Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

19ο κεφάλαιο



      Στο διώροφο σπίτι επικρατούσε αναβρασμός. Ένα συνεργείο από ηλεκτρολόγους και ένα από υδραυλικούς μπλέκονταν αναμεταξύ τους και είχαν απλωθεί από το ισόγειο ως τη στέγη. Κάτω από τις οδηγίες του Μάνου, άλλαζαν εκ βάθρου τις εγκαταστάσεις του σπιτιού. Στη συνέχεια θα περνούσαν στα πατώματα βιομηχανικό τσιμέντο, που ήταν εύκολη και οικονομική λύση.
      Η Αθηνά περνούσε τη μέρα της ανάμεσα στο σπίτι και στην τοπική βιβλιοθήκη όπου χρησιμοποιούσε έναν από τους δύο υπολογιστές του ιδρύματος και τη σύνδεσή του στο διαδίκτυο. Εκεί κατέβαζε και μελετούσε ασταμάτητα πληροφορίες για το αγριοκυκλάμινο και τη χρήση του στην φαρμακευτική και καλλυντική βιομηχανία.
      Ήρθε σε επαφή με συνεταιρισμούς, κυρίως στο εξωτερικό, που ασχολούνταν με την εκμετάλλευση του φυτού. Έκπληξη της προξένησε η σπανιότητα των τόπων όπου ευδοκιμεί το συγκεκριμένο είδος, η μεγάλη του ζήτηση και το ύψος της τιμής ζήτησης.
      Ανάμεσα σ’ όλα τούτα, πεταγόταν πολλές φορές την ημέρα στο σπίτι για να παρακολουθεί την εξέλιξη των εργασιών. Το ίδιο έκανε κι ο Μάνος, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη των έργων αρνούμενος κάθε αμοιβή.    
      Ο Θράσος τους έφερε σε επαφή με τα συνεργεία που εξυπηρετούσαν το ξενοδοχείο, αφού της εξήγησε πως εκτός του ότι ήταν τα πιο αξιόπιστα, είχαν σαφείς οδηγίες να την χρεώσουν με τις τιμές που χρέωναν  το ξενοδοχείο.
      Μόλις ξημέρωνε και αργά το απόγευμα, χαρτογραφούσε τις εκτάσεις του νησιού. Ελαιώνες, ακαλλιέργητες περιοχές, χωράφια και δασικές εκτάσεις.
      Σκάβοντας με τα χέρια ή με τη βοήθεια ενός μικρού σκαλιστηριού ξερίζωνε βολβούς, σημείωνε τοποθεσίες στο χάρτη και προχωρούσε παρακάτω.
      Όταν άρχισε να βεβαιώνεται πως το μεγαλύτερο κομμάτι του νησιού φιλοξενούσε το σπάνιο τούτο φυτό, αποφάσισε πως ήρθε η στιγμή να κάνει το επόμενο βήμα. Αργά ένα απόγευμα και την ώρα που ο πληθυσμός ξεχυνόταν στους παραλιακούς δρόμους που πλημμύριζαν απ’ το πολύβουο πλήθος, εκείνη τρύπωνε και πάλι στη βιβλιοθήκη.
      Ο νεαρός βιβλιοθηκάριος που τη γνώριζε καλά πια της χαμογέλασε, υποδεχόμενός την σαν παλιά γνώριμη. Την άφησε  μόνη  και βγήκε από την αίθουσα.
      Η Αθηνά κάθισε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Μακράν απείχε τούτος εδώ από τα υπερσύγχρονα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν στη δουλειά της. Αλλά ήταν καλά συντηρημένοι και οι ταχύτητες με τις οποίες έτρεχε στο διαδίκτυο αποδεκτές.
      Άρχισε να πληκτρολογεί ένα κείμενο στα Αγγλικά. Της πήρε λίγη ώρα καθώς δεν το είχε προετοιμάσει.
      Τελείωσε, το ξαναδιάβασε δυο και τρεις φορές, έκανε τις διορθώσεις που θεωρούσε απαραίτητες. Στη συνέχεια μπήκε στο φάκελο της ηλεκτρονικής της αλληλογραφίας, άνοιξε ένα νέο μήνυμα και άρχισε να προσθέτει παραλήπτες. Επισύναψε και την επιστολή που μόλις είχε συντάξει και μετακίνησε το βελάκι της πάνω στο «αποστολή». Σε δευτερόλεπτα το μήνυμα είχε εξαφανιστεί από εμπρός της.
      Η Αθηνά αποσυνδέθηκε και βγήκε αργά από τη δροσερή αίθουσα.
       Στο δρόμο για το ξενοδοχείο πέρασε από το σπίτι. Τα συνεργεία μάζευαν ήδη τα πράγματά τους ενώ ο Μάνος συζητούσε με τον ηλεκτρολόγο.
      «Καλώς την. Αύριο με το καλό τελειώνουμε. Μην ανησυχείς, θα φροντίσω εγώ να κλείσω το σπίτι. Έχει γίνει  η αίτηση για τη σύνδεση με τη ΔΕΗ, και σε περίπτωση που θα λείπεις έχουν το τηλέφωνό μου. Θα γίνουν όλα σα να ήσουν εδώ».
      Η Αθηνά τον κοίταξε μην ξέροντας πώς να αντιμετωπίσει τον άντρα αυτό που της φέρονταν σα φίλη ή σαν κόρη.
      «Ευχαριστώ πολύ Μάνο. Θα σε παρακαλέσω όμως για μία ακόμη φορά να δεχτείς να σε πληρώσω, έστω και συμβολικά για όλα όσα έχεις κάνει».
      Της χαμογέλασε χωρίς να πειραχτεί. Ήξερε πως η ανεξαρτησία και η αυτάρκειά της ήταν η άμυνά της. Να μη χρειάζεται να δεθεί στη ζωή της.
      «Τα λεφτά σου δεν περνούν εδώ. Ας πούμε πως μου αρέσει αυτό που πας να κάνεις και θέλω να συνεισφέρω».
      Του χαμογέλασε, ένα χαμόγελο σπάνιο και ακριβό. Λίγο στραβό στην άκρη του, σα να ‘χε σκουριάσει τόσα χρόνια καταχωνιασμένο.






      Η Ραλλού έκοψε και τις τελευταίες επιταγές, νιώθοντας ένα βαρύ σαν ταφόπλακα φορτίο να σηκώνεται από το στήθος της.
      Έξω απ’ το πλατύ παραθύρι ήταν χειμώνας, ένας βαρύς χειμώνας που είχε λουστεί το ανθρακί της απελπισίας. Τα κύματα χτυπούσαν μανιασμένα τον ταρσανά λες και η θεία δίκη είχε πέσει επάνω τους.
      Μα η δουλειά τους δεν σταματούσε, γιατί λίγο πιο πέρα υψώνονταν το σιδερόφραχτο νέο τους ναυπηγείο, που επέτρεπε τις εργασίες να γίνονται σε κλειστό χώρο, προστατεμένες από τις καιρικές συνθήκες. Και μέσα από εκείνο το θεριό, όταν ερχόταν η ώρα, άνοιγαν οι θύρες του και γλιστρούσαν πάνω σε ιμάντες και τροχαλίες, σκάφη μέσα στο νερό.
      Αυτά ήταν τα τελευταία λεφτά που είχε να πληρώσει σε προμηθευτές για την επένδυση που είχε γίνει. Κι έμενε ακόμη κι ένα δάνειο, δάνειο όμως εξαιρετικά χαμηλότοκο το οποίο δεν την είχε ανησυχήσει από την αρχή. Είχε επιμείνει το μεγαλύτερο μέρος της δικής τους συμμετοχής, καθώς η μισή επένδυση είχε γίνει με επιχορήγηση, να το εξοφλήσει με συντόμου λήξεως επιταγές απευθείας στους προμηθευτές, ενώ μόνο για μια μικρή προκαταβολή είχε δανειστεί.
      Ο  Αναστάσης είχε προσπαθήσει να την αποτρέψει.
      «Δεν ανησυχώ μήπως δεν τα καταφέρεις παιδί μου. Αλλά σε ξέρω, και ξέρω πως δε θα πάρεις μια κανονική ανάσα, μέχρι να ξεπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα. Γιατί θέλεις οικειοθελώς να βάλεις τέτοιο βρόγχο στο λαιμό σου;».
     Εκείνη ύψωσε το βλέμμα και το ακούμπησε στο δικό του, κουρασμένα και παρακλητικά.
      «Καλά παιδί μου. Έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύω πως μπορώ να σε πείσω για το αντίθετο».
     Άπλωσε το χέρι και το ακούμπησε πάνω στο κεφάλι της, απαλά και καθησυχαστικά. Έσκυψε και απίθωσε ένα απαλό φιλί στο ίδιο σημείο.
      Ευγνωμόνησε για ακόμη μία φορά το Θεό για το απρόσμενο τούτο δώρο που του είχε δοθεί στα στερνά της ζωή του. Την Ραλλού και την υπέροχη Αναστασία.
      Η γυναίκα του είχε φύγει το προηγούμενο καλοκαίρι. Έπειτα από το θάνατο του μονάκριβου τους γιού δεν υπήρχε πλέον κανένα πρόσχημα να την κρατήσει στη ζωή. Η πτώση της ήταν αργή αλλά σταθερή.
      Σταμάτησε να βγαίνει στην αρχή. Σταμάτησε να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και στο τέλος σταμάτησε να τρώει.
      Ένα θηρίο μέσα στο σπίτι, το βλέμμα της άγριο κι αλλοπαρμένο, τα μαλλιά της μπλεγμένα σαν της μέδουσας.
      Ο  Αναστάσης δεν είχε ούτε τη θέληση, ούτε τη δύναμη να την βοηθήσει. Βρήκε μια νοσοκόμα με μεγάλα αποθέματα ενέργειας, η οποία μετακόμισε στο σπίτι τους και στο δωμάτιό της.
      Στο τέλος, είχε απομείνει η σκιά του εαυτού της, ένα ράκος τυλιγμένο σε κουρέλια, έτσι όπως κατέσχιζε τα ρούχα και τις σάρκες της. Μια παράξενη μυρωδιά την είχε τυλίξει σαν απόκοσμο σύννεφο και προσπαθούσε να μην σκέφτεται  πως ήταν η μυρωδιά της σάπιας ψυχής της, που είχε βρει διέξοδο.
      Μία κρίση αναπάντεχη και απίστευτη για τα μυϊκά της αποθέματα, ένα αποπνικτικό βράδυ αρχές Αυγούστου, συντάραξε σχεδόν όλο το νησί.
      Τα μάτια της κατάμαυρα τριγύρω και στο κέντρο δυο άδειες τρύπες, το πρόσωπό της ισχνό. Τα δάχτυλά της πελώρια νύχια αρπακτικού, λεπτά και γαμψά, βρήκαν την απίστευτη δύναμη να διαλύσουν ότι βρέθηκε στο πέρασμά τους. Κι η φωνή της, η φωνή αυτή που έμοιαζε σα να ξεχύνονταν από ένα ρήγμα που άνοιξε απρόσμενα και οδηγούσε κατευθείαν στον κάτω κόσμο, τον κόσμο του σκότους και της οδύνης.
      Δεν είχε ξανακουστεί η φωνή αυτή, φωνή θεριού, φωνή απόκοσμου δαίμονα που απειλεί να κυριεύσει τον κόσμο.
      Ο  Αναστάσης άκουσε τη φασαρία ανεβαίνοντας αργά το μεσημέρι προς το σπίτι. Η Ραλλού δεν του επέτρεπε να κάθεται και το απόγευμα κι έτσι άφηνε τη μικρούλα Αναστασία στα χέρια της Λενιώς, έτρωγε μαζί τους και μετά τράβαγε στο σπίτι του.
      Η ώρα τούτη, αυτή την εποχή του χρόνου ήταν από τις πιο ήσυχες. Αυγουστιάτικο μεσημέρι η φύση ούτε καν κοιμάται, μα νεκρώνεται, οι αισθήσεις της χαλαρώνουν και τα μέλη της λύνονται.
      Γι αυτό και ήταν πολύ παράξενο το γεγονός πως καθώς ανέβαινε τα σκαλιά στα δρομάκια για το σπίτι του, ένας πνιγηρός θόρυβος έσκιζε τη μεσημεριάτικη σιωπή του καλοκαιριού. Μία ανησυχία ήταν διάχυτη  όσο πλησίαζε και μόλις έστριψε στο στρατί που ήταν το σπίτι του είδε κόσμο συναγμένο απ’ έξω. Οι γείτονες κατέβασαν τα μάτια σαν τον αντίκρισαν, ενώ ο Λευτέρης, δυο σπίτια πιο πέρα και γείτονάς από παιδί τον πλησίασε.
      «Άσε με να ανέβω μαζί σου Αναστάση».
      Ένα ουρλιαχτό, βγαλμένο απ’ τα έγκατα της γης ξέσκισε το καυτό μεσημέρι και μερικές γυναίκες σταυροκοπήθηκαν. Ήταν λες και η κραυγή είχε καβαλήσει τα φτερά του οξαποδώ και ξέσκιζε με ασύλληπτη ταχύτητα το καυτό μεσημέρι.
      Ο  Αναστάσης ένευσε του Λευτέρη καταφατικά και άνοιξε την πόρτα. Ανέβηκαν γρήγορα τα σκαλιά, ενώ η έννοια του για την Μελπομένη, τη νοσοκόμα που φρόντιζε τη γυναίκα του θέριευε.
      Τις βρήκε μέσα στην κουζίνα και τις δύο μέσα στα αίματα. Η γυναίκα του κατέβαζε και εκσφενδόνιζε γύρω της ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στα ράφια, ενώ η Μελπομένη έκανε ότι μπορούσε για να τη συγκρατήσει με αποτέλεσμα να δέχεται χτυπήματα από ποτήρια που ράγιζαν στα χέρια της, αφήνοντάς την μέσα στα αίματα.    
      Μα με τα ίδια κομμάτια και σε καταιγισμό υστερίας τραυμάτιζε η κυρία Σοφία και τον εαυτό της και χρειάστηκαν πολύ χρόνο οι δύο άντρες να μπορέσουν να τη συγκρατήσουν και να ελέγξουν το βίαιο και απρόσμενο τούτο ξέσπασμα του σώματος τούτου, που κανονικά δεν είχε πια τη δύναμη ούτε να ανασάνει.
      Η κυρία Σοφία μέσα σε ένα νέο ξέσπασμα μανίας άδραξε ένα μαχαίρι από το νεροχύτη και κατάφερε γύρω της αρκετά χτυπήματα. Όταν τελικά μπόρεσαν να την ακινητοποιήσουν ήταν όλοι τους μέσα στα αίματα, δύσκολο να πεις ποιανού.
      Η Μελπομένη είχε ήδη ξεγλιστρήσει με το που μπήκανε οι δυο άντρες στην κουζίνα και είχε καλέσει το γιατρό. Όμως μέχρι να φτάσει εκείνος η κυρία Σοφία είχε καταρρεύσει, λες και είχε χυθεί η ζωή από πάνω της, λες και τούτο παράδοξο δαιμονικό ξέσπασμα ρούφηξε και τα δικά της τελευταία ίχνη ζωής από πάνω της.
      Μα ο γιατρός, όταν αντίκρισε το σπίτι που έμοιαζε να έχει βγει μόλις από σεισμό, της χορήγησε ισχυρή δόση υπνωτικού χωρίς δεύτερη κουβέντα.
      Στη συνέχεια απολύμανε τις πληγές της και τις πληγές των υπολοίπων και επέμεινε να πάει ο  Αναστάσης στο νοσοκομείο  να του ράψουν ένα βαθύ τραύμα με μαχαίρι.
      Έπρεπε να επιμείνει και η Μελπομένη για να τον πείσουν.
      Εκείνη πάλι δεν το κούνησε από δίπλα της παρά τις διαβεβαιώσεις του γιατρού πως ήθελε παραπάνω από δώδεκα ώρες για να ξυπνήσει.
      Μα δε συνήλθε ποτέ. Δεν άνοιξε ξανά τα μάτια της και δυο βράδια αργότερα, χωρίς να δώσει κανένα σημάδι, έσβησε αθόρυβα μέσα στο λήθαργο που είχε πέσει.





      Αυτό που αντίκρισε όταν άνοιξε τον υπολογιστή δεν το περίμενε. Οι τρεις από τις τέσσερις φαρμακευτικές εταιρίες στις οποίες είχε απευθυνθεί της είχανε απαντήσει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά της προσφέρανε συνεργασία για όποια ποσότητα κατάφερνε να παράγει από το ξεκίνημά της.
      Η Αθηνά ένωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι, που κύλησε σα μούδιασμα στα άκρα της.
      Μέσα της έλπιζε να συναντήσει κλειστές πόρτες, έτσι ώστε να έχει μια δικαιολογία. Μια δικαιολογία για να πείσει τον εαυτό της πως δεν ήταν ο φόβος και η ανασφάλεια να αφήσει την ήσυχη και απόλυτα προγραμματισμένη ζωή της.
      Πήρε μια βαθιά ανάσα. Χτένισε με ακίνητο το πρόσωπο το χώρο της βιβλιοθήκης γύρω  να ελέγξει αν είχε αντιληφθεί κανείς την αναστάτωσή της.
      Χαμογέλασε ειρωνικά μέσα της όταν θύμισε στον εαυτό της πως τόσο καιρό που επισκεπτόταν τον δροσερό τούτο χώρο, δεν είχε ποτέ της ανταμώσει ψυχή.
      Μόνο τον χαμογελαστό νεαρό βιβλιοθηκάριο, ο οποίος διάβαζε το βιβλίο του κάτω από τον πελώριο πεύκο του κήπου. Γέλασε με τον εαυτό της, όταν έπιασε το νου της να ξεστρατίζει και να αναρωτιέται πόσα χρόνια υπηρεσίας θα του χρειαζόταν για να διαβάσει όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης.
      Έκλεισε το φάκελο της αλληλογραφίας της και βγήκε από το ψηλοτάβανο δωμάτιο. Εγκατέλειψε απρόθυμα  τη δροσιά, τη μυρωδιά από το σκονισμένο χαρτί και το παλιό δέρμα που την τύλιγε στην οικεία αγκαλιά της και βγήκε έξω.
      Κατευθύνθηκε προς το ξενοδοχείο μα αυτή τη φορά δεν διέσχισε με το γρήγορο βήμα της τους δρόμους, με το περπάτημά της να βροντοφωνάζει πόσο βιαστική και πολυάσχολη είναι.
      Άφησε τα πόδια της να γλιστρήσουν απαλά, σα να χάιδευαν απαλά το δρόμο, ξεστράτισε μέσα σε στενοσόκακα, άφησε το βλέμμα να πλανηθεί σε νεοκλασικά κτίρια και γραφικά χαμηλά σπίτια. Χάιδεψε με αυτό γεράνια σε γλάστρες, μπουκαμβίλιες και γιασεμιά.
      Και γέμισε τα πνευμόνια της με τον μοσχοβολιστό τούτο αέρα, που ακόμη κι η ζέστη του ήταν λες και ανέδυε άρωμα, άρωμα που έμπλεκε αυτό του γιασεμιού και την μέθαγε.
      Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο ξενοδοχείο, ανέβηκε αργά το μάρμαρο που είχε λιώσει  απ’ τα χιλιάδες βήματα που πέρασαν από πάνω τους κι έψαξε στους χώρους του καθιστικού και της τραπεζαρίας για τον Μάνο.
      Ο Θράσος μέσα από το στενό γραφείο του ένευσε αρνητικά και της έδειξε προς το σπίτι της.
      Όταν έφτασε,  έσπρωξε την αυλόπορτα και  είδε το Μάνο να κάθεται με το συνεργείο των ηλεκτρολόγων στους ξύλινους πάγκους της αυλής, έχοντας απλωμένα  σχέδια ανάμεσά τους.
      Τους καλημέρισε και προχώρησε  στο σπίτι. Έριξε μια ματιά στις δουλειές που είχαν γίνει, πιο πολύ για να τους δώσει χρόνο να τελειώσουν την κουβέντα τους.
      Απορροφήθηκε όμως, βλέποντας τον πέτρινο νεροχύτη της κουζίνας και ο συλλογισμός της πλανήθηκε σε αλλοτινές εποχές. Και φαντάστηκε τη λάτρα που θα γινόταν σ’ αυτόν το χώρο.
      Τα ακροδάχτυλά της χάιδεψαν την πέτρινη επιφάνεια κι έτρεξαν πάνω στα ξύλινα καπάκια που κάλυπταν τα ανοίγματα στους τοίχους και χρησίμευαν σαν ντουλάπια.
      Τα φαντάστηκε σε ένα υπόλευκο χρώμα, ενώ στο μεγάλο άνοιγμα που αποκαλυπτόταν κάτω από το νεροχύτη, τοποθέτησε με τη φαντασία της ράφια κι ένα λευκό με μπλε ύφασμα να το καλύπτει σαν κουρτίνα.
      Από τις σκέψεις της την διέκοψε το χέρι του Μάνου που στάθηκε απαλά πάνω στον ώμο της. Στράφηκε και κατάλαβε πως ήταν περιττό να του ανακοινώσει την απόφασή της. Του ένευσε μόνο καταφατικά.
      Το άλλο πρωί είχε πάρει το πλοίο για Ραφήνα αφού πλήρωσε το λογαριασμό της στο ξενοδοχείο. Παραξενεύτηκε με τον εαυτό της όταν έσφιξε δυνατά το χέρι του Θράσου, ενώ ο Μάνος χωρίς δεύτερη κουβέντα την ελάφρυνε από το σακίδιό της και τη συνόδευσε στο λιμάνι.
      Είχαν ήδη συνεννοηθεί για το πώς θα παραλάβει τα έπιπλά της, μόλις θα άδειαζε το διαμέρισμά της. Θα έμενε όσο χρειαζόταν στην Αλκμήνη, για να εκπαιδεύσει αυτόν που θα έπαιρνε τη θέση της και να του παραδώσει εκκρεμότητες.
      Είχε μεγάλη ανησυχία πριν ανακοινώσει στον πατέρα της φίλης της τα σχέδιά της και την πρόθεση να παραιτηθεί. Είχε σβήσει κάθε συναίσθημα απ’ τον εσωτερικό της χάρτη και έλεγε στον εαυτό της πως δεν χρώσταγε καμιά ευγνωμοσύνη. Είχε δουλέψει ασταμάτητα και ακούραστα για πολλά χρόνια και είχε ξεπληρώσει προ πολλού κάθε υποχρέωση.
      Πάντα είχε στόχο και να για να τον πετύχει το μόνο που έπρεπε ήταν να βλέπει μπροστά της και με παρωπίδες, ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Κανένας αντιπερισπασμός.
      Όμως όσο και να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της, ο κύριος Σωτηρόπουλος ήταν ο λόγος που πριν καλά καλά τελειώσει τη σχολή, πατούσε στα πόδια της. Που μπόρεσε να οργανώσει τη ζωή της έτσι όπως πάντα επιθυμούσε.
      Τον επισκέφτηκε στο γραφείο του, όπου την δέχτηκε αμέσως, ξαφνιασμένος από την ξαφνική εμφάνισή της στα μέσα των διακοπών της.
      «Αθηνά, μισό λεπτό δώσε μου να συνέλθω. Νομίζω πως ούτε σε χρόνια δε θα μπορέσω να σε αντικαταστήσω».
      Το λευκό κεφάλι του γοητευτικού και γλυκύτατου ανθρώπου έγειρε και ακούμπησε πάνω στο χέρι του.
      Η Αθηνά καθισμένη στη βαθιά δερμάτινη πολυθρόνα παρακολουθούσε να περνά τα δάχτυλά του ανάμεσα στα λευκά μαλλιά. Μα ξάφνου τινάχτηκε, το βλέμμα άστραψε και ύψωσε πάλι το ανάστημα.
      «Με τι ακριβώς καλλιέργεια είπες πως θα καταπιαστείς στο νησί;».
      Η Αθηνά αναγνώρισε στο βλέμμα του τον πυρετό εκείνο της ανησυχίας που τόσες φορές είχε συναντήσει. Και που πολύ συχνά τον είχε οδηγήσει σε ένα νέο πρωτοποριακό προϊόν που λίγο έπαιρνε πριν κατακτήσει τη διεθνή αγορά.
      «Αγριοκυκλάμινο .Υπάρχει αυτοφυές σχεδόν σε ολόκληρο το νησί. Κάποιες εταιρίες παραγωγής αιθέριων ελαίων στο εξωτερικό το χρησιμοποιούν ήδη. Και μου πρότειναν ανοιχτή συνεργασία. Σαν πρώτη ύλη δεν υπάρχει άφθονη».
      Την κοίταξε σκεπτικός και  νόμισε πως έβλεπε στα μάτια του να αντανακλώνται μικρές εκρήξεις φωτός που λαμβάνανε τόπο στο μυαλό του.
      «Άσε με να το σκεφτώ. Κάπου το έχω ξανακούσει. Μέχρι να μπορέσεις να κατατοπίσεις τον Αλεξίου θα είμαι σε θέση να σου δώσω οριστική απάντηση».
      Ούτε που  κατάλαβε πότε βγήκε από το γραφείο του. Απορροφημένος από τις σκέψεις του στράφηκε στην οθόνη του υπολογιστή του.








      Η Ραλλού έσκυψε και φίλησε το καστανόξανθο αναστατωμένο κεφάλι της μικρής Αναστασίας που μασούλαγε νυσταγμένα τη φέτα με το μέλι της. Το λευκό  νυχτικό γλιστρούσε από τη μία μεριά αποκαλύπτοντας τον ένα της στρουμπουλό ώμο κι η μικρή γύρισε αργά το ροδαλό της μάγουλο να δεχτεί το φιλί της μητέρας της χωρίς να σταματήσει το μασούλημα. Τα λευκά αφράτα ποδαράκια της κρεμόντουσαν απ’ την καρέκλα και τα τέντωσε κουνώντας τα πέρα δώθε.
      «Καλημέρα πατέρα», έσκυψε και φίλησε το στεφανωμένο από αραιή λευκή κόμη κεφάλι του πεθερού της.
      Ήταν πάντα εδώ την ώρα που η εγγονή του κατέφθανε στο τραπέζι για πρωινό και έπαιρνε το πρωινό μαζί τους.
     «Έλα Τασούλα μου. Μία για τη μαμά».
      Η εγγονή του βύθιζε τα μικρά λευκά μαργαριτάρια που είχε για δόντια στο ψωμί με το μέλι και η ευτυχία πλανιόταν στο πρόσωπό της.    
      Η Ραλλού την κοίταξε κι η ευγνωμοσύνη πλημμύρισε κάθε ίνα της ύπαρξής της.
      Η ζωή της υπήρξε σκληρή, σκληρή και άδικη. Της στέρησε τόσα, όσα αγάπησε, κάθε ίχνος ζωντάνιας. Κι όμως απ’ όλα αυτά πάλι καλό είχε βγει. Σα ρόδο που φύτρωσε στην έρημο.  
      «Φάε παιδί μου, μη φεύγεις με έναν καφέ για τη δουλειά», της γκρίνιαξε τρυφερά  και της ετοίμασε μια φέτα ψωμί με μέλι κι αυτής.
      Του χαμογέλασε και την πήρε, σε κανένα δεν πήγαινε καρδιά να τον κακοκαρδίσει. Μα πιότερο η μικρή Αναστασία που τον λάτρευε, κι έπαιρνε ζωή απ’ τη ζωή του.
      Κι όταν τον αντίκριζε  ένιωθε πως ο Θεός έστω κι αργά της έστειλε το γονιό που της πήρε. Έναν πατέρα.
      Λίγο αργότερα βοήθησε την Αναστασία να ντυθεί για το σχολείο και την άφησε στα χέρια του παππού της, φεύγοντας η ίδια για τη δουλειά.
      Στο σύντομο δρόμο που είχε να διασχίσει άφησε να την συνεπάρει το φθινοπωρινό άρωμα της νοσταλγίας και της μελαγχολίας.
      Άλλο ένα καλοκαίρι σκέφτηκε η Ραλλού. Άλλο ένα καλοκαίρι πέρασε και ξέπλυνε τα πάντα στο σκληρό κατάλευκο φως του.
      Κι όμως αισθανόταν σαν τίποτα να μην άλλαξε. Λες και κάθε καλοκαίρι την γέμιζε ελπίδα να βρει ότι έχασε, ότι στερήθηκε, τη ζωή που πάντα διεκδικούσε. Κι αυτά περνούσαν και το μόνο που άφηναν πίσω τους ήταν μία στοίβα ξασπρισμένα απ’ τον ήλιο  κόκκαλα πάνω σε έρημο τόπο.
      Έφτασε στον παραλιακό δρόμο κι ακούμπησε τα χέρια πάνω στον πετρόχτιστο κυματοθραύστη.
      Και κάθε καλοκαίρι κίναγε γιομάτο ελπίδα. Ελπίδα πως ο ανελέητος ήλιος με κάποιο τρόπο θα τα ξεπλύνει όλα, θα τα εξαγνίσει. Θα κάψει κάθε τι σάπιο, κάθε λάθος και θ’ αφήσει πίσω του νέα ζωή αναγεννημένη.
      Μα ήταν λες κι ο ήλιος απλά τους ξέπλενε και τους φώτιζε,  αφήνοντας πίσω του τα κουφάρια τους γυμνά στο αμείλικτο φως του.
      Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί,  να ερευνήσει το απέραντο πέλαγο, να ψάξει να συναντήσει την απέναντι ακτή. Τη ζωή της εκεί που λύθηκε σε συντρίμμια, τα λίγα και ταυτόχρονα τόσα πολλά ίχνη ευτυχίας που της χαρίστηκαν.
      Πήρε μια βαθιά ανάσα και στύλωσε τα πόδια της. Ένιωσε ντροπή, σα να ήταν αγνώμων για ότι της είχε χαριστεί. Το παιδί της, την ανεξαρτησία της, τον κυρ Αναστάση και το Νικόλα.
      Στη θύμηση του Νικόλα τα πόδια της έχασαν τη δύναμή τους κι ένας κόμπος της στάθηκε στο λαιμό.
      Το καθάριο βλέμμα του, τη δύναμη με την οποία την περιτύλιγε και την στήριζε. Πως γεννήθηκε τούτο το θάμα από τόση καταστροφή και τόσο κακό? Τάχα κι ο Νικόλας σταματούσε κάποιες στιγμές κι έψαχνε μεσοπέλαγα απομεινάρια της κομματιασμένης του ζωής; Της ζωής του πριν την κατασπαράξουν έτσι άγρια τα θηρία κι αφήσουν πίσω τους ξεσκισμένα κουφάρια.
      Το ήρεμο βλέμμα του, όταν το αντίκρισε λίγο αργότερα στο γραφείο της δεν φανέρωνε τίποτε. Δεν υπήρχαν ίχνη της πυρκαγιάς που έκαψε την ύπαρξή του κι άφησε πίσω της γυμνό τοπίο, να αναδύει για καιρό καπνό από πάνω του.
      «Καλημέρα», ακούμπησε ήρεμα κάποιους φακέλους στο γραφείο της.
      «Σου έχω αφήσει τις παραγγελίες για υπογραφές. Έχω διορθώσει αυτά που σου έλεγα».
      Η Ραλλού του χαμογέλασε. Ποιος ξέρει από τι ώρα θα είχε έρθει στο γραφείο ή ως τι ώρα καθόταν τα βράδια.
      «Εγώ πρέπει να κατέβω στο ναυπηγείο. Είναι το συνεργείο κάτω».
      Άφησε την τσάντα της και στάθηκε μπροστά του.
      «Δεν είναι δική σου δουλειά», του είπε χαμηλόφωνα, ενώ το βλέμμα της έψαχνε το δικό του. Σα να έψαχνε για σημάδια.
      Μα το μόνο που αντίκρισε, την πλημμύρισε και την άφησε άφωνη να πασχίζει να βρει την ανάσα της, ήταν μία απέραντη τρυφερότητα. Τόση που αφέθηκε να βυθίζεται μέσα της, να χάνεται και να κολυμπά νιώθοντας τέτοια γαλήνη σα να είχε επιστρέψει στο ασφαλές περιβάλλον της μήτρας απ’ όπου ξεκίνησε η ζωή της.
       

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

18ο κεφάλαιο



      Το καλοκαίρι εκείνο η Ραλλού το απόλαυσε πιότερο απ’ όλα. Ο Νικόλας θα έφευγε βέβαια το Σεπτέμβριο να δώσει τα δυο μαθήματα που χρωστούσε, αλλά ο αποχωρισμός θα ήταν σύντομος.
      Αισθανόταν πραγματική δύναμη στη δουλειά όταν τον είχε δίπλα της. Δε φοβήθηκε ποτέ να πάρει αποφάσεις, ήξερε να σταθμίζει τις συντεταγμένες ενός θέματος για να καταλήξει κάπου και ήξερε να εμπιστεύεται το ένστικτό της. Όμως η παρουσία του  την έκανε να αισθάνεται άτρωτη. Ασφαλής. Σα να δυνάμωναν τα πνευμόνια της και η ανάσα της να έβγαινε πιο εύκολα.
     Ο πεθερός της πια ερχόταν για τη βόλτα του και για να γλιτώνει τη μιζέρια της κυρά Σοφίας. Πρωί πρωί πήγαινε στο σπίτι της Ραλλούς και έδινε στη μικρή Αναστασία το πρωινό της. Κακοφάγωτη εκείνη και ζωηρή σα σκανταλιάρικο γατί.
      Άμα πέρναγε η ώρα τους ετοίμαζε μια τσαντούλα το Λενιώ, την φορτώνονταν και μέχρι να φτάσουν στο ναυπηγείο είχαν καταφέρει το πρωινό της.
       Εκεί έπαιζε όλο το πρωί στα πόδια της μητέρας της. Ακόμη την έπαιρνε ο κυρ Αναστάσης σε μια ήσυχη παραλία παραδίπλα και πλατσούριζαν φασαριόζικα αναστατώνοντας τα ψάρια. Έτσι και κάποια στιγμή έπαυε ταυτόχρονα ο θόρυβος του ναυπηγείου απ’ όλα τα σκαρπέλα και όλες τις μηχανές, οι φωνές τους έφταναν ως επάνω.
      Αργά το μεσημέρι πια, έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού με την Ραλλού να σκορπίζει φιλιά στο αλμυρό λαιμουδάκι της Αναστασίας και να της υπόσχεται πως θα είναι σπίτι πριν ξυπνήσει απ’ το μεσημεριανό της ύπνο.
      Δούλευαν με το Νικόλα τότε, πότε αθόρυβα δίπλα δίπλα και πότε σε ένταση, αν τύχαινε να κλείνουν κάποια σοβαρή παραγγελία ή να έχουν προβλήματα με κάποια παράδοση. Συνήθως αθόρυβα. Περνούσαν ώρες ολόκληρες χωρίς να αλλάζουν κουβέντα. Και καμιά φορά έπιανε τον εαυτό της να τον παρατηρεί σκυμμένο στα χαρτιά του, τα μαλλιά του πάντα ανακατεμένα και να ευχαριστεί το Θεό που σώθηκε τούτο το παιδί, από θαύμα θαρρείς. Λες και το κακό δεν είχε χαράξει την ψυχή του, λες κι ήταν πολύ αδύναμο για να τον καταστρέψει.
      Κι άλλοτε ένιωθε μια θέρμη να την αγγίζει, να πυρώνει το δέρμα της και όταν στρεφόταν ανήσυχη έβλεπε το βλέμμα του Νικόλα καρφωμένο επάνω της. Αμήχανος εκείνος χαμογελούσε ντροπαλά και ξαναχανόταν στα χαρτιά του.
      Τον κοίταζε κι αισθανόταν πως ο Θεός της είχε χαρίσει δυο παιδιά, που και τα δυο γέμιζαν την ψυχή της.
      Το απόγευμα έφευγε πια από το γραφείο και σπάνια κατάφερνε να διώξει και το Νικόλα, ο οποίος επέμενε να κάθεται ως αργά και να ελέγχει όλες τις καταχωρήσεις που είχαν γίνει κατά την απουσία του, μία προς μία.
      Τα βιβλία πια θα περνούσαν από τα χέρια του, αντί του συνεργαζόμενου λογιστή της επιχείρησης.
      Όταν ένα πρωί βρήκε έναν πάκο από προσφορές μπροστά της για ανυψωτικό μηχάνημα καθώς και γέφυρα καθέλκυσης των σκαφών,  σήκωσε τα μάτια της παραξενεμένη. Κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας να βρει κάποιον παράξενο εισβολέα.
      Η γραμματέας της στο διάδρομο, έμπαινε στο κουζινάκι να ψήσει τους καφέδες τους, ενώ ο Νικόλας ανέβαινε από το ναυπηγείο, όπου έκανε τον συνήθη πρωινό έλεγχο.
      Άφησε το βλέμμα της να πέσει αργά, πολύ αργά πάνω στα χαρτιά λες και ανησυχούσε μήπως πεταχτεί τίποτε από τη στοίβα. Έπειτα με τα ακροδάχτυλά της άρχισε να σπρώχνει μία μία τις σελίδες πιο πέρα, αφού τις διάβαζε πρώτα. Λε και θα την έκαιγαν.  
      Σε λίγο όμως είχε απορροφηθεί, θαυμάζοντας ένα ένα μηχανήματα που θα έλυναν τα χέρια των έμπειρων εργατών τους και θα επέτρεπαν στην παραγωγή να φτάσει σε άλλα επίπεδα.
      Ο καφές έφτασε δίπλα της κι απέμεινε εκεί να κρυώνει. Όταν ο Νικόλας κάθισε στο γραφείο του δεν τον αντιλήφθηκε. Στα μάτια της υπήρχε μόνο το ναυπηγείο που σαν πολύβουο μελίσσι λειτουργούσε με ρυθμό ασταμάτητο.
      Άργησε να αντιληφθεί πως το χέρι του είχε ακουμπήσει απαλά τον ώμο της. 
     «Λοιπόν, τι λες;», τη ρώτησε εκείνος χαμηλόφωνα.
      Της πήρε λίγο χρόνο μέχρι να βρει την ανάσα της και το αίμα ν’ αρχίσει να κυλά ξανά στις φλέβες.
      «Είναι ένα όνειρο. Είναι πραγματικά το μέλλον», του απάντησε εκείνη.
      «Και;», της χαμογέλασε. «Θα είμαστε μέρος του; Θα είμαστε κομμάτι αυτού του μέλλοντος;».
      Η Ραλλού κοντοστάθηκε για κλάσματα δευτερολέπτου κι έπειτα γέλασε.
      «Τι λες βρε Νικόλα; Θέλει μια ολάκερη περιουσία. Δεν έχω δικαίωμα για τέτοιο ρίσκο. Δεν τα έβγαλα εγώ αυτά τα λεφτά».
      Την κοίταξε λες κι αναμετριόταν με τις σκέψεις της.
      «Όχι Ραλλού. Δεν τα έβγαλες εσύ αυτά τα λεφτά. Μεγάλο μέρος τους τα έβγαλαν οι άνθρωποι αυτοί που παλεύουν με το ξύλο όλοι τους τη ζωή. Και χρωστάς δουλειές, δουλειές γι’ αυτούς, δουλειές για τα παιδιά τους αύριο. Χρωστάς στον τόπο τους να δίνεις ψωμί και στα παιδιά τους».
      Συνοφρυώθηκε και κοίταξε τα χαρτιά και πάλι, αλλά αυτήν τη φορά το βλέμμα της το βάραινε η λύπη.
      «Παρόλα αυτά Νικόλα. Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Είναι ένα ρίσκο που αν αποτύχει, πρώτα απ’ όλα θα συμπαρασύρει τους ανθρώπους αυτούς και τις οικογένειές τους».
      Το δικό του βλέμμα όμως ήταν γαλήνιο.
      «Υπάρχουν άτοκα δάνεια και επιχορηγήσεις. Ο τόπος αναπτύσσεται και όποιος είναι αποφασισμένος να πάρει μέρος στην ανάπτυξη, στηρίζεται. Υπάρχουν κίνητρα», συμπλήρωσε και πετάχτηκε επάνω. «Δώσε μου μία ώρα».
      Γύρισε μ’ έναν πάκο χαρτιά παραμάσχαλα. Βασιλικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις. Η Ραλλού άκουγε γεμάτη ενδιαφέρον μα και τρόμο. Όταν τελείωσε τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα.
      «Θέλω να μου τα δώσεις όλα αυτά και να μου αφήσεις χρόνο».
      Εκείνος πρόθυμα τα τακτοποίησε σε χωριστούς φακέλους. Προσφορές, αποφάσεις, νομοθεσία.
      «Και κάτι ακόμη», συμπλήρωσε νευρικά, καθώς απομακρυνόταν από το γραφείο.
      «Δε θα μου ξανακάνεις κουβέντα για όλα τούτα, μέχρι να το αναφέρω εγώ».







      Το επόμενο καλοκαίρι ο Μάνος επισκεπτόταν για πολλοστή φορά το νησί. Δεν υπήρχε τριήμερο που να μπορούσε να ξεκλέψει, Πάσχα ή Χριστούγεννα που να έμενε μακριά από το Θράσο.
      Η μητέρα του ζούσε κοντά του στην Αθήνα κι έτσι δεν ένιωθε τύψεις σαν την άφηνε καμιά φορά γιορτινές μέρες. Με τον πατέρα του πάλι διατηρούσε τυπικές μόνο σχέσεις, είχαν χωρίσει με την μητέρα του όταν ήταν ακόμη τεσσάρων. Εκείνος είχε κάνει καινούρια οικογένεια και οι σχέσεις τους περιορίζονταν σε κάποιο τηλέφωνο για χρόνια πολλά όταν έπρεπε.
      Το πώς η κυρά Χρυσάνθη ψυχανεμίστηκε το δέσιμο ανάμεσα στους δύο άντρες κανείς δεν μπορεί να το πει. Ούτε τι ακριβώς καταλάβαινε. Στην αρχή ήταν ένα κάλεσμα για ένα ουζάκι. Έπειτα για φαγητό. Ταπεινά πράγματα. Γιαπράκια και σαρδέλες στα κληματόφυλλα.
      Στο τέλος ο Μάνος έφτανε να σταματά κάθε μεσημέρι γυρνώντας απ’ το πρωινό του μπάνιο στης κυρά Χρυσάνθης. Εκείνη τον δρόσιζε κάτω απ’ την κληματαριά. Πότε υποβρύχιο, πότε δικιά της βυσσινάδα και πότε γλυκό καρπούζι. Το νερό από το πηγάδι, παγωμένο.
      Καθόταν εκεί στον ίσκιο που τους χάριζε η πυκνόφυλλη κληματαριά με μια πολυλογού σιωπή να τους συντροφεύει.
      Το βλέμμα της τον χάιδευε με τρυφεράδα αστείρευτη και η πιο εύγλωττη έκφραση της υπήρξε το άγγιγμα του χεριού της στο πλάι του κεφαλιού του. Λίγο να χαϊδεύει το μαλλί, λίγο να στέκεται πάνω στο μάγουλο. Το άγγιγμά της αυτό έλεγε όλα όσα δε θα έλεγε η ίδια, όλα όσα δε χρειαζόταν να πει γιατί τα έλεγαν τα μάτια της. Και μια της φράση.
      «Γιε μου».
      Και δε χρειάστηκε καιρός για να νιώσει ο Μάνος πως σε κείνο τα χαμηλό μικρό σπιτάκι που η καρδιά του χτυπούσε κάτω απ’ την κληματαριά βρήκε άλλη μια μάνα. Μια μάνα που τον έκλεισε μες την καρδιά της, ακριβώς δίπλα στη θέση του παιδιού της.
      Κάποια μεσημέρια καυτά που δεν περίμεναν αφίξεις, ο Θράσος ξέκλεβε χρόνο και κατέβαιναν με τον Μάνο για μπάνιο. Πόσο ανεξίτηλη χαράζεται στη μνήμη του ανθρώπου η λαύρα του καλοκαιριάτικου μεσημεριού. Εκείνη τη στιγμή που λες πως η πλάση κρατά την ανάσα της, το αεράκι κοντοστέκεται ακίνητο,  μην και ξυπνήσει κανείς από το λήθαργο που τον ρίχνει μέσα η ζέστη.
      Ώσπου να κατέβουν στον κόλπο τους η πυρά του ήλιου τους είχε αφήσει άπνοους. Η σκόνη από τα χώματα είχε ανακατευτεί με τον ιδρώτα τους. Βούταγαν τότε στα νερά κι ένιωθαν πως ξαναγεννιόντουσαν και αναδύονταν στην επιφάνεια σα να  αντίκριζαν για πρώτη  φορά τον κόσμο.
      Με το φως να αστράφτει στο νερό πάνω τους και να διαλύεται στα εκατομμύρια μόριά του. Να διαθλάται και να αναπαριστά την ίδια τη γέννηση του κόσμου.
      Όταν έβγαιναν από το νερό ήταν αποκαμωμένοι, δυο αγάλματα τσακισμένα που χύνονταν πάνω στο ψιλό βότσαλο και στράγγιζαν εκεί ώσπου να ξαναβρούνε την ανάσα τους. Κι ήταν το φως που χύνονταν επάνω τους και φώτιζε τα πιο σκοτεινά μύχια της ύπαρξής τους.





      Η Ραλλού είχε εδώ και καιρό ένα ολάκερο μελίσσι στο κεφάλι της. Έτσι και μια ιδέα τρύπωνε στο μυαλό ήταν αδύνατο να μείνει αβασάνιστη. Στριφογύριζε μέσα της μέχρι να βρει τη λύση.
      Και δεν ήταν πως αν κατέληγε σε κάτι, κάτι που της υποδείκνυε η λογική θα ησύχαζε. Έπρεπε  η λύση εκείνη να ικανοποιεί και την καρδιά της. Κι αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν έβρισκε ησυχία.
      Η σκέψη του να τολμήσουν όσα της έλεγε ο Νικόλας της έφερνε πανικό. Κόβονταν τα πόδια της στην ιδέα του ρίσκου. Του ρίσκου μιας περιουσίας που μπορεί τυπικά να ήταν δική της, αλλά δεν την είχε δημιουργήσει η ίδια.
      Όμως τα λόγια του Νικόλα γυρνούσαν σαν στρόβιλος στο μυαλό της. «Έχεις ευθύνη για τους εργαζόμενους σου. Και για τα παιδιά τους. Να προστατέψεις τις δουλειές τους. Και να τις παραδώσεις και στις επόμενες γενιές».
      Κάποια στιγμή, αφού υπέγραφε τα έγγραφα παράδοσης ενός σκαριού, κι αφού τελείωσε με κάποιες παραγγελίες, μην αντέχοντας την αφόρητη ζαλάδα στο κεφάλι της κατηφόρισε προς τη θάλασσα.
      Μπροστά της οι ξύλινες γέφυρες που κατέβαζαν τα σκάφη στη θάλασσα. Ή που τα ανέβαζαν αντίστοιχα όταν ερχόντουσαν για επισκευή. Οι εργάτες κινιόντουσαν στο χώρο σα μέλισσες σε μελίσσι.
      Τράβηξε αριστερά και παρότι ήθελε να μείνει μόνη δεν μπόρεσε να αποφύγει τον πεθερό της με την μικρή Αναστασία που μάζευαν βότσαλα.
      Η μικρή ξυπόλητη, με τα στρουμπουλά λευκά της ποδαράκια να ξεχωρίζουν κάτω από το κίτρινο φουστάνι της, έτρεχε με το αστείο βήμα το παιδιού που έμαθε να περπατάει αλλά τα βήματά του είναι ακόμη ελαφρά και ασταθή λες και τρέχει επάνω σ’ ένα σύννεφο.
      Η Αναστασία την είδε μα δεν της έδωσε σημασία γιατί διάλεγε με απόλυτη προσήλωση ένα ένα μαύρα γυαλιστερά βότσαλα και τα άπλωνε σε σχέδιο το ένα δίπλα στο άλλο στην ακροθαλασσιά.
      Ο πεθερός της καθόταν κάτω και βοηθούσε στο σχηματισμό. Της έγνεψε να καθίσει δίπλα του. Έμειναν έτσι για λίγο, απορροφημένοι από το έργο της μικρής Αναστασίας. Ήταν τόσο χαρούμενη με το πόνημά της που το πρόσωπό της έφεγγε σαν φεγγάρι. Τα μαλλιά της, που μετά βίας έφταναν στον αυχένα της, ήταν πιασμένα μ’ ένα ασημένιο κοκαλάκι στο ένα πλάι.
      «Η δουλειά πάει καλύτερα από ποτέ. Οι παραγγελίες όλο και μεγαλώνουν. Έχεις προσλάβει περισσότερο προσωπικό και όλοι τους πίνουν νερό στο όνομά σου. Κι όμως κάτι σε βασανίζει παιδί μου».
      Η Ραλλού χαμογέλασε ήρεμα στον ηλικιωμένο άντρα που τα τελευταία χρόνια είχε τόσο ημερέψει και γαληνέψει. Χαμογέλασε στη σκέψη πως το εγγόνι του κατάφερε να ξεσκεπάσει τον τρυφερό του χαρακτήρα, του έδωσε σκοπό στην ύπαρξή του και γαλήνη στα γεράματά του.
      Κοίταξε την Αναστασία που τοποθέτησε δυο βότσαλα ακόμη δίπλα στα άλλα κι έπειτα χτύπησε τα αφράτα της χεράκια με ενθουσιασμό.
      Πήγε να τον καθησυχάσει λέγοντας κάτι για τα λογιστικά βιβλία, αλλά σταμάτησε απότομα. Στον άνθρωπο που είχε απέναντί της εμπιστευόταν το παιδί της. Άξιζε λίγο παραπάνω σεβασμό.
      Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε του αποκαλύπτει τις σκέψεις του Νικόλα. Η Ραλλού δεν είχε μείνει μόνο εκεί. Είχε κάνει κι η ίδια τις έρευνές της, έλεγξε τις νέες συνεργασίες που θα ανοιγόταν, τις ανάγκες της αγοράς και τις νέες αγορές που θα δημιουργούνταν. Ο πεθερός της την άκουγε με προσοχή. Εκείνη ολοκλήρωσε και η σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
      «Όταν δημιουργείς κάτι μεγάλο και το αφήνεις στα παιδιά σου, το μόνο όνειρό σου είναι να το πάρουν και να το πάνε παραπέρα. Να δημιουργήσουν κι αυτά και να προχωρήσουν τη δουλειά, γιατί δουλειά που δεν προχωρά, σβήνει. Οι εποχές αλλάζουν, δεν μας περιμένουν».
      Σώπασε για λίγο.
      «Ο Δημήτρης δεν είχε τέτοιες ανησυχίες. Δεν είχε, πώς να το πω, όραμα. Γιος μου ήταν και δεν θα έπρεπε να το λέω αυτό…».
      Η φωνή του έσβησε. Απέμειναν για λίγο με το βλέμμα να σταματά στον καθρέφτισμα του πελάγους κι έπειτα εκείνος συνέχισε.
      «Τι σε φοβίζει Ραλλού; Αφού ξέρεις πως είναι το μόνο μέλλον στη δουλειά, τι σε σταματάει;».
      «Δεν μπορώ να πάρω τόσο μεγάλες αποφάσεις. Δεν έχω το δικαίωμα. Μπορεί να πέρασαν όλα τούτα στα χέρια μου αλλά δικά μου δεν είναι. Εσείς τα χτίσατε, κι ο πατέρας σας, με τα δυο σας χέρια».
      Τα μάτια του τη χάιδεψαν με τρυφερότητα.
      «Και με τα τούτα τα χέρια θα συνυπογράψω όλες σου τις αποφάσεις. Σε περίπτωση που φοβάσαι να σηκώσεις το βάρος. Και για να σε προφυλάξω, να μην βρεθεί κανείς να πει τίποτε εις βάρος σου. Αλλά να ξέρεις κόρη μου, σε παρακολουθώ τόσον καιρό και μέσα μου το ξέρω από την αρχή σχεδόν ότι δε θα δειλιάσεις να σηκώσεις βάρη. Και περιμένω ήσυχα στη γωνία μου να δω με χαρά πότε θε να ‘ρθει αυτή η στιγμή».






      Η Αθηνά κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και βγήκε από το ξενοδοχείο. Τράβηξε τον κατηφορικό δρόμο με τα αρχοντόσπιτα στο δεξί της χέρι και τη θάλασσα να αστράφτει αριστερά της.
      Θυμόταν με βεβαιότητα πως είχε προσπεράσει μία από τις πρώτες ημέρες της στο νησί το αστυνομικό τμήμα. Δεν θυμόταν το πού, αλλά η εικόνα ενός δίπατου κτιρίου με ξύλινα σκαλιά κι ένα ίδιου χρώματος γκρίζο γαλάζιο μπαλκόνι απ’ όπου κρεμόταν η ελληνική σημαία ήταν καρφωμένη στο μυαλό της.
      Και μια πινακίδα που να γράφει «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ» τόσο παλιακή, που περίμενες τον Φοίνικα να ξεπροβάλλει από το πουθενά τριγύρω.
      Το κτίριο στεκόταν στη μέση ενός οικοπέδου με χιλιοπατημένο και ξεραμένο στα περισσότερα σημεία το χορτάρι. Δυο πεύκα δεξιά και αριστερά προς τις γωνίες του οικοπέδου, έριχναν τη σκιά τους.
      Στάθηκε μπροστά στην ανοιχτή καγκελόπορτα. Έριξε μια ματιά στο κτίριο μπροστά της. Δυο άντρες με στολή στέκονταν δίπλα στην πόρτα και κουβεντιάζανε. Πού και πού κάποιος γλιστρούσε δίπλα της και κατευθυνόταν προς το εσωτερικό.
      Έκλεισε τα μάτια και είδε τον εαυτό της να μπαίνει διστακτικά μέσα και να διασχίζει την πρώτη ανοιχτή πόρτα που βρίσκει μπροστά της. Για κάποιο λόγο βλέπει σκόνη να αιωρείται στην ατμόσφαιρα μπροστά να σκαλώνει πάνω στο φως του ήλιου.
      Παίρνει μια βαθιά ανάσα κι ετοιμάζεται να πει:
      «Αθηνά, θα ήθελες να μου κάνεις παρέα για έναν καφέ;».
      Πετάχτηκε ως επάνω κι ένιωσε τον ιδρώτα να κυλά στους κροτάφους της. Στράφηκε για να αντικρίσει το Μάνο.
      Έμεινε άφωνη να τον κοιτά κι εκείνος αγκάλιασε απαλά τους ώμους της.
      «Έλα. Υπάρχει μια πανέμορφη αυλή εδώ κοντά».
      Κρατώντας την απαλά την παρέσυρε στο δρόμο δίπλα του κι έστριψε ένα στενό μόλις πριν τη θάλασσα. Η πρώτη φορά που η Αθηνά κατάλαβε πως την έσπρωχνε σαν άβουλο πιόνι ήταν όταν διαπίστωσε πως την οδηγούσε  σε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο σπίτια, που έμοιαζε να οδηγεί στην αυλή τους.
      Κοίταξε απορημένη, μέχρι που μπήκαν πράγματι σε μια μικρή αυλίτσα. Δυο ψιλόλιγνα κυπαρίσσια όριζαν το χώρο και τρία τέσσερα τραπεζάκια, ίσα που χωρούσαν. Μπροστά τους ένας πετρόχτιστος τοίχος τους χώριζε από τη θάλασσα χαμηλά.
      Ο Μάνος της έδειξε ένα τραπεζάκι στη σκιά και τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
      «Έμοιαζες χαμένη. Τι έκανες έξω από την αστυνομία;».
      Τον κοίταξε αμίλητη κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα στο πέλαγος. Ένιωθε την καρδιά να καίει στο στήθος της, το στόμα της στεγνό. Δεν κατάλαβε πως ο Μάνος είχε παραγγείλει κάτι, μέχρι που ένας σερβιτόρος απίθωσε μπροστά της ένα ποτήρι λαχταριστή βυσσινάδα. Το ποτήρι που έκρυβε το παγωμένο ποτό ήταν ιδρωμένο.
      «Σκέφτηκα πως χρειάζεσαι κάτι να σε δροσίσει και να σε στυλώσει».
      Έπιασε με τα δυο χέρια το ποτήρι, κι άφησε τη δροσιά να διαπεράσει τις παλάμες της. Έπειτα το σήκωσε και κατέβασε δυο γουλιές με ανακούφιση.  
      Η πέτρινη τούτη γωνιά λουζόταν στη δροσιά της θαλασσινής αύρας και τα κλαριά του κυπαρισσιού θρόιζαν, αφήνοντας ένα απαλό γουργουρητό.
      Κατέβασε το δροσερό ποτό με ανακούφιση, λες και προσπαθούσε να σβήσει μία φλόγα που έκαιγε τα σωθικά της και στέγνωνε την ύπαρξή της.
      Ένιωθε τα μάτια της να φλέγονται, το δέρμα της να στεγνώνει. Συνέχισε να κατεβάζει αργά το περιεχόμενο του ποτηριού και ακούμπησε το βλέμμα κουρασμένα στα κρυστάλλινα νερά. Το φως αστραφτοκοπούσε επάνω τους και σκόρπαγε ακόμη περισσότερη δροσιά στο σκιερό καταφύγιό τους.
      Ο Μάνος έπινε αθόρυβα τον καφέ του, αφήνοντας την Αθηνά χαμένη στον κυκεώνα των σκέψεών της που έμοιαζαν να την πνίγουν, σαν ένα ατσάλινο χέρι που της έσφιγγε το λαιμό.
      Πέρασαν έτσι αρκετή ώρα, αμίλητοι.
      «Ο τόπος αυτός έχει θεραπευτική ιδιότητα. Λες και σκορπάει βάλσαμο και κλείνει πληγές».
      Η Αθηνά δεν στράφηκε κι έμοιαζε να μην έχει ακούσει.
      Συνέχισαν να κάθονται σιμά, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του για ώρα πολύ. Έπειτα εκείνη στράφηκε προς τη μεριά του.
      «Οι πληγές δεν είναι για να κλείνουν. Είναι σημάδια πάνω στο χάρτη της ζωής σου. Και θα είναι εκεί να τα κουβαλάς, ως την στερνή σου τη στιγμή».
      «Οι πληγές δεν σβήνουν Αθηνά, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά επουλώνονται. Όμως για να γίνει αυτό πρέπει να το επιτρέψουμε εμείς. Είναι απόφασή μας. Όμως ο τόπος αυτός έχει μια ενέργεια, μια ενέργεια που πλανάται τόσο έκδηλα γύρω σου που είναι σχεδόν απτή. Είναι μυστηριακός».
      Της χαμογέλασε αχνά. Έμειναν πάλι αμίλητοι.
      «Η ζωή μου ανατράπηκε με άσχημο τρόπο μία μόνη φορά σαν έχασα τον πατέρα μου. Από τότε ήταν προγραμματισμένη και ανακουφιστικά σταθερή. Ήξερα τι θα μου ξημέρωνε η επόμενη μέρα, ο επόμενος μήνας και ο επόμενος χρόνος. Πίστεψα πως εξόρκισα το κακό και είχα έλεγχο απόλυτο στη ζωή μου. Και πως δε θα ερχόταν ξανά η στιγμή να ‘ρθει κάτι και να την ανατρέψει. Αισθανόμουν ασφάλεια».
      Έστρεψε το φλεγόμενο βλέμμα της πάνω στα νερά, λες και αποζητούσε να το σβήσει στη δροσιά τους.
      «Και τώρα αισθάνομαι ξάφνου πως άφησα το ένα μου πόδι να πατάει στον παλιό μου κόσμο και το άλλο να αιωρείται πάνω απ’ έναν καινούριο. Έναν κόσμο που νιώθω να με καλεί ν’ αφήσω πίσω όλα όσα έχω καταφέρει, την ασφάλεια στη ζωή μου και να ρισκάρω κινδυνεύοντας να ανατρέψω τα πάντα».
      Τα είπε κι ένιωσε τα πνευμόνια της να καίνε από την προσπάθεια. Ο Μάνος χαμογέλασε αχνά. Έσπρωξε προς το μέρος της το ποτήρι με το νερό. Την άφησε να το κατεβάσει με την ησυχία της γιατί ένιωθε πως ήταν άθλος γι’ αυτήν να πει όσα του είπε.
      «Ίσως κάνω λάθος και διόρθωσέ με Αθηνά. Αλλά φαίνεται σαν η ασφάλεια και η σταθερότητα που έχεις κερδίσει να μην  έχει να κάνει με τη δουλειά σου, ή τον τρόπο της ζωής σου. Νομίζω πως έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν έχεις αφήσει κανέναν άνθρωπο να είναι τόσο σημαντικός για σένα, ώστε να υπάρχει κάποια πιθανότητα να σε πληγώσει. Ή να πληγωθείς αν του συμβεί κάτι, όπως συνέβη στον πατέρα σου. Η ασφάλειά σου δεν είναι η δουλειά σου, το εισόδημά σου, ο αυστηρός προγραμματισμός που αποκλείει τις εκπλήξεις. Είναι το χοντρό τοίχος μοναξιάς που έχεις χτίσει γύρω σου και σου διασφαλίζει πως δε θα νιώσεις απώλεια ξανά. Και τώρα κάτι έγινε και ο τοίχος αυτός πάει να γκρεμιστεί. Πας να δέσεις κατά κάποιο τρόπο τη ζωή σου με τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Αυτό είναι που πάει να σπάσει το μοτίβο σου, αυτό είναι που σε αφήνει χωρίς ανάσα στο στήθος».
      Η Αθηνά τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, μην τολμώντας να αρθρώσει λέξη.
      Ο Μάνος σηκώθηκε και την άφησε να παλεύει με τις σκέψεις της.
 





      Ο μικρός με το καστανόξανθο μαλλί που χαμήλωνε πίσω στο σβέρκο του σε μπούκλες στάθηκε κάτω απ’ το κούφωμα της πόρτας. Στύλωσε τα πόδια του και τέντωσε το κεφάλι.
      Η μητέρα του καθόταν πίσω από το γραφείο του πατέρα και το κεφάλι της ακουμπούσε στο χέρι της. Άφηνε η εικόνα της μια αίσθηση κούρασης και εγκατάλειψης.
      Μια βαριά ησυχία είχε απλωθεί στο σπίτι και ο πιτσιρίκος για κάποιο λόγο δεν ήξερε αν ήταν ανακουφιστική έπειτα από ένα ατελείωτο διάστημα χαμηλόφωνους, σχεδόν σιωπηλούς καυγάδες. Η ησυχία έκρυβε απειλή.
      Έκανε δυο αβέβαια βήματα μπροστά. Βήματα κλονισμένα γιατί η κυρία Ευτέρπη ήταν ο βράχος του, ο δυνατός βράχος που στήριζε το σπίτι, την ύπαρξή του και τον κόσμο του όλο.
      Αυτή η κουρασμένη γυναίκα με τους σκυφτούς ώμους, δεν θύμιζε με τίποτε τη μητέρα του με το στητό της κορμί και το ήρεμο χαμόγελο.
      Ήταν λες και ο πανικός που απειλούσε να τον πνίξει, ξεχύθηκε απ’ εντός του και τη χτύπησε, γιατί το ξανθό κεφάλι της υψώθηκε απότομα.
      «Μάνο», έκανε έκπληκτη, μα η έκπληξή της κράτησε δευτερόλεπτα. Σηκώθηκε και το γνωστό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της και αργά μα σταθερά έδιωξε κάθε έννοια και σύννεφο από τα μάτια της.
      Προχώρησε προς το μέρος του και άνοιξε τα χέρια. Τον ύψωσε ψηλά και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Τον απίθωσε στο φαρδύ περβάζι του παραθύρου που έβλεπε στην Πλάκα και την αρχαία αγορά.
      Το βλέμμα της ήρεμο πια χάιδεψε το δικό του με τη γαλήνη και την σταθερότητα που τον έκανε να αισθάνεται πως ο κόσμος του είναι ασφαλής.
      «Θέλω να σου πω Μάνο μου. Ο πατέρας σου θα μείνει αλλού. Πρέπει να είναι κοντά στη δουλειά του, δεν γίνεται να χάνει άλλο χρόνο, να τρέχει από δω στον Πειραιά και πίσω. Θα μείνουμε οι δυο μας εδώ».
      Του χαμογέλασε σκανδαλιάρικα.
      «Ευτυχώς που η δική μου δουλειά θα μπορεί πάντα να γίνεται από το σπίτι κι έτσι δε θα χρειαστεί ποτέ να αλλάξει κάτι. Εμείς είμαστε πιο τυχεροί, δε χρειάζεται να αλλάξουμε τη ζωή μας. Πρέπει να τον καταλάβεις αγάπη μου, ήταν πολύ δύσκολο και για εκείνον. Κι όταν αγαπάμε κάποιον, δεν θέλουμε να κουράζεται, θέλουμε το καλύτερο για αυτόν», του χαμογέλασε με βεβαιότητα.
      Ο Μάνος σκέφτηκε πως είναι πολύ τυχερός που η δουλειά της μητέρας του είναι στο σπίτι κι όχι το αντίθετο. Δε θα άντεχε να μείνει ο πατέρας και  να φύγει η μητέρα του. Άπλωσε το χέρι και το τρύπωσε μέσα στο δικό της.
      Άφησαν κι οι δυο το βλέμμα να πλανηθεί στα υγρά καταπράσινα εδάφη που πλαισίωναν την αρχαία αγορά. Τα ξημερώματα είχε πέσει ανοιξιάτικη βροχή και τώρα η φύση άνοιγε στον ήλιο σαν σπίτι που ανοίγει τα παραθυρόφυλλά της.
      «Νομίζω πως είναι πολύ κατάλληλη στιγμή να πάμε έναν περίπατο. Μπορείς να μαζέψεις σκουλήκια για τα χελιδόνια της αυλής», προσπάθησε να του κάνει την καρδιά υποκύπτοντας στην καινούρια αγαπημένη του συνήθεια. Σε λίγη ώρα ήταν ντυμένοι και οι δυο με γαλότσες και ελαφριά αδιάβροχα και κατηφόριζαν το δρόμο μπροστά τους για να φτάσουν στην αρχαία αγορά.
      Το χέρι του χανόταν στο δικό της όμορφο χέρι με τα μακριά λεπτά του δάχτυλα.
      Ύψωσε το πρόσωπό  στο απαλό φως του ήλιου και το άφησε να χυθεί επάνω του και μέσα στο απλοϊκό μυαλό του μικρού παιδιού αποτυπώθηκε ανεξίτηλα τούτη η εικόνα.
      Εκείνος και η μητέρα του, πιασμένοι χέρι με χέρι να βαδίζουν στο φως. Η εικόνα αυτή τον γέμισε σιγουριά κι έκλεισε με ευγνωμοσύνη τα μάτια, αφήνοντας με εμπιστοσύνη την ύπαρξή του όλη στο χέρι της.