά και τα χαρτικά προμηθευόταν όλα τα φρέσκα προϊόντα από το
μπακάλικο του κυρ Σταύρου. Ο γιος του ο Θωμάς χειριζόταν πια την επιχείρηση και
σε μισή ώρα από τη στιγμή που του έστελνε την παραγγελία, τα τρόφιμα βρισκόταν
στους πάγκους της κουζίνας τους.
Ολοκλήρωσε και συνέχισε με τις
λεπτομέρειες της κράτησης μίας σχολικής εκδρομής. Τριάντα τρεις μαθητές
λυκείου. Δεκαεφτά δίκλινα κι ένα τρίκλινο. Κατέβασε την τιμή όσο μπορούσε, και
έκλεισε ήδη τα εξωτερικά δωμάτια του
ξενοδοχείου, κάνοντας το σταυρό του. Δεν περίμενε ιδιαίτερο κόσμο εκείνο το
διάστημα αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Θα έπαιρνε το ρίσκο να χρειαστεί να βάλει κόσμο
πίσω, αν έρθει κανείς τελευταία στιγμή, στα δωμάτια που χωρίς μπαλκόνι έβλεπαν
στον κήπο. Και χρειαζόταν και μία καλή ανακαίνιση.
Όμως σκέφτηκε πότε ήταν για πρώτη φορά σε
θέση να πληρώσει ένα όχι ακριβό, αλλά αξιοπρεπές δωμάτιο.
Βέβαια τα παιδιά σήμερα δεν είναι έτσι. Πολλά
από αυτά θα είχαν ήδη κάνει διακοπές σε πανάκριβα ξενοδοχεία ή resorts. Σε κοσμοπολίτικους
προορισμούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Σίγουρα όμως όχι όλα.
Ένας αδιόρατος θόρυβος έφτανε στ’ αυτιά
του. Αδιάκοπα και μονότονα και δε θα του έδινε σημασία αν ξαφνικά δεν ερχόταν ο
Μιχάλης κρατώντας το τηλέφωνο και ανοίγοντας τα χέρια του σε μία έκφραση
απελπισίας και παράδοσης.
Πάτησε ένα πλήκτρο και του είπε:
«Η κυρία Πολίτη. Έχει πάθει κρίση γιατί
δεν έχει μπανιέρα το δωμάτιό της».
Ο Θράσος πήρε το ακουστικό νεύοντας του
Μιχάλη να φύγει.
«Κυρία Πολίτη, τι ακριβώς σας έκανε να
υποθέσετε πως υπάρχει μπανιέρα στα δωμάτιά μας;».
Η Αθηνά τράβηξε τον αντίθετο δρόμο από
αυτόν που είχε πάρει το προηγούμενο βράδυ. Κατευθύνθηκε στη Χώρα έχοντας πάρει
από το ξενοδοχείο έναν καφέ που τον άδειασε στο μεταλλικό παγούρι που πάντα
κουβαλούσε.
Κατηφόρισε προς το κέντρο, παράλληλα με
τη θάλασσα. Ήταν ένα ζεστό πρωινό και η πόλη έσφυζε από ζωή. Όμορφη ώρα και
γλυκιά. Η Αθηνά θυμόταν παιδί, τα καλοκαίρια να πηγαίνει στο φούρνο για ψωμί.
Κι όπως το έπαιρνε ζεστό στα χέρια της, έτρωγε το μισό ώσπου να γυρίσει στο
σπίτι. Γιατί άραγε δεν υπήρχε πια ζεστό ψωμί στους φούρνους;
Κόσμος βιαστικός έτρεχε μέσα σε
σαγιονάρες και σανδάλια. Και ποδήλατα.
Σταμάτησε στην κυκλική πλατεία γύρω από το μεγάλο ρολόι και πήρε από ένα
ψιλικατζίδικο ένα χάρτη του νησιού. Τον έβαλε κάτω από τη μασχάλη και χώθηκε
στον κεντρικό δρόμο, προχωρώντας αργά ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος.
Της άρεσε να παρατηρεί τον κόσμο καθώς
έκανε τις δουλειές του. Της άρεσε να
βλέπει τους πάγκους στα μανάβικα, να βλέπει τα φρέσκα λαχταριστά φρούτα.
Κοντοστάθηκε μπροστά σ’ ένα οπωροπωλείο και θαύμασε τον τρόπο που ο μερακλής
έμπορος τα είχε παρατεταγμένα στα πανέρια. Λες και στήθηκαν για την άρση της
σημαίας.
Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στο
επόμενο τετράγωνο ήταν ο κήπος μιας εκκλησίας. Χτισμένη τον προηγούμενο αιώνα,
αρχές σίγουρα, ο ρυθμός της θύμιζε κτίσμα καθολικής εκκλησίας. Στον κήπο υπήρχαν πανύψηλα πεύκα, ροδόδεντρα
και ορτανσίες.
Κάθισε στο πέτρινο πεζούλι της αυλής και
ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ της. Βίδωσε το καπάκι, ακούμπησε στο πεζούλι
δίπλα της το σακίδιο, το άνοιξε κι αφού έριξε μια ματιά έβγαλε από μέσα έναν
φάκελο. Τον πήρε και τον κράτησε στα χέρια της.
Ο φάκελος απ’ έξω ήταν δακτυλογραφημένος
και πάνω είχε την ένδειξη «ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ». Με έντονη γραφή πιο κάτω το όνομα και η
διεύθυνσή της. Ο φάκελος είχε φτάσει στα
χέρια της μέσω ενός δικηγορικού γραφείου.
Όταν βρήκε στο γραμματοκιβώτιό της μία
επιστολή που της ζητούσε να επικοινωνήσει με το συγκεκριμένο δικηγορικό
γραφείο, στην αρχή αναρωτήθηκε. Έπειτα τον άφησε στην άκρη και με τον καιρό
σκεπάστηκε από λογαριασμούς, διαφημιστικά, φυλλάδια για delivery, και την ξαναείδε μπροστά της
όταν ξεψάχνιζε το σωρό για να πετάξει το περιεχόμενό του στα σκουπίδια.
Παρακαλούμε να επικοινωνήσετε με το δικηγορικό
γραφείο μας, «ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΚΑΙ ΥΙΟΣ», και παρακάτω η διεύθυνση στην
Ομήρου και το τηλέφωνό τους.
Ήταν έξι το απόγευμα και αντί να τους καλέσει
στο τηλέφωνο, ξαναφόρεσε τα παπούτσια της και κατέβηκε κάτω. Το διαμέρισμα που
νοίκιαζε ήταν στο κέντρο και σε δέκα λεπτά θα βρισκόταν στο γραφείο.
Ανέβηκε με τα πόδια δύο ορόφους και
χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε με ένα κουμπί από μέσα και προχώρησε σε ένα
ευρύχωρο δωμάτιο. Στη μία άκρη, μπροστά από μία μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη
φακέλους, ήταν ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο, μία οθόνη επάνω του κι ένα τηλέφωνο.
Πίσω του καθόταν μία νεαρή γυναίκα. Τα
μαλλιά της πιασμένα σε ένα απόλυτα
τιθασευμένο σινιόν και φορούσε ένα εκρού
αμάνικο στενό φόρεμα. Ήταν άβαφα βαμμένη. Η Αθηνά δεν μπορούσε να καταλάβει
γιατί κάνανε τόσο κόπο να βάψουνε ένα πρόσωπο, όλο σε μπεζ αποχρώσεις στο
φυσικό του χρώμα δηλαδή.
Όπως και να είχε η νεαρή γυναίκα φαινόταν
να παίρνει πολύ σοβαρά το ρόλο της, αυτόν της ρεσεψιονίστ δηλαδή κι η Αθηνά
ήταν σίγουρη ότι δεν σκόπευε να μείνει μόνο σ’ αυτό. Δεν επένδυε τόσο κόπο στην
εικόνα της χωρίς λόγο.
«Καλησπέρα. Λέγομαι Αθηνά Τερζή και πριν
λίγο καιρό έλαβα αυτόν το φάκελο που μου ζητούσε να επικοινωνήσω με το γραφείο
σας».
Η άλλη την κοίταξε με τα μάτια στενεμένα
σα να την μέμφονταν που την διέκοπτε από κάτι σίγουρα πολύ σοβαρό.
«Μπορώ να τον δω;», την ρώτησε με
απρόθυμη ευγένεια.
Τον επεξεργάστηκε και σηκώθηκε.
«Καθίστε παρακαλώ. Θα επιστρέψω αμέσως».
Κατευθύνθηκε αγέρωχα προς τα μέσα κι αφού
χτύπησε μία πόρτα στο βάθος, άνοιξε και πέρασε
χωρίς να περιμένει απάντηση.
Η Αθηνά άδραξε την ευκαιρία που είχε να
περιεργαστεί το χώρο.
Σκούρο ξύλο, δερμάτινοι καναπέδες, φθαρμένοι σαν πρόσωπα αυλακωμένα από το χρόνο. Ανάμεσα
στις ξύλινες βιβλιοθήκες πίνακες. Σκοτεινές θαλασσογραφίες.
Η Αθηνά χαμογέλασε καθώς αναρωτιόταν αν
ήταν η σοβαρότητα της δικηγορίας που επέβαλε την αυστηρή και συντηρητική
θεματολογία.
Από την πόρτα πρόβαλλε η νεαρή γυναίκα και της ένευσε να περάσει.
Μόλις πέρασε στο γραφείο, ένας νέος
σχετικά άνδρας σηκώθηκε να τη χαιρετήσει. Τα μαλλιά του ήταν σγουρά και
ανακατεμένα, το πρόσωπό του λίγο αναψοκοκκινισμένο. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά,
μεταλλικό το κάτω μισό και κοκάλινο το πάνω.
Η Αθηνά δεν περίμενε πως αυτά τα γυαλιά
συνέχιζαν να υπάρχουν.
«Κυρία Τερζή. Τι απρόσμενη έκπληξη!
Ειλικρινά είχα αρχίσει να πιστεύω πως δε θα σας γνωρίσω ποτέ!».
Η Αθηνά έμεινε με το χέρι απλωμένο.
Έπειτα από την ψυχρή υποδοχή στην είσοδο, η αλλοπρόσαλλη τούτη δήλωση την άφησε
άφωνη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)