Σάββατο 18 Απριλίου 2015
Τετάρτη 15 Απριλίου 2015
15ο κεφάλαιο
Η Αθηνά είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ
ένα βιαστικό ντους, άφησε τα ρούχα της πεταμένα στο πάτωμα και κουρασμένη,
νηστική και ζαλισμένη από τον ήλιο, έπεσε στο κρεβάτι. Ο ύπνος ήρθε αστραπιαία
και βούλιαξε και χάθηκε στη θολή ανάσα του.
Κάποια στιγμή ξύπνησε ξεκούραστη, λες και
είχε κοιμηθεί μια ολάκερη ζωή. Το αεράκι δροσερό έμπαινε από την ανοιχτή
μπαλκονόπορτα και το μόνο που ακουγόταν στην ήσυχη νυχτιά ήταν το θρόισμα από
τις κουρτίνες.
Σηκώθηκε και πήρε το μπουκάλι με το νερό
που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα δίπλα της. Ήπιε αχόρταγα να δροσίσει το στεγνό
της στόμα. Το ακούμπησε πάλι κάτω. Πήγε και πήρε το ξύλινο κουτί από την
καρέκλα που το είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ. Το έβγαλε στο μικρό μπαλκονάκι
και άναψε το φως.
Έπειτα έφερε το παράξενο κλειδί και κάθισε στην
καρέκλα. Σήκωσε το κουτί και το απίθωσε στο τραπέζι. Πέρασε με την παλάμη της
την επιφάνεια νιώθοντας τη σκόνη στο χέρι της, σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Ξετύλιξε
αρκετό χαρτί υγείας από το ρολό και το
έβρεξε. Ξαναβγήκε έξω και καθάρισε πολλές φορές το κουτί. Πέταξε τα σκουπίδια
και έπλυνε τα χέρια της.
Έτοιμη, στάθηκε μπροστά του και
τοποθέτησε το κλειδί στην κλειδαριά. Το έστριψε απαλά, κούνησε δεξιά κι
αριστερά μέχρι που το ένιωσε να εφαρμόζει και το γύρισε. Ακούστηκε ένας γλυκός
μεταλλικός ήχος.
Έπιασε με τα δυο χέρια τις πλαϊνές πλευρές
από το καπάκι και το σήκωσε. Στο χλωμό φως της λάμπας είδε μια στοίβα από
τακτοποιημένους φακέλους. Έπιασε τον πρώτο και διάβασε επάνω του.
«Ρ.»
Τον άνοιξε και έβγαλε μια κιτρινισμένη
κόλλα χαρτί.
Ζωή μου,
Πώς είναι δυνατόν να βρίσκομαι εδώ κι
εκεί ταυτόχρονα; Πώς γίνεται να ζω μέσα σε δύο σώματα την ίδια στιγμή; Δε νιώθω
το χωρισμό, δεν είμαι μακριά σου.
Είναι λες και το κορμί μου βρίσκεται εδώ,
ξυπνά, κοιμάται, τρώει και ανασαίνει για να κρατά την ψυχή μου ζωντανή που
βρίσκεται εκεί. Πετά γύρω από το δικό σου σώμα, σε αφουγκράζεται, σε οσμίζεται.
Δεν ξέρω αν χρειάζεται να σου γράφω γιατί
αισθάνομαι πως κι εσύ βρίσκεσαι εδώ, μαζί μου. Να τώρα νομίζω πως στέκεσαι πίσω
μου, σκύβεις πάνω από τον ώμο μου διαβάζεις τι γράφω και γελάς. Γυρνώ, με
κοιτάς στα μάτια και απ’ τα μάτια σου ξεχύνεται γέλιο, λες και βρίσκεις αστεία
τα γραπτά μου.
Κι εγώ σου θυμώνω και κλείνω εδώ το
γράμμα μου.
Σου φιλώ τα μάτια
Ρ.
Η Ραλλού σκεφτόταν πως θα δικαιολογήσει
στον άντρα της την εγκυμοσύνη. Αποφάσισε να το ρισκάρει πριν καλά καλά φανούν
τα πρώτα σημάδια και ανακοίνωσε τις υποψίες της.
Τρώγανε μεσημέρι στο ατελείωτο τραπέζι
της τραπεζαρίας. Εκείνος την κοίταξε με ικανοποίηση και ανακούφιση μαζί. Της
πρότεινε να καλέσουν τον οικογενειακό γιατρό.
«Δεν είναι και αρρώστια», βιάστηκε εκείνη.
«Αν είναι θα δείξει».
Συνέχισε καθησυχασμένος το φαγητό του.
Πέρα από ελάχιστες πρώτες νύχτες μετά το
γάμο τους ο Δημήτρης δεν την ακούμπησε. Προς μεγάλη της ανακούφιση. Δεν θα
μπορούσε να είναι πιο ικανοποιημένη.
Το βλέμμα του ήταν ψυχρό σαν λεπίδα και
συνάμα αχόρταγο και τρομακτικό.
Το Λενιώ τα πρωινά την εξέταζε λες και
την περνούσε ακτινογραφία. Πέρασε λίγος καιρός και κατάλαβαν πώς δεν χρειάζεται
να ανησυχούν.
Σε λίγο στ’ αυτιά της Λενιώς άρχισαν να
φτάνουν διάφορα από τις υπηρέτριες που είχε γνωρίσει στα γειτονικά τους σπίτια.
Ο Δημήτρης λέει είχε παράξενες ορέξεις
και τις ικανοποιούσε τα βράδια στα ναυπηγεία με νεαρούς που έφερνε εκεί.
Όταν το άκουσε την πρώτη φορά το Λενιώ
τους έβαλε στη θέση τους:
«Όσα δε φτάνει η αλεπού, τα
κάνει κρεμαστάρια».
Την δεύτερη φορά δεν είπε τίποτε και την
τρίτη έκλεισε το στόμα αυτού που απολάμβανε να διαδίδει ότι διέδιδε. Δεν
τόλμησε κανείς να της ξαναπεί κουβέντα.
Ένα πρωινό που ανέβαζε στην Ραλλού το καφεδάκι
της είχε κι έναν δεύτερο πάνω στο δίσκο. Έβαλε της Ραλλούς στο μάρμαρο δίπλα
της κι ακούμπησε και τον δικό της εκεί.
«Αυτό που θα σου πω, θα στο πω για να μην
το ακούσεις από αλλού. Δεν θέλω να σε ξαφνιάσει κανείς. Ούτε να στενοχωρηθείς
θέλω».
Η Ραλλού την κοιτούσε τώρα γεμάτη
ενδιαφέρον.
«Λένε. Για τον προκομμένο σου. Στην αρχή
δεν έδωσα σημασία. Η κάθε μία αργόσχολη δεν ξέρει τι να πρωτοπεί για να
αλατοπιπερώσει τη ζωή της. Μετά όμως παραέγινε το κακό. Κι αφού τους έκοψα
όλους τη φόρα, αποφάσισα πως έπρεπε να ξέρεις».
Τώρα πια η Ραλλού την κοιτούσε με μάτια
ορθάνοιχτα. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι κέντριζε το ενδιαφέρον της σ’ αυτό το
σπίτι. Την κοίταξε με ανυπομονησία.
«Μάλλον ο άντρας σου είναι τοιούτος. Αλλά
αυτό που με τρομάζει εμένα είναι ότι λένε φριχτά πράγματα. Να σου κόβονται τα
ήπατα».
Το Λενιώ κοιτούσε το γυαλιστερό μαρμάρινο
πλακάκι και πού και πού της έφευγε κάποια κλεφτή ματιά να δει τι εντύπωση είχαν
προκαλέσει τα λόγια της. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο ανησυχία. Προσπαθούσε να
διαβάσει μες τα μάτια της Ραλλούς τι αισθανόταν γι αυτό που άκουγε.
Η Ραλλού αντίκρισε στο βλέμμα της Λενιώς
τον τρόμο.
Η Αθηνά κατέβηκε το άλλο πρωί για καφέ. Τόσες μέρες στο ξενοδοχείο εκτός από
μία, δεν πρόλαβε να πιεί έναν καφέ ή να τσιμπήσει κάτι. Αξημέρωτα έπαιρνε τους
δρόμους.
Έμεινε έκπληκτη όταν είδε τη λαοθάλασσα
στο συνήθως ήρεμο περιβάλλον της βεράντας. Διασχίζοντας τα τραπέζια και
προσπαθώντας να βρει κάπου να καθίσει, έκανε συλλογισμούς προσπαθώντας να βρει
το λόγο της κοσμοσυρροής.
Δεκαπενταύγουστος δεν ήταν. Μέτρησε τις
μέρες και κατάλαβε πως ήταν Σάββατο. Εκδρομείς του διημέρου. Ένα στριμωγμένο
τραπεζάκι στη γωνία άδειασε και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Καθώς προσπερνούσε
το προηγούμενο τραπέζι χαιρέτησε με ένα νεύμα την ηλικιωμένη γυναίκα που καθόταν
σε αυτό.
Την είχε ξανασυναντήσει στο ξενοδοχείο
τις πρωινές ώρες που έφευγε. Έπινε τον καφέ της όταν άκουσε πίσω της τον
διευθυντή της μονάδας να απευθύνεται στο γειτονικό τραπέζι.
«Κυρία Ραλλού, η Θεανώ έχει κάνει
ροδακινόπιτα που σας αρέσει. Σας έφερε ένα κομμάτι».
Η
Αθηνά έφερε το φλιτζάνι με τον καφέ στο στόμα, ενώ ένας συναγερμός άρχισε να
ηχεί στο μυαλό της. Ραλλού. Πόσο συχνά ήταν τα γυναικεία ονόματα που άρχιζαν
από Ρ.
«Δε θα κάνω νάζια», ακούστηκε
ικανοποιημένη η φωνή της γυναίκας πίσω της. «Δεν αφήνω λιχουδιά της Θεανώς
ανεκμετάλλευτη».
Η φωνή της απέπνεε μία ήρεμη γοητεία. Και
βαθιά ευγένεια.
Ήθελε να γυρίσει και να εξετάσει τη
φιγούρα της, αλλά δεν μπορούσε έτσι με απροκάλυπτη αδιακρισία. Γι’ αυτό άδραξε
την ευκαιρία που της έδωσε ο Θράσος όταν της απεύθυνε το λόγο.
«Κυρία Τερζή. Αφήστε μου να σας βάλω ένα
κομμάτι από την περίφημη ροδακινόπιτα της Θεανώς».
Η Αθηνά ένεψε χαμογελώντας ενώ το βλέμμα
της εξέταζε τη γυναίκα πίσω του. Πόσο να ήταν άραγε; Σίγουρα πάνω από
εβδομήντα. Τι ημερομηνία είχαν οι επιστολές που ξεκίνησε να διαβάζει την
προηγούμενη νύχτα; Χίλια εννιακόσια πενήντα έξι; Ή πενήντα οχτώ; Δεν ήταν
σίγουρη. Θα έπρεπε πάλι να το ελέγξει.
Ευγενικά καστανά μάτια. Μάτια νέα λες και
το γερασμένο της κορμί εγκλώβιζε μέσα της έναν νέο άνθρωπο. Το μαλλί της ήταν
λευκό, λευκό και κοντό. Κομψό. Τα ρούχα της λιτά.
Ένιωσε ανυπομονησία καθώς έπρεπε να
περιμένει τώρα για το γλυκό που υποσχέθηκε πως θα φάει. Ήθελε να πιάσει πάλι τα
γράμματα στα χέρια της.
Προσπάθησε να κυριαρχήσει στις σκέψεις
και στην ανυπομονησία της. Έτσι η φωνή που ήρεμα ακούστηκε πίσω της την έκανε
να πεταχτεί ως επάνω.
«Θα θέλατε να καθίσετε μαζί μας; Θα δείτε
πως το γλυκό της Θεανώς θα ανοίξει την διάθεσή σας για συντροφιά», πρόλαβε να
συμπληρώσει λες και διάβασε τη λαχτάρα για απομόνωση στο πρόσωπό της.
Η Αθηνά κατάπληκτη την κοίταξε με ανοιχτό
το στόμα πριν καταφέρει να συγκεντρώσει τον εαυτό της και να χαμογελάσει
ευγενικά. Πήρε το φλιτζάνι της και το μετέφερε στο διπλανό τραπέζι.
«Σας ευχαριστώ. Αθηνά Τερζή», συστήθηκε
καθώς έπαιρνε θέση απέναντι της.
Στο μυαλό της τριγύριζε η σκέψη αν θα
έπρεπε να νιώθει τύψεις. Κανονικά οποιαδήποτε πρόσκληση που θα διέκοπτε την
ηρεμία της θα της προκαλούσε ενόχληση. Τώρα όμως ήρθε σαν απάντηση στο ερώτημά
της. Με τις σκέψεις αυτές και την προσποιητή ευγένεια δεν είδε την έκπληξη που
αποτυπώθηκε στο πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. Ένα άνοιγμα των ματιών,
ανεπαίσθητο που υποτάχθηκε στιγμιαία σε μία χρόνια εκπαιδευμένη πειθαρχία.
«Αθηνά, λοιπόν».
Το λευκό χέρι, που της άφησε μια αίσθηση
παράδοξου καθώς έμοιαζε ανέγγιχτο από το χρόνο, απλώθηκε σαν κίνηση κύκνου προς
το μέρος της.
«Ραλλού Μαλτέζου. Μόνιμος κάτοικος του
ξενοδοχείου και του νησιού τα καλοκαίρια».
Σήκωσε αργά το φλιτζάνι του καφέ της και
κατέβασε μία γουλιά. Η Αθηνά τη μιμήθηκε.
«Πρώτη φορά έρχεστε. Δεν είναι προορισμός
για ανθρώπους της ηλικίας σας, θαρρώ», παρατήρησε, χωρίς να υποδηλώνει ο
χρωματισμός της φωνής της άποψη ή κρίση.
Η Ραλλού
άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει στο απέραντο γαλάζιο, που έμοιαζε λευκό σχεδόν
την ώρα αυτή του πρωινού. Μάζεψε τα χέρια της από το τραπέζι μόλις αντιλήφθηκε
το Θράσο να τις πλησιάζει.
«Να και η ροδακινόπιτα της Θεανώς. Ο
Θράσος επιμένει να με περιποιείται προσωπικά, ίσως υποδηλώνοντας έτσι το
σεβασμό προς την ηλικία μου».
Εκείνος χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει.
«Η καταγωγή μου είναι από εδώ Αθηνά. Το
πατρικό μου σπίτι βέβαια πουλήθηκε πριν από πολλά χρόνια. Δε νομίζω όμως ότι
έφυγα ποτέ από δω. Ανοησίες μιας γριάς γυναίκας», βιάστηκε να αλαφρύνει την
ατμόσφαιρα όταν είδε πως οι υπόλοιποι την παρατηρούσαν με οξυμένη την προσοχή
τους.
«Είμαι σίγουρη πως θα ζηλεύεις τους
φίλους σου που θα κάνουν διακοπές σε κάποιο φασαριόζικο νησί, όταν εσύ είσαι
εδώ».
Η Αθηνά άφησε ένα κομμάτι από το γλυκό να
μείνει στο στόμα της προσπαθώντας να χαρτογραφήσει τη γεύση της γλυκόξινης
κρέμας που συναντούσε αυτή του ώριμου ροδάκινου.
«Όχι στ’ αλήθεια. Δεν τους ακολουθώ
συνήθως. Είμαι μάλλον λίγο μονόχνωτη στη διασκέδασή μου. Και το νησί…».
Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στην
ατμόσφαιρα που είχε αρχίσει να βαραίνει από την υγρασία κι έμοιαζε λες κι ένα
αχνό πέπλο να έχει αρχίσει να απλώνεται πάνω στο γαλανό πρωινό.
«Το νησί μοιάζει να έχει κάτι. Σα να έχει
ψυχή, να είναι ζωντανό», συμπλήρωσε και μετά σκέφτηκε πως η συνομιλήτριά της θα
γελά μαζί της.
«Σα να έχει ιστορίες να διηγηθεί. Λες και
κρύβει ένα φάντασμα στη σοφίτα».
Η Αθηνά μούδιασε λίγο κι έπειτα βιάστηκε
να δώσει ένα τέλος στην κουβέντα της.
«Ίσως τελικά θα έπρεπε να ταξιδεύω πού
και πού. Μάλλον δεν έχω δει και πολλά
πράγματα στη ζωή μου, γι’ αυτό και μ’ έπιασε τέτοιος οίστρος», προσπάθησε να
αστειευτεί.
Οι εργασίες στο ξενοδοχείο έπειτα από δύο
μόλις μήνες έφταναν στο τέλος τους. Οι εγκαταστάσεις είχαν όλες ολοκληρωθεί και
ήταν από τις πιο σύγχρονες της εποχής. Η κουζίνα πρωτοποριακά καλυμμένη από
ανοξείδωτες επιφάνειες πέρα ως πέρα.
Ο Θράσος συγκέντρωνε προσωπικό ενώ ο Μάνος καθυστερώντας την
αναχώρησή του, έμενε πίσω για να βοηθήσει με τα έπιπλα που φτάνανε.
Οι οδηγίες που του είχαν δοθεί μιλούσαν για
το κατά το δυνατό περισσότερο
καταρτισμένο προσωπικό αλλά ο Θράσος συνέχεια εφεύρισκε τρόπους να τις
προσπεράσει.
Καταρχήν το Στέλιο, που είχε μετατραπεί
σε άγρυπνος φύλακας του ξενοδοχείου και αν δεν έμενε ο ίδιος μέσα, θα ήταν
σίγουρα αδύνατον να τον εμποδίσουν να κοιμάται στα σκαλοπάτια του, ίδιος σκύλος
που δεν μπορείς να τον μετακινήσεις από την πόρτα σου.
Έπειτα ήταν η γειτονοπούλα του, η Θεανώ.
Μεγαλύτερη λίγο από τον ίδιο, τον φρόντιζε με μητρικό ενδιαφέρον από τότε που
ήταν κοριτσόπουλο η ίδια. Όταν τα πράγματα αγρίευαν στο σπίτι του, στην αυλή
της έβρισκε καταφύγιο.
Και από τα χέρια της έτρωγε κάθε λογής
καλούδια. Ότι έμπαινε στην κουζίνα του σπιτιού της μετατρεπόταν μαγικά μέσα στα
χέρια της σε νέκταρ και αμβροσία.
Κι ήταν από τους σπάνιους εκείνους
ανθρώπους που περπατούσαν θαρρείς πιο ψηλά από τους άλλους γύρω τους. Με ματιά
καθάρια και χωρίς πολλά λόγια με ένα νοιάξιμο και φροντίδα για όλους. Σα να
ήταν η αγκάλη της η αγκαλιά της μάνας γης.
Η Θεανώ ήταν μεγαλοκοπέλα για την εποχή
της γιατί δεν είχε παντρευτεί κι ας μην είχε πατήσει ακόμη καλά καλά τα
τριάντα. Έπρεπε να φροντίσει τον άρρωστο αδερφό της και τα γονικά της.
Όταν της πρότεινε ο Θράσος να αναλάβει
την φροντίδα του ξενοδοχείου δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Με το μισθό της θα
μπορούσε να έχει κάποια βοήθεια στο σπίτι και θα έκανε κάτι και για τον εαυτό
της.
Κι έτσι με χαρά είπε το ναι κι ο Θράσος
κατέφερε να δικαιολογήσει στην διοίκηση την πρόσληψη αυτή ως κάτι που θα
μπορούσε να δώσει στο μενού του ξενοδοχείου μία τοπική πινελιά. Του δε Στέλιου,
σαν του μόνου ικανού να φροντίσει στην καλλιέργεια του κήπου την σπάνια τοπική
χλωρίδα.
Περίμενε να χρειαστεί να δώσει την μάχη
του όταν καθόταν και έγραφε μία μακροσκελή για τα δικά του δεδομένα αναφορά
στην διεύθυνση προσωπικού, αλλά τελικά δεν ήταν απαραίτητο.
Οι παρεμβάσεις του έγιναν ήσυχα αποδεκτές
κι έτσι με τη βοήθεια του Μάνου και του Στέλιου και των δύο νέων που είχαν
ξεκινήσει ως σερβιτόρος ο ένας και ο άλλος ως ρεσεψιονίστ, τακτοποίησαν τα
έπιπλα. Η Θεανώ που βρήκε την κουζίνα των ονείρων της έτοιμη, αρνήθηκε να
προχωρήσει σε νέες αγορές παρά την ενθάρρυνση του Θράσου, καθώς ήθελε να την
δουλέψει πρώτα για να δει πραγματικά τι θα ήταν απαραίτητο και βάλθηκε να
οργανώνει τα δύο κορίτσια που η ίδια προσέλαβε σαν καμαριέρες.
Από το να δοκιμάζουν το στρώσιμο των
κρεβατιών ξανά και ξανά και το καθάρισμα των χώρων μέσα στο μήνα που ακολούθησε
μέχρι τη στιγμή που εγκαινιάστηκε η λειτουργία του ξενοδοχείου είχαν αποκτήσει
την πείρα νοσοκόμων που εργάζονταν σε κεντρικό νοσοκομείο.
Η Θεανώ γνώριζε τα κορίτσια που ήταν
αναθρεμμένα σε δύσκολες συνθήκες, μαθημένα στη φροντίδα πολλών ανθρώπων. Καθώς
πλησίαζε η μέρα των εγκαινίων όπου πλήθος καλεσμένων θα κατέφθανε από την Αθήνα
για ένα τριήμερο φιλοξενίας παράλληλα με τοπικούς παράγοντες αλλά και των γύρω
νησιών, το ξενοδοχείο λειτουργούσε με πειθαρχία στρατιωτικής μονάδας.
Ένα πρωί ο Θράσος έφερε στο ξενοδοχείο
την κυρά Χρυσάνθη, τη μάνα του. Η κυρά Χρυσάνθη στάθηκε με δέος μπροστά στις
επιβλητικές λευκές σκάλες της εισόδου, σταύρωσε το κτίριο μπροστά της κι
ανέβηκε.
Κοίταξε με θαυμασμό τους ψηλοτάβανους
χώρους της εισόδου, της τραπεζαρίας και των σαλονιών. Έμεινε να θαυμάζει το
αίθριο με το φως που τρύπωνε γλυκά φιλτραρισμένο απ’ τα τζάμια της στέγης.
Όσο κι αν προσπάθησε ο Θράσος να την
πείσει να ανέβει στο ασανσέρ που ανακαινίστηκε από ειδικό συνεργείο ώστε να
μείνει στην ατόφια αρχική μορφή του με τον περίτεχνο σιδερένιο σκελετό, στάθηκε
αδύνατο.
Έσφιξε τα δόντια κι ανέβηκε μία μία τις
σκάλες. Έκλεισε τα μάτια με αγαλλίαση βουλιάζοντας στη βαθιά μοκέτα στους
διαδρόμους που έσβηναν κάθε θόρυβο από τα πόδια τους, πάτησε απαλά στα ξύλινα
πατώματα των δωματίων, άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα και άφησε τις λευκές
γάζες να ανεμίσουν στο πρωινό αεράκι.
Κι έτσι αφού γύρισε όλα, ένα προς ένα, τα
δωμάτια του πρώτου ορόφου και τα γέμισε με φως και αέρα, επέστρεψε στο φαρδύ
διάδρομο, κράτησε το κεφάλι του γιού της στα χέρια της και τον φίλησε στο
μέτωπο.
«Καλά καμωμένα όλα παιδί μου. Και μη σε ανησυχεί
τίποτε. Εδώ μέσα τριγυρνάει η πνοή του Θεού».
Έπειτα κατέβηκε ήσυχη τις σκάλες και
κανείς δεν κατέφερε να την πείσει να μείνει να της ψήσουν ένα καφεδάκι. Ούτε η
Θεανώ που μόνο στα πόδια της δεν έπεσε.
«Τον καφέ μου θέλω να τον πιω με την
ησυχία μου. Έτσι με αρέσει κοκόνα μου».
Κατέβηκε ήσυχη τα σκαλιά και έστριψε για
το σπίτι της. Στο δρόμο μόνο στάθηκε, γύρισε μέσα από ένα στενό και σε λίγο
βρέθηκε στην πόρτα της Παναγιάς της Ελεούσας.
Άναψε τα κεριά της και φίλησε τα εικονίσματα.
Στο τέλος πήγε και γονάτισε μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς.
«Το ήξερα Παναγία μου πώς δεν είχες
εγκαταλείψει το παιδί σου. Ποτέ δεν εγκαταλείπεις τα παιδιά σου. Σ’ ευχαριστώ
Παναγία μου. Άσε την ψυχούλα του να ησυχάσει. Τόσα τράβηξε».
Έκλεισε τα μάτια, έγειρε το
κεφάλι κι απέμεινε έτσι ώρα πολύ.
Η Ραλλού είχε ξαπλώσει στο λεπτοκόκκαλο
καναπεδάκι μπροστά στη βεράντα της. Με την εγκυμοσύνη της είχε βρει αφορμή να
μένει όσο θέλει στο σπίτι, αδιαφορώντας για τις τυπικές επισκέψεις στην πεθερά
της.
Ο Δημήτρης έφευγε κι ερχόταν ακαθόριστες
πια ώρες. Πριν λίγες μέρες της είχε πει πως υπήρχε ένα πρόβλημα στο ναυπηγείο,
που τον ανάγκαζε να φεύγει εκτάκτως. Και ζήτησε από το Λενιώ να του ετοιμάσει
το δωμάτιο των ξένων, για να μην ταράζει την Ραλλού που είχε ανάγκη από ησυχία.
Τον άκουσε η Ραλλού το προηγούμενο βράδυ.
Την πόρτα του σιγά μέσα στη νύχτα. Το τρίξιμο ήχησε απειλητικό μες την απόλυτη
σιωπή κι η Ραλλού ένιωσε μια ανατριχίλα να διατρέχει τον αυχένα της. Κι έπειτα
βήματα που έσβησαν στη μαρμάρινη σκάλα σα να είχαν τόσα να κρύψουν.
Σηκώθηκε και τράβηξε την ανοιχτή πόρτα
της βεράντας που άφηνε το θαλασσινό αεράκι να τρυπώνει σα νυχτερινό πνεύμα.
Προχώρησε λίγα βήματα ξυπόλητη, φάντασμα μες το σκοτάδι, που αχνά φωτίζονταν
από έναν φανοστάτη.
Σύρθηκε ως την άκρη μιας πέργκολας με
φύλλα κισσού μπλεγμένα επάνω της και τρυπώνοντας το κεφάλι κοίταξε το δρόμο.
Ο Δημήτρης Μαλτέζος γλιστρούσε σα σκιά
στην απέναντι γωνία και οι σκυμμένοι ώμοι και το αθόρυβο βήμα την έκαναν να
αναρωτηθεί. Ακούμπησε στην πέργκολα δίπλα της και τα λόγια της Λενιώς ήχησαν
στ’ αυτιά της.
«Λένε φριχτά πράγματα. Να σου κόβονται τα
ήπατα».
Τότε η Ραλλού έσυρε αργά την παλάμη πάνω
από την κοιλιά της καθώς μια ανησυχία άρχισε να την κυριεύει.
Την επόμενη μέρα δεν τον είδε στο πρωινό
και όταν κοίταξε ερωτηματικά το Λενιώ, εκείνη της ένεψε να μην μιλήσει. Η
κοπέλα που τους είχε δώσει η πεθερά της για τις δουλειές έξω από την τραπεζαρία
σφουγγάριζε τα μάρμαρα.
Όταν αργότερα της πήγε έναν καφέ στη
βεράντα της είπε χωρίς να περιμένει να την ρωτήσει.
«Ήρθε χαράματα, έκανε ένα μπάνιο κι
έφυγε. Σαν ψόφιο σκυλί έμοιαζε. Ο Θεός να μας φυλάξει κυρά μου».
Για κάποιο λόγο από τη μέρα εκείνη η Ραλλού
και το Λενιώ ένιωθαν σα να περπατούσαν πάνω σε σπασμένα γυαλιά. Μια κίνησή τους
μπορούσε θαρρείς να τις κόψει. Μία αδιόρατη απειλή τις κύκλωσε και ο αέρας του
σπιτιού έγινε αποπνικτικός.
Το επόμενο πρωί ο Θράσος κόντεψε να βρει
την Αθηνά να την περιμένει στο γραφείο του. Τόσο νωρίς είχε κατέβει. Μόλις που
είχε προλάβει να ανοίξει τον υπολογιστή του.
Όχι ότι κάθισε μπροστά του, όχι καθόλου.
Πάτησε απλά τα πλήκτρα, άνοιξε την σύνδεση στο Ίντερνετ και βγήκε από το
ξενοδοχείο. Κατέβηκε τα σκαλιά με βιάση παράξενη για την ιδιοσυγκρασία του.
Διέσχισε το δρόμο, πέρασε μπροστά από τα σταματημένα παϊτόνια και χώθηκε στο
στενό ανάμεσα σε δύο αρχοντικά που αγνάντευαν το πέλαγος. Σκαλιά κατηφόριζαν
προς την προκυμαία.
Τον είδε ν’ ανεβαίνει κρατώντας όπως
πάντα μια μικρή βαλίτσα και τάχυνε το βήμα του.
Συναντήθηκαν, τα βλέμματα τους ενώθηκαν
σ’ ένα θερμό θαρρείς εναγκαλισμό. Μέσα σε αυτό το απειροελάχιστο διάστημα τα μάτια
πλημμύρισαν τρυφερότητα και χιλιάδες χάδια ξεχύθηκαν από μέσα τους.
Ο Θράσος πήρε τη βαλίτσα του Μάνου στα
χέρια του κι εκείνος χαμογέλασε.
«Τόσα χρόνια με περιμένεις σ’ αυτά εδώ τα
σκαλιά και επιμένεις να παίρνεις τη βαλίτσα μου».
Του επέστρεψε το χαμόγελο, χωρίς να είναι ανάγκη να προσθέσει κάτι. Πήραν
το δρόμο για το ξενοδοχείο. Αργά, συντροφεμένα. Ο Μάνος παρατηρούσε κάθε αλλαγή
που είχε γίνει στην απουσία του. Ο πεύκος που κόπηκε, το λιόδεντρο που
μεγάλωσε. Η κυρά Ελένη είχε απλώσει τη μπουγάδα της και πάλι σε στρατιωτική
παράταξη.
Δεν πρόλαβε να το ξεστομίσει και πρόβαλε
κουνιστή λυγιστή σαν αφράτη πάπια πίσω από την μπουγάδα της και τον καλωσόρισε
εγκάρδια. Κάθε φορά που κατέβαινε στο νησί ήταν σα να γυρνούσε σπίτι.
Όταν μπήκαν στο ξενοδοχείο ο Θράσος
παραξενεύτηκε να βρει την Αθηνά να πίνει τον καφέ της στο καναπεδάκι απέναντι
στη ρεσεψιόν.
«Ελπίζω να φρόντισαν το πρωινό σας
σήμερα», την καλημέρισε παρατηρώντας το ρολόι που ήταν κρεμασμένο πάνω από το
γραφείο του.
«Ότι χρειάζομαι το έχω».
Ήταν έξι και μισή ακριβώς.
«Κύριε Ουσταμπασίδη χρειάζομαι βοήθεια,
αν θα μπορούσατε να μου αφιερώσετε λίγο χρόνο».
Ο Θράσος κοίταξε τον Μάνο που
κατευθυνόταν στο δωμάτιό του που πάντα τον περίμενε, δίπλα στο δικό του.
«Θα ζητήσω από τη Θεανώ να ετοιμάσει σε όλους
μας ένα καλό πρωινό και θα τα πούμε με την ησυχία μας. Περιμένετέ με στην
τραπεζαρία».
Σε πέντε λεπτά παρακολουθούσε την Αθηνά
να τρώει μία ομελέτα που είχε ετοιμάσει η Θεανώ ειδικά για αυτήν, ενώ εκείνος
είχε μπροστά του μία κούπα γιαούρτι.
Η Αθηνά προσπάθησε να του
μιλήσει μα δεν την άφησε.
«Είναι ώρα να αρχίσεις να αποκτάς σωστές
διατροφικές συνήθειες. Τώρα που είσαι νέα».
Η Αθηνά αναστέναξε και προσπάθησε να
επικεντρωθεί στο φαγητό της. Δεν υπήρχε ποτέ κανείς να την χαϊδέψει, ή να
επιμείνει να φάει το φαγητό της. Έτρωγε μόνο και ωσότου καλύψει την πείνα της.
Τα φαγητό δεν κάλυπτε καμιά της άλλη ανάγκη κι όταν άκουγε την Αλκμήνη να μιλά για κρίσεις βουλιμίας και τις τύψεις που
ένιωθε αφού είχε καταναλώσει ένα κιλό από το αγαπημένο της παγωτό, αναρωτιόταν
αν είχε πέσει από άλλο πλανήτη.
Κάτω από το εξεταστικό βλέμμα του Θράσου
ντράπηκε που έτρωγε γρήγορα για να ξεμπερδεύει και βράδυνε το ρυθμό της.
«Είναι πολύ νόστιμο. Μοσχομυρίζει».
«Ρίγανη», της απάντησε χαμογελώντας
εκείνος.
«Ρίγανη», επανέλαβε η Αθηνά.
Τελείωσε αργά το πρωινό της, όσο από αυτό
μπορούσε τουλάχιστον. Ο Θράσος την παρατηρούσε με προσοχή.
«Ο λόγος που βρίσκομαι στο νησί, είναι
γιατί κληρονόμησα κάποια περιουσία από τον παππού μου. Το έμαθα μόλις πρόσφατα.
Η περιουσία του είναι ένα σπίτι, ένας ελαιώνας και κάποια έκταση γης. Δεν ξέρω
τι θα κάνω ακόμη, αλλά θα ήθελα να δω αν θα μπορούσα να κάνω κάποιες εργασίες
στο σπίτι. Για να συντηρηθεί».
Τα είπε όλα με μια ανάσα ενώ ο Θράσος την
κοίταζε με ενδιαφέρον, πίνοντας αργά το χυμό του.
«Αναρωτιόμουν αν γνωρίζετε κάποιον στο
νησί που θα μπορούσε να εκτιμήσει την κατάσταση του σπιτιού και τις εργασίες
που θα έπρεπε να γίνουν».
Ο Θράσος χαμογέλασε και σηκώθηκε από το
τραπέζι.
«Δώσε μου ένα λεπτό».
Δεν πρόλαβε να βγει από την αίθουσα όμως
καθώς ο Μάνος ήδη τους πλησίαζε. Στο χέρι του κρατούσε ένα δίσκο φορτωμένο με
τα καλούδια που μάζεψε απ’ την κουζίνα της Θεανώς.
«Θα έτρωγα κι έναν λύκο», αστειεύτηκε κι
ακολούθησε το Θράσο στο τραπέζι του».
«Μάνο, να σου συστήσω την Αθηνά Τερζή.
Μένει στο ξενοδοχείο».
«Κυρία Τερζή, ο Μάνος είναι πολύ καλός
φίλος. Επίσης είναι αρχιτέκτονας και είναι ο ίδιος που φρόντισε τη συντήρηση
αυτού του ξενοδοχείου».
Η Αθηνά περιδιάβαινε στα σχεδόν άδεια
δωμάτια του σπιτιού καθώς ο Μάνος είχε εδώ και ώρα ξεχάσει και την ύπαρξή της.
Πριν μια ώρα περίπου είχαν φτάσει στο
σπίτι του παππού της. Σπίτι της δεν της πήγαινε να πει. Τριγύριζε άσκοπα μέσα
στα δροσερά ψηλοτάβανα δωμάτιά του και περνούσε από το μυαλό της ότι θα ήταν
πολύ εύκολο να βρει ένα σπιτικό εδώ πέρα. Το σπιτικό που για την ίδια είχε
γκρεμίσει στα δέκα της χρόνια.
Η ατμόσφαιρα ήταν ανάλαφρη. Θα κυλούσε η ζωή
εύκολα, αβίαστα, χωρίς να ασθμαίνει. Από τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα που βιάστηκε
ο Μάνος ν’ ανοίξει, το φως περνούσε ανεμπόδιστο και στις λωρίδες που σχημάτιζε
μπλέκονταν σκιές συνθέτοντας μια φωτεινή μυσταγωγία.
«Αλαφρύς ο ίσκιος του», σκέφτηκε η Αθηνά
που είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι που φρόντιζε να είναι αθόρυβη κι απαρατήρητη.
Το απαλό φως όπως περπατούσε έπεφτε επάνω
της σα χάδι γλυκό. Χαμογέλασε στη σκέψη πως ήταν ίσως η πιο τρυφερή επαφή που
είχε εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Ο Μάνος την είδε από το κεντρικό δωμάτιο
που λειτουργούσε σαν χωλ και βγήκε αθόρυβα στην αυλή. Εκεί τον βρήκε λίγο
αργότερα.
«Λοιπόν; Τι θέλεις να κάνεις με δαύτο;»,
έκανε ανασηκώνοντας μια ιδέα το βλέμμα του για να βουλιάξει αμέσως πίσω στα
χαρτιά του.
Κάθισε στον πέτρινο πάγκο
απέναντί του. Σήκωσε τους ώμους.
«Θα το πουλήσω φαντάζομαι. Απλά δεν ξέρω
αν θα το επισκευάσω πρώτα ή….». Η φράση της χάθηκε μέσα στις σκέψεις της.
Ο Μάνος συνέχισε να μουτζουρώνει τα
χαρτιά του.
«Δε θα κόστιζε μία περιουσία. Η στέγη
είναι γερή, πρέπει να είχε αλλαχτεί πρόσφατα. Τα πατώματα επίσης. Θα ήθελε μία
καλή ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση. Τα κουφώματα, χωρίς να είναι
απαραίτητη η αλλαγή τους. Παλεύονται».
Η Αθηνά έστρεψε λίγο το κεφάλι προσπαθώντας
να διαβάσει τις σημειώσεις του.
«Δεν ξέρω πολλά από ακίνητα. Με συμφέρει
να το πουλήσω αφού πρώτα το επιδιορθώσω;».
«Πολύ πιθανόν. Εξαρτάται και από τη
ζήτηση. Θα μιλήσω με ένα δυο μηχανικούς στο νησί να μου πουν πώς κινείται η
αγορά».
Σε λίγο συντροφεμένοι έβγαιναν από την
αυλή και ξεκινώντας να κατηφορίζουν γύρισαν κι έριξαν ένα τελευταίο βλέμμα στο
παλιό κτίσμα.
«Θα γινόταν ένα πραγματικό σπιτικό», είπε
χαμηλόφωνα ο Μάνος χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.
Συνέχισαν το δρόμο τους σιωπηλοί.
Η Ραλλού σηκώθηκε και σύρθηκε έξω από το
δωμάτιο μόλις άκουσε στα τελευταία σκαλιά τα βήματά του. Είχε ξαπλώσει με τα ρούχα και
στα πόδια της φορούσε ένα ζευγάρι λαστιχένια ίσια παπούτσια που είχε πάρει για
να κατεβαίνει στη θάλασσα.
Η εξώπορτα έτριξε και η Ραλλού κατέβηκε
γρήγορα τα σκαλιά. Πήρε μια ανάσα πίσω από την κλειστή πόρτα κι έπειτα την
άνοιξε τρυπώνοντας μόνο το κεφάλι της έξω.
Η νύχτα ήταν χωρίς αστέρια και το σκοτάδι
μαλάκωναν οι φανοστάτες. Είδε μια σκιά να γλιστρά δύο γωνίες πιο πέρα σ’ ένα
στενό αριστερά, έκλεισε την πόρτα πίσω της κι άρχισε να βαδίζει γρήγορα. Τα
παπούτσια της την προστάτευαν απ’ το να γίνει αντιληπτή καθώς το λάστιχο
πατούσε αθόρυβα και σταθερά πάνω στο δρόμο.
Στο στενό που έστριψε το σκοτάδι ήταν
απόλυτο και μόνο ο απόηχος από το σκληρό δερμάτινο σκαρπίνι του Δημήτρη την
οδηγούσε. Πολύ γρήγορα κατάλαβε πως φτάνανε στη θάλασσα και στρίβανε προς το
ναυπηγείο.
Μέσα στο πνιχτό σκοτάδι, ακολουθώντας το
θόρυβο άλλοτε κι άλλοτε από ένστικτο, τραβούσε προς τα κει. Όταν έφτασε στην
πύλη, τον είδε να διασχίζει την αυλή και να κατευθύνεται στο καρνάγιο. Δυο
τρεις φανοστάτες έριχναν το φως τους και δίστασε να προχωρήσει, ωσότου τον είδε
να χάνεται πίσω από τα καΐκια.
Τρύπωσε από την μισάνοιχτη βαριά
σιδερόπορτα και κολλώντας το σώμα της στον πέτρινο τοίχο του κτιρίου που
σκέπαζε τα πάντα στον ίσκιο του, κατηφόρισε.
Έφτασε στην άκρη του κι η καρδιά της
κόντευε να σπάσει. Δεξιά και μπροστά της, ανάμεσα σε σκελετούς από καΐκια
αναγνώρισε τον ίσκιο του Δημήτρη να γλιστρά ανάμεσά τους. Περίμενε λίγο και
προχώρησε αργά.
Τώρα στ’ αυτιά της έφταναν φωνές κι όσο
πλησίαζε τόσο γίνονταν πιο καθαρές. Σύρθηκε πίσω από ένα κουφάρι καραβιού και είδε
το Δημήτρη όρθιο. Ανάμεσα στ’ ανοιχτά του πόδια κάποιος ήταν σκυμμένος. Το χέρι
του άντρα της τον κρατούσε από τα μαλλιά και πηγαινοέφερνε το κεφάλι του πάνω
στο μόριό του.
Η Ραλλού ένιωσε ένα κύμα εμετού ν’
ανεβαίνει, τα σωθικά της να ταράζονται και έφερε το χέρι στο στόμα της.
Ξάφνου ο άντρας της έκανε πίσω και σήκωσε
το άλλο άτομο, έτσι όπως το κρατούσε, από τα μαλλιά. Με κατεβασμένα τα
παντελόνια το γύρισε και το πέταξε σα σακί πάνω σ’ ένα σωρό από ξύλα.
«Κατέβασε το παντελόνι σου».
Η φωνή του άντρα της ήταν αγνώριστη. Ήταν
η φωνή ενός σκοτεινού θηρίου. Σκοτεινό θηρίο που ξύπνησε από το βαθύ λήθαργο
στα έγκατα της γης, αποφασισμένο να σκορπίσει τη φρίκη. Ηφαίστειο που ξερνά
κακό.
«Κύριε Δημήτρη, όχι, όχι».
Τη στιγμή
που η Ραλλού συνειδητοποίησε πως μπροστά
στον άντρα της στεκόταν ένα παιδί, το στομάχι της έγινε μια μεγάλη πληγή και το
στόμα της στέγνωσε.
Το χέρι του απλώθηκε σαν τρομαχτικό φίδι,
γράπωσε το παιδί από το λαιμό και το πίεσε πάνω στο σωρό. Το παιδί προσπαθούσε
να ξεγλιστρήσει από τη μέγγενη των χεριών του, αλλά εκείνος έδωσε μία και με
κίνδυνο να το πνίξει το ακινητοποίησε σφίγγοντας του το λαιμό.
«Σκέψου το. Σε αφήνω τώρα αν θες. Ο
πατέρας σου θα χάσει τη δουλειά του και θα ψοφήσετε από την πείνα. Σαν τα
σκουλήκια θα σέρνεστε».
Η Ραλλού ένιωσε τα γόνατά της να
λύνονται, η δυσκολία ν’ ανασάνει της έφερνε τσούξιμο στα μάτια.
Μπροστά της το παιδί χύθηκε άψυχο πάνω
στο σωρό ενώ ο Δημήτρης πήρε την σφιχτή μέγγενη του χεριού του από το λαιμό του
και τράβηξε με μια κίνηση τα ρούχα του παιδιού.
Με μία δύο σπρωξιές μπήκε μέσα του κι η
απελπισμένη κραυγή του αγοριού έμοιαζε με κραυγή αγριμιού.
Έπρεπε να κάνει κάτι, σκεφτόταν, έπρεπε
να κάνει κάτι, μα τα πόδια της σαν κολώνες από τσιμέντο δεν είχαν δική τους
βούληση. Και τότε ο Δημήτρης κύλησε πάνω στο κορμί του παιδιού, σα δέντρο που
το κόψανε και διέκοψε τη ρυθμική κίνηση μπροστά της. Όρμισε μπροστά όταν
κατάλαβε πως ο άντρας της είχε κυλήσει πάνω στο σωρό από τα ξύλα ενώ το παιδί
αποτραβιόταν κάτω από το σώμα του.
Κι όπως είχε σταθεί λίγα μέτρα από το
αποτρόπαιο τούτο θέαμα, ο νεαρός, ίδιος τραγικό άγαλμα, κοιτούσε μια εκείνη μια
το Δημήτρη. Πλησίασε, ήθελε να τον ακουμπήσει μα φοβόταν μην τον τρομάξει.
«Είσαι καλά;», άρθρωσε άψυχα σχεδόν. Στο
σβησμένο σχεδόν φως των αστεριών, διέκρινε το άσπρο των ματιών του. Δεν θα
πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρονών. Τα μάτια του κυριευμένα απ’ τον
τρόμο.
Ύψωσε το χέρι και το κοίταξε σα να μην
πίστευε κι ο ίδιος σ’ αυτό που έβλεπε.
Ένα μαχαίρι, η λάμψη της λεπίδας του. Και
σκούρες κηλίδες παντού.
Η Ραλλού στράφηκε και κοίταξε το σώμα του
Δημήτρη. Πλησίασε με τη ράχη της παλάμης της τη βάση του λαιμού του. Έψαξε για
ίχνη ζωής.
«Πώς σε λένε;».
Το παιδί την κοιτούσε λες και δεν
καταλάβαινε τι της έλεγε. Τον κράτησε από τους ώμους και τον τράνταξε.
«Πώς σε λένε;».
«Νικόλα».
«Νικόλα, λυπάμαι. Τώρα όμως πρέπει να
φροντίσουμε γι’ αυτό εδώ. Πώς ήρθες εδώ;».
Εκείνος της απάντησε και η Ραλλού έμεινε
για λίγο σκεπτική. Έπειτα από λίγη ώρα ο Νικόλας έμπαινε στη βάρκα του.
«Ποιος είναι ο πατέρας σου Νικόλα;».
«Ο Κωστής ο Στρατάκης».
«Θα σε βρω εγώ Νικόλα. Όταν κοπάσει η
μπόρα. Μη φοβάσαι».
Σάββατο 11 Απριλίου 2015
Παρασκευή 10 Απριλίου 2015
Πέμπτη 9 Απριλίου 2015
Τετάρτη 8 Απριλίου 2015
14ο κεφάλαιο
Η Αθηνά ντύθηκε, μάζεψε την τσάντα της και κίνησε ν’ ανέβει.
Πως πέρασαν τόσες ώρες, αποκομμένη από το χώρο και τον χρόνο, δεν το κατάλαβε.
Μυστηριακό τοπίο, ήταν λες και μ’ ένα βήμα της μόνο είχε βρεθεί σε έναν άλλο
κόσμο, σ’ ένα παράλληλο σύμπαν.
Έριξε μια τελευταία ματιά γύρω της κι
ένιωσε λες και στο μέρος αυτό ανήκε, είχε ρίζες. Καταπολέμησε την απροθυμία που
είχε απλωθεί στα μέλη της κι άρχισε να ανεβαίνει βαριεστημένα.
Όταν έφτασε επάνω, είδε ευθεία μπροστά
της ν’ απλώνεται ένα πυκνό δάσος από ελιές, συμπαγές σχεδόν που ανηφόριζε την
πλαγιά. Τα δέντρα έμοιαζαν να πυκνώνουν δημιουργώντας έδρα πιο πέρα και
ψηλότερα.
Χωρίς δεύτερη σκέψη τρύπωσε ανάμεσα στα
λιόδεντρα προσπαθώντας να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Οι ελιές ήταν μεγάλες σε
ηλικία και μέγεθος, δημιουργώντας έτσι ένα ισκιερό περιβάλλον μέσα στο οποίο
κινήθηκε. Οι αχτίδες του ήλιου τρύπωναν και μπλέκονταν σ’ ένα παιχνιδιάρικο
φωτεινό γαϊτανάκι δημιουργώντας της την αίσθηση πως κινείται σ’ ένα πελώριο
πρίσμα.
Περπατούσε λίγη ώρα μαγεμένη όταν
διέκρινε πρώτα μια βελανιδιά μπροστά της να δεσπόζει σ’ ένα ξέφωτο. Ένα ξέφωτο αρκετά
μεγάλο για να χωράει ένα κτίσμα με κεραμοσκεπή, χτισμένο από χοντρά λιθάρια. Τα
παράθυρα που έβλεπαν σ’ εκείνη ήταν σφαλισμένα με ξύλινα παραθυρόφυλλα.
Έφερε ένα γύρω το κτίσμα για να κοιτάξει
με ζήλια τους χοντρούς τοίχους του, αναλογιζόμενη πόση δροσιά θα έκλειναν μέσα
τους. Στάθηκε για λίγο απογοητευμένη στην ιδέα ότι θα έπρεπε να φύγει,
προσπαθώντας να πείσει τα μέλη της να υπακούσουν στην απόφασή της.
Μόλις όμως πήρε να προχωρά, μια σκέψη
πέρασε από το μυαλό και την έκανε να παγώσει. Κατέβασε την τσάντα από την πλάτη
της και έχωσε το χέρι ανυπόμονα μέσα. Αφού το κίνησε διερευνητικά για λίγο,
κατάφερε να πιάσει το κλειδί που κουβάλαγε μαζί της.
Τράβηξε το μεγάλο σιδερένιο κλειδί και
παρατώντας τα πράγματά της κατάχαμα έκανε μερικά διστακτικά βήματα. Έφτασε στην
πόρτα, ύψωσε το χέρι. Στάθηκε, κοιτώντας μια το κλειδί και μια την
κλειδαρότρυπα που έχασκε σαν κούφιο στόμα μπροστά της.
Αργά, το έφερε μπροστά της κι όταν το
έσπρωξε μέσα κι αυτό γλίστρησε ανεμπόδιστα αισθάνθηκε σαν τη Σταχτοπούτα που
δοκίμαζε το γοβάκι της.
Το γύρισε με ευκολία, άνοιξε την πόρτα κι
ένιωσε ένα κύμα από δροσιά και κλεισούρα να την λούζει.
Η Ραλλού είχε καθίσει στο πεζούλι της
πέτρινης βεράντας που έβλεπε προς το λιμάνι. Κάθε πρωί με το που έφευγε ο
Δημήτρης έβγαινε και καθόταν εκεί μέχρι σχεδόν να γυρίσει.
Το Λενιώ ετοίμαζε το φαγητό τους μες τη
θλίψη. Η Ραλλού της είχε απαγορέψει ακόμη και να την ρωτά οτιδήποτε σε σχέση με
το σπίτι ή το φαγητό. Απελπισμένο το Λενιώ, έβαζε τα δυνατά της να έχει
στρωμένο κάθε μέρα άψογα το τραπέζι. Έτσι κι αλλιώς το καινούριο της αφεντικό
δεν έμενε συχνά στο σπίτι. Ερχόταν το μεσημέρι για φαγητό, ξεκουραζόταν μία ώρα
και ξανά το βράδυ.
Καμία φορά έβγαιναν για να επισκεφτούν
κάποιο σπίτι όπου συχνά ήταν καλεσμένοι, σα νιόκοπο ζευγάρι, και η Ραλλού
ακολουθούσε αγόγγυστα χωρίς όμως να σκοπεύει να ανοίξει και το δικό της σπίτι.
Και ο Δημήτρης, που ήταν μάλλον μονόχνοτος και συναναστρεφόταν κόσμο μόνο και
μόνο για να κρατά τα απαραίτητα κοινωνικά προσχήματα, βολευόταν με την
απροθυμία της για κοινωνική ζωή.
Μια καλημέρα και μια καληνύχτα του έλεγε η
Ραλλού. Και που και που, σπάνια βέβαια, ανεχόταν το στεγνό βαρύ κορμί του πάνω
στο δικό της. Για κάποιο λόγο ένιωθε πως ήταν και για τους δυο το ίδιο αφόρητο
βάρος, η ίδια αίσθηση υποχρέωσης.
Μόνο καθόταν στη βεράντα. Το βλέμμα της
στο απέραντο γαλάζιο, κι εκείνο της έφερνε στα μάτια μονάχα πράγματα που ήθελε
να δει.
Τα χρόνια της δίπλα στον Κυριάκο. Η
παιδική της ηλικία, χαμένη στα σίγουρα,
που τελευταία κυριολεκτικά στιγμή σώθηκε. Χρόνια που πέρασε απ’ την
εποχή του παιδιού στην εποχή της γυναίκας. Οι βόλτες τους, τα παιχνίδια τους κι
η θάλασσα. Αμίλητα απογεύματα στα ριζά μιας ελιάς, να μελετούν συντροφικά. Κι η
νύχτα. Η τελευταία τους νύχτα. Δεν υπήρξε άλλη νύχτα στη ζωή της.
Τις ελάχιστες φορές που βρέθηκε με το
Δημήτρη δεν ήταν εκεί. Ούτε η ψυχή, ούτε η καρδιά. Ούτε καν το σώμα της. Δεν
υπήρξαν αυτές οι νύχτες. Δεν άγγιξαν τη ζωή της.
Έκλεινε τα μάτια, ύψωνε το πρόσωπο στο
χάδι της ζέστης και του ήλιου κι ένιωθε το ανάλαφρο άγγιγμα του ανέμου στο
δέρμα της. Και τ’ ακροδάχτυλα του Κυριάκου, τρεμάμενα, ερχόταν και χάιδευαν το
κορμί της, και την κρατούσε ξανά από το χέρι οδηγώντας την σ’ έναν τόσο βαθύ
μπλε, σχεδόν μαύρο έναστρο ουρανό.
Το μεσημέρι ο Δημήτρης έτρωγε αμίλητος,
με βιάση το φαγητό απέναντί της.
«Έχω αφήσει κάποια πράγματα στο σπίτι
μας. Μάλλον επιπόλαια ετοιμάστηκα. Λέω να πάω για λίγες μέρες στο νησί.
Πεθύμησα και την μητέρα μου».
Το Λενιώ που εκείνη την ώρα έφερνε τη
σουπιέρα με την ψαρόσουπα κόντεψε να την αναποδογυρίσει στο άκουσμα της δήλωσης
αυτής. Ο κύριος της όμως δεν αντέδρασε. Κούνησε μόνο το βλέμμα του,
ικανοποιημένος μάλλον, μασώντας την επόμενη μπουκιά του.
Το συνεργείο άλλαζε πυρετωδώς τα
κουφώματα, κάποια κατεστραμμένα κομμάτια στο πάτωμα. Είχαν ήδη τελειώσει οι
εργασίες στήριξης των μπαλκονιών και της επιδιόρθωσης κατεστραμμένων τζαμιών
της οροφής του αίθριου. Στα μπαλκόνια τοποθετούσαν
καινούρια σιδερένια κάγκελα και η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση κόντευε
να ολοκληρωθεί.
Είχαν γίνει οι μετρήσεις και η παραγγελία
για τα έπιπλα της κουζίνας, ανοξείδωτα πέρα ως πέρα σύμφωνα με τις υποδείξεις
του Θράσου.
Ο Μάνος συμφώνησε. Έτσι κι αλλιώς ήταν
πολύ κάτω απ’ τον προϋπολογισμό τους. Είχαν ξεπεράσει τα όριά τους τους
τελευταίους δύο μήνες να αναπαλαιώνουν, να διορθώνουν οτιδήποτε μπορούσε να
σωθεί.
Όταν το συνεργείο έφευγε, αργά το
απόγευμα ο Θράσος με τον Μάνο κάθονταν σε δύο καρέκλες με ένα φερ φορζέ
τραπεζάκι ανάμεσά τους, από αυτά που καθαρά και βαμμένα μένανε στοιβαγμένα στο
αίθριο.
Ο Μάνος έτρεχε πάντα από ένα μπακάλικο
πιο δίπλα και κουβάλαγε πότε παγωμένες μπύρες, πότε ούζο και κανένα μεζεδάκι.
Ξαπόσταζαν συντροφικά και έβλεπαν τον ήλιο να σβήνει στο βάθος του ορίζοντα και
το σούρουπο ν’ απλώνεται με νωχελική γλύκα.
«Λέω να ετοιμάσω ένα δωμάτιο από τα πίσω
της υπηρεσίας και να έρθω να μείνω εδώ. Χαλάει το κέφι μου κάθε βράδυ όταν
έρχεται η ώρα να φύγω».
Ο Θράσος συλλογίστηκε.
«Θαρρώ πως το ξενοδοχείο αρχίζει να ζει
όταν φεύγουμε όλοι. Μια συνωμοτική σιωπή σκεπάζει όλη μέρα τα δωμάτια και τους
χώρους. Φιγούρες κρυμμένες στις σκιές και στο υπόγειο. Στις σκάλες ψηλά, στις
γωνίες. Και μόλις φύγουμε και κλείσουν οι πόρτες πίσω μας σιγά σιγά γλιστρούν,
αρχίζουν να περιδιαβαίνουν σιωπηλά, να τεντώνονται και να ξεμουδιάζουν».
Ο Μάνος πετάχτηκε επάνω και έγνεψε στον
έκπληκτο Θράσο. Τον ακολούθησε, διέσχισαν την είσοδο, έκαναν τον κύκλο του
αίθριου από τον διάδρομο που το πλαισίωνε και βρέθηκαν στα δωμάτια της πίσω
πλευράς που έβλεπαν στον κήπο. Αυτά προορίζονταν για το προσωπικό και για βοηθητικά.
Ο Μάνος άρχισε να ανοίγει μία μία τις
πόρτες και να μπαινοβγαίνει.
«Λοιπόν, τι λες; Διάλεξε δωμάτιο. Ποιος
ξέρει; Αν μείνουμε εδώ, μπορεί οι σκιές που ξεπροβάλλουν τα βράδια να μας
αποκαλύψουν τα μυστικά τους».
Ο Θράσος δεν κάθισε να σκεφτεί. Το
ακριανό δωμάτιο στα αριστερά. Το παράθυρό του το πλαισίωναν κλαριά ενός πεύκου,
που έγερνε χαμηλά προς το κτίριο, σχηματίζοντας έναν φυσικό φράχτη, δίνοντας
του ιδιαίτερη ησυχία και απομόνωση.
«Έπιπλα τώρα. Τι θα διαλέξεις;», συνέχισε
ο Μάνος παιχνιδιάρικα.
Κοντοστάθηκε. Τα έπιπλα είχαν όλα κατεβεί
από τα δωμάτια και ο προορισμός τους ήταν πάλι ο ίδιος. Έπειτα θυμήθηκε πως
είχαν λυπηθεί και δεν είχαν πετάξει ένα κρεβάτι που το κεφαλάρι του ήταν τόσο
σκουριασμένο που αναγκάστηκαν να το αφαιρέσουν. Μέσα σε λίγη ώρα το είχαν
μεταφέρει και φέρανε ακόμη ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα κι ένα γραφείο. Τελευταία
κουβάλησαν ένα στρώμα, από αυτά που περίμεναν πακεταρισμένα για να ανοιχτούν.
Ο Θράσος ήξερε τι ήθελε ακόμη εκεί μέσα.
Ένα μεγάλο χαλί που είχε στο δωμάτιό του. Κουρελού ήταν για την ακρίβεια κι η
μητέρα του την είχε φτιάξει ενώνοντας παλιά κομμάτια που είχαν περισσέψει από
κατεστραμμένες κουρελούδες. Κομμάτι και χρώμα, κομμάτι και ύφασμα αλλά ζέσταινε
το δωμάτιό του και το ίδιο θα έκανε κι εδώ.
Κι όταν θα έμπαιναν οι κουρτίνες
όλα θα ήταν έτοιμα.
Γύρισε και το κοίταξε με ικανοποίηση.
Ύστερα στράφηκε στο Μάνο.
«Τώρα το δικό σου. Θα πάρουμε ένα
κρεβάτι από μέσα. Αφού δε θα μείνεις μόνιμα, θα το μετακινήσουμε όταν θα φύγεις
σε κάποιο δωμάτιο».
Κατευθύνθηκαν προς το αίθριο κι ένα κύμα
θλίψης κατέκλυζε το Θράσο. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως ο Μάνος θα
έφευγε.
Και αναρωτήθηκε αν η θλίψη του πήγαζε
από το γεγονός ότι δεν θα είχε κάποιον να μοιράζεται τα σχέδιά του για το
κτίριο τούτο που είχε γίνει όνειρο και νόημα της ζωής του.
Ή αν η θλίψη αυτή πήγαζε απ’ το γεγονός
ότι πρώτη φορά αισθανόταν άνετα στη ζωή του με μια άλλη ανθρώπινη ύπαρξη. Λες
κι ο Μάνος ήταν μια προέκταση του εαυτού του .Ένας Θράσος ακόμη, αλλά ένας
Θράσος πιο φωτεινός, φωτεινός και ηχηρός.
Ο Μάνος σα να διαισθάνθηκε τη θλίψη που
πύκνωνε πίσω του, ώσπου έγινε απτή και θα μπορούσες λες να την αγγίξεις, γύρισε
κι είδε το θολό βλέμμα του.
Προχώρησε αργά προς το μέρος του, σήκωσε
το χέρι και με τ’ ακροδάχτυλα ακολούθησε το περίγραμμα του προσώπου του,
νιώθοντας ηλεκτρικό ρεύμα να διαπερνάει το χέρι του.
Ο Θράσος έκανε ένα αργό βήμα μαγεμένος
μπροστά και τα χείλη τους έσμιξαν σε μια μαγνητική δίνη που τους ένωσε χωρίς ν’
αντιλαμβάνονται τα μάγια που τους είχαν δέσει.
Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε χώρος, δεν
υπήρχε χρόνος. Κορμιά και πνεύματα στριφογύριζαν, αιωρούνταν. Από μέσα τους
ξεχύνονταν ηλεκτρική ενέργεια λες και φως τύλιγε τα σώματά τους, τα ένωνε σε ένα. Πήγαζε
από μέσα τους και διαχέονταν στο χώρο,
στις ψηλοτάβανες αίθουσες, στην μεγαλόπρεπη σάλα.
Και το φως αυτό τους ευλόγησε με τη λάμψη
τους και τους ακολούθησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Είχε πάρει να πέφτει ο ήλιος κι η Αθηνά
κόντευε να φτάσει στο ξενοδοχείο. Το σακίδιό της βάραινε από ένα ξύλινο
σκαλιστό κουτί που κουβάλαγε μαζί της.
Όταν άνοιξε την πόρτα της αποθήκης,
αρχικά έκανε οπισθοχωρώντας ένα βήμα πίσω, καθώς μια δυσάρεστη μυρωδιά τη
χτύπησε. Αφού έμεινε λίγο στην είσοδο, για να δώσει χρόνο στον εαυτό της να
συνηθίσει τη μυρωδιά αλλά και τον καθαρό αέρα να ελαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα
στο εσωτερικό, προχώρησε.
Στο λιγοστό φως που έμπαινε από την πόρτα
βρήκε το παράθυρο στα αριστερά της. Το άνοιξε αφού κυριολεκτικά ίδρωσε να
χαλαρώσει λίγο τις σιδεριές που είχαν μαγκώσει και στη συνέχεια έσπρωξε πέρα ως
πέρα τα παραθυρόφυλλα.
Έμεινε για λίγο εκεί με κομμένη την ανάσα
να βλέπει τον ελαιώνα να απλώνεται μέσα από το παράθυρο μπροστά και να νιώθει χωρίς να τη βλέπει τη
θάλασσα, κοντά της. Στα μάτια της η εικόνα ετούτη ήταν εξωπραγματική.
Ο ελαιώνας, τα ηλικιωμένα δέντρα να
δηλώνουν γαλήνια την παρουσία τους, ήταν κάτι που μόνο σε πίνακες είχε
συναντήσει. Το λαδί που παιχνίδιζε στις αχτίνες του ήλιου που άπλωναν τη γλυκιά
ζεστασιά τους στη γη.
Ονειρεύτηκε να ξυπνά τα πρωινά σ’ αυτήν
εδώ την πέτρινη αποθήκη και να ανοίγει το παράθυρό της κάθε ξημέρωμα στην απόκοσμα
ήρεμη τούτη εικόνα.
«Ο κήπος των ελαιών», έφερε στο μυαλό
της.
Απόδιωξε το όνειρο και στράφηκε προς τον
εσωτερικό χώρο. Λιτός, χτισμένος με χοντρή πέτρα. Στο κέντρο δέσποζε ένα ξύλινο
τραπέζι, λιτό κι αυτό, μοναστηριακό. Στις δύο στενές πλευρές του ξεχώριζαν δύο
μικρά συρτάρια.
Πήγε προς το μέρος του, έσκυψε και φύσηξε
τη σκόνη, που πυκνό χνούδι το σκέπαζε. Σύννεφο υψώθηκε μπροστά της κι έμεινε να
αιωρείται, πλέκοντας τα μόριά της με τις αχτίδες του ήλιου.
Σε μια άκρη ήταν ένα μονό κρεβάτι,
σκεπασμένο με χακί στρατιωτική κουβέρτα.
Δεν τόλμησε να ακουμπήσει. Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο χώρο. Δίπλα του
και παράλληλα στον βόρειο τοίχο ξεκινούσε μια σειρά από ράφια που πατούσε στο
πάτωμα. Διέτρεχαν όλον τον τοίχο κατά μήκος κι έφταναν στην άλλη άκρη του.
Επάνω αραδιασμένα σύνεργα, φιάλες και μπουκάλια.
Στην άλλη στενή πλευρά της αποθήκης ένας
χτιστός νεροχύτης στο κέντρο ενός πάγκου.
Πλησίασε πάλι το τραπέζι και άνοιξε το
ένα μετά το άλλο συρτάρι. Άδεια. Απογοητευμένη τράβηξε να κλείσει τα
παραθυρόφυλλα. Κινώντας για την πόρτα μία αίσθηση ανολοκλήρωτου την τράβηξε
πάλι πίσω και στράφηκε ελαφρά.
Χωρίς να αντιλαμβάνεται γιατί, το βλέμμα
της πλανήθηκε διερευνητικά. Και τότε το πρόσεξε. Ένας όγκος που διακρίνονταν
αχνά κάτω από το κρεβάτι. Προχώρησε με
το κεφάλι ελαφρά γερμένο. Προσπάθησε να καταλάβει τι έβλεπε.
Λύγισε τα πόδια και είδε κάτι που έμοιαζε
με μικρό μπαούλο. Το τράβηξε προς το μέρος της και το σήκωσε για να το απιθώσει
πάνω στο τραπέζι. Ήταν ένα ξύλινο κουτί, με μια κλειδαριά μπροστά του. Ήξερε
ποιο ήταν το κλειδί που την άνοιγε.
Φύσηξε επάνω του όσο πιο δυνατά μπορούσε
για να διώξει τη σκόνη. Έπειτα έβγαλε από το σακίδιό της ένα πακέτο
χαρτομάντιλα και άρχισε να το σκουπίζει.
Καθαρό δεν το έλεγες ακόμη, μα δεν την
ένοιαζε. Το έχωσε με τα χίλια ζόρια στο σακίδιο και βγήκε από την αποθήκη.
Η κυρία Εριφύλη δεν μπόρεσε να κρύψει την
έκπληξή της όταν αντίκρισε ξαφνικά την Ραλλού μπροστά της. Η καινούρια
υπηρέτρια που ήταν τόσο στυφή και στεγνή όσο ήταν και η κυρά της, την άφησε μπροστά στην ανοιχτή
πόρτα και χωρίς κουβέντα πήγε να την αναγγείλει.
Η Ραλλού δεν πτοήθηκε από την αγένειά και
προχώρησε αργά μέσα στο δροσερό σπίτι. Αναπόλησε την κλασσική έστω και
ξεφτισμένη απλότητά του. Τα απαλά κουρτινόφυλλα θρόιζαν, τα ξύλινα πατώματα
έτριζαν σ’ ένα γνώριμο ήχο, μιας και είχαν δει και καλύτερες εποχές.
Στο καινούριο της σπίτι τα αστραφτερά
μάρμαρα την τύφλωναν ενώ ο εκτυφλωτικά γυαλισμένος μπρούντζος σε έπιπλα και
κάγκελα έμοιαζε να πετά εχθρικές σπίθες.
«Τι κάνεις εδώ;», ακούστηκε κοφτή η φωνή
της μητέρας της.
«Πώς είσαι μητέρα;», απάντησε καλοδιάθετα
και το πρόσωπό της φώτισε ένα ευγενικό χαμόγελο, λες και δεν είχε ακούσει την
απότομη ερώτηση. Δεν μπήκε στον κόπο να την φιλήσει. Μεταξύ τους αυτές οι
εκδηλώσεις τρυφερότητας ήταν πάντα περιττές.
«Άφησα κάποια πράγματα πίσω. Και ο
Δημήτρης με μάλωσε που έριξα μαύρη πέτρα. Με έστειλε να δω πως είσαι».
Η Εριφύλη έσφιξε τα χείλη σε απάντηση κι
αφού στάθηκε αμήχανη για λίγο της είπε βγαίνοντας από την κάμαρη.
«Θα πω στην Ευγενία να σου ετοιμάσει το
δωμάτιο».
Έκανε ένα δροσερό ντους, παράτησε την
βαλίτσα της ορθάνοιχτη πάνω στο κρεβάτι και κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Βρήκε
στην αποθήκη του κήπου το ποδήλατό της, το ξεσκόνισε και φούσκωσε τα λάστιχα.
Σε δύο λεπτά κατηφόριζε τον χωματόδρομο ανάμεσα στις φουντωτές ελιές.
Της φάνηκε χρόνια η ώρα που της πήρε να
φτάσει και μέχρι να πετάξει το ποδήλατό της στο χώμα. Η πόρτα της αποθήκης ήταν
ανοιχτή και μέσα στη σκόνη που σήκωνε στο πέρασμά της όρμησε μέσα. Δεν ήταν
κανείς.
Στάθηκε στο άνοιγμά της για δευτερόλεπτα κι έπειτα
άρχισε να τρέχει προς τη θάλασσα. Στην άκρη του βράχου σταμάτησε απότομα για να
αποφύγει την πτώση της.
Το πέλαγο στα πόδια της, το γαλάζιο της
πλήγωνε τα μάτια. Σκούπισε τα δάκρυα που τα πλημμύρισαν κι έψαξε την ακτή κάτω.
Ήταν άδεια, αλλά ένα κουβάρι ρούχα την έκανε ν’ αναθαρρέψει. Έψαξε με το βλέμμα
το νερό και τον είδε. Μια μαύρη κουκίδα να σχίζει το υγρό στοιχείο.
Άρχισε να κατεβαίνει, να κατρακυλά σχεδόν
γλιστρώντας, χάνοντας τις πέτρες και το χώμα κάτω από τα πόδια της. Κι όταν
βρέθηκε κάτω, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έτρεξε στην άκρη της θάλασσας. Πέταξε τα
ρούχα από πάνω της και βούτηξε στα δροσερά νερά.
Ο Κυριάκος δεν την είχε δει όταν
κατέβαινε. Καθώς γυρνούσε κολυμπώντας προς τη στεριά, αναζητώντας ανέλπιδα να
σβήσει την φλόγα που τον τύλιγε, πρόσεξε κίνηση μπροστά του.
Ποτέ δεν είχε απαντήσει άνθρωπο στον
αποξενωμένο τούτο κόλπο. Ποτέ. Έμεινε για δευτερόλεπτα ακίνητος κι έπειτα
άρχισε να κολυμπά μ’ όλη του την δύναμη προς το μέρος της.
Μέσα στα νερά συναντήθηκαν και τα κορμιά
τους μπλέχτηκαν με τη λαχτάρα αυτού που πασχίζει να βρει τη ζωτική του ανάσα.
Τα χείλη τους υγρά ή ήταν το νερό που διέτρεχε τα σώματά τους;
Κατάφεραν να βγουν στην ακτή και έγειραν
αποκαμωμένοι στην βρεγμένη άμμο. Τα κορμιά τους ριγούσαν, σπάραζαν. Η ένωσή
τους μερίδιο στην αθανασία.
Τις επόμενες μέρες η Ραλλού και ο
Κυριάκος μοιράστηκαν αχόρταγα ότι η ζωή αποφάσισε να τους στερήσει. Δε
χρειάστηκε να μιλήσουν για τίποτα.
Όταν μετά από μια εβδομάδα η Ραλλού
στάθηκε στην πλώρη του καραβιού που θα την γυρνούσε στο νέο της σπίτι, άφησε το
βλέμμα της να πλανηθεί ανατολικά, εκεί που ένας καλά κρυμμένος από τα μάτια
κόλπος έκρυβε τη ζωή της όλη.
Ένα ρίγος, σαν αχνό φτερούγισμα στα
σωθικά της την έκανε να ανατριχιάσει και χαμογέλασε. Ήξερε πως τώρα κουβαλούσε
μαζί της το πιο πολύτιμο κομμάτι του Κυριάκου.
Το καλοκαίρι αυτό ήταν το πρώτο της ζωής
του που δεν χρειαζόταν να θυμίζει στον εαυτό του να ανασαίνει για να επιζήσει.
Οι μέρες περνούσαν αβίαστα και με λαχτάρα περίμενε την επόμενη.
Στην κυρά Χρυσάνθη είχε πει πως θα
κουραζόταν λιγότερο αν έμενε στο ξενοδοχείο κι εκείνη με τον καλόβολο χαρακτήρα
της ρώτησε μόνο αν ήθελε να πάει να του καθαρίσει. Την καθησύχασε και τη
φίλησε.
Δύο δωμάτια είχαν ετοιμάσει ο Θράσος με
τον Μάνο για να μην είναι τα πράγματά τους το ένα πάνω στο άλλο αλλά και να μην
δώσουν στόχο.
Τα βράδια μοιράζονταν το κρεβάτι του
Θράσου και την μοναδική μέρα της εβδομάδας που δεν δούλευαν εξερευνούσαν το
νησί. Ο Θράσος το ανακάλυπτε τώρα μέσα από τα μάτια του Μάνου. Κι ήταν σα να
ξετρύπωνε από το ομιχλώδες τοπίο της παιδικής του ηλικίας τόπους ηλιόλουστους
και ευλογημένους. Τόπους που εύκολα μπόραγες να τους δεις, να τους μυρίσεις και
να τους ακροαστείς.
Τόσα χρόνια το νησί του ήταν απλά ένας
περίγυρος. Ένας περίγυρος που έπρεπε να ανεχτεί για να επιβιώσει και να πετύχει
το στόχο του. Και ο στόχος του ήταν να δραπετεύσει.
Τώρα δεν είχε ανάγκη να δραπετεύσει. Δεν
ήξερε βέβαια αν θα άνοιγε ποτέ τόσο τα μάτια του να αντικρύσει όσα δεν είχε
αντικρύσει μια ολάκερη ζωή. Ή αν χρειαζόταν τα μάτια του Μάνου γι’ αυτό. Ήταν
μια Κυριακή πρωί και περπατούσαν ανάμεσα σε ελιές. Ο Μάνος τον παρότρυνε να
συνεχίσουν ενώ ο ίδιος γκρίνιαζε πως θα χαθούν.
«Πώς θα χαθούμε, δεν νιώθεις τη θάλασσα
εμπρός σου;».
Ακολουθούσε μουρμουρίζοντας. Ο Μάνος είχε
περασμένο ένα υφασμάτινο ταγάρι λοξά στους ώμους του που το είχε γεμίσει με
φρούτα, ψωμί, ελιές και ντομάτες.
Ο Θράσος κόπιαζε να προλάβει τα βήματά του, του κάκου. Καθώς αγωνιζόταν να
τον φτάσει είδε στα δεξιά του ανάμεσα σε αιωνόβιες ελιές ένα πέτρινο κτίσμα που
τράβηξε την προσοχή του.
Οι ελιές ποτέ δεν του έδιναν την αίσθηση
δέντρου, χαμηλές, ο ίσκιος τους λιγοστός. Αλλά εδώ, σ’ αυτήν την πλαγιά του
λόφου που κατηφόριζε στη θάλασσα, τα δέντρα τούτα ριζωμένα από αιώνες είχαν
δέσει γερό κορμό και έμοιαζαν δεμένα το ένα γύρω απ’ το άλλο. Και πιο πάνω σε χέρια απλωμένα θαρρείς σε
ικεσία φύτρωναν τα ασημένια τους φύλλα.
Για τούτο του έκανε εντύπωση το πέτρινο
τούτο σπίτι που λούφαζε στον ίσκιο τους, αλλά μετά έχασε τον Μάνο από τα μάτια
του και τάχυνε το βήμα να τον προλάβει. Έριξε
μια τελευταία ματιά πριν απομακρυνθεί.
Τον πρόφτασε πιο κάτω όταν εκείνος είχε
βγει πια από τα δέντρα. Μπροστά του και χαμηλά απλωνόταν αστραφτερή σα λαμαρίνα
στον ήλιο η θάλασσα.
Ο Μάνος προχωρούσε με γρήγορο βήμα προς
την άκρη των βράχων και του Θράσου του ήρθε να φωνάξει καθώς έμοιαζε να μην
έχει πρόθεση να σταματήσει. Έπειτα εκείνος γύρισε απότομα και του φώναξε
γελώντας.
«Έλα, τι περιμένεις;».
Έφτασε δίπλα του και κοίταξε μπροστά και
κάτω, εκεί που του έδειχνε ο Μάνος. Ένας εσωτερικός κόλπος, κρυμμένος από
παντού. Τα νερά κρυστάλλινα άφηναν να καθρεφτίζονται μέσα τους αστραφτερά
βότσαλα.
Του ένευσε να κατεβούν και γέλασε στο
δισταγμό του.
«Θα προχωρώ εγώ μπροστά κι εσύ θα
βαδίζεις στο κατόπι μου».
Ο Θράσος κατεβαίνοντας σκεφτόταν πώς ήταν
αταίριαστο να εμπιστεύεται κάποιο άλλο πλάσμα. Τόσα χρόνια, μια ζωή ολόκληρη
δεν εμπιστεύτηκε κανέναν πέρα από τον εαυτό του.
Αυτός ήταν και ο στόχος του, ποτέ να μην
χρειαστεί να βασιστεί σε κάτι έξω από τον ίδιο, ποτέ να μην προδοθεί η
εμπιστοσύνη του. Ένας μοναχικός λύκος.
Σε πέντε λεπτά βρισκόταν μπροστά στα
διάφανα νερά, ο Μάνος έτρεχε μέσα στη θάλασσα με γέλιο πιο καθάριο απ’ το νερό
και τον καλούσε γελώντας.
Ο Θράσος πέταξε τα ρούχα από πάνω του και
βούτηξε δίπλα του. Ρίχτηκαν σ’ ένα ατελείωτο μακροβούτι. Κολυμπούσαν ο ένας
δίπλα στον άλλο ώρα πολύ, ώσπου απόκαμαν και αφέθηκαν στη μέση του
πελάγου. Γύρισαν και ξάπλωσαν ακίνητοι
πάνω στο νερό, το φως να καίει το κορμί τους, το νερό να το δροσίζει.
Αφού βρήκαν την αναπνοή τους τράβηξαν
αντίθετα το υγρό μονοπάτι που είχαν ακολουθήσει νωρίτερα και αυτήν τη φορά τους
οδήγησε στην ακτή. Εκεί στραγγισμένοι από κάθε έννοια και από τις δυνάμεις
τους, ξάπλωσαν πάνω στα βότσαλα εκεί που η θάλασσα τα έγλυφε κάνοντας τα να
λαμπυρίζουν στο φως.
Έκλεισαν τα μάτια ενώ τα χέρια ανάμεσά
τους ενώθηκαν στα ακροδάχτυλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)