Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Λ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



         Με τη βοήθεια του δυνατού ανέμου διέσχιζαν τον ουρανό σαν δόρυ που έφυγε από δυνατό χέρι αθλητή.
      Ο Φοίβος είχε δέσει το κλειδί μ’ ένα κορδόνι και το είχε περάσει στο λαιμό του. Κοιτούσε την οθόνη της πυξίδας.
     «Η πύλη για την εναλλακτική χώρα λοιπόν. Νομίζω πως φτάσαμε».
     Η Πασιφάη προσγειώθηκε προσεχτικά. Το σκοτάδι ήταν σχεδόν απόλυτο.
     Όσο προχωρούσαν τόσο καθαρότερα έφτανε στ’ αυτιά τους ένας ήχος ήρεμος σαν γουργουρητό γάτας και ρυθμικός. Σε λίγο ακούγανε ξεκάθαρα το τραγούδι της θάλασσας.
      Συνέχιζαν να σκαρφαλώνουν γοργά. Διάβηκαν κοφτερά βράχια, όλο και ψηλότερα ώσπου έφτασαν στην άκρη τους. Τα βράχια κόβονταν κάθετα και βούλιαζαν στα γαλανά νερά της θάλασσας.
      «Τώρα ο μόνος δρόμος είναι αριστερά. Στην ανατολή», έδειξε ο Φοίβος και συνέχισαν να περπατούν παράλληλα στο χείλος του γκρεμού.
      Έπειτα η ακτή πήρε μια απότομη στροφή κι ακολούθησαν την πορεία της, πίσω από θεόρατα βράχια που τους ανάγκαζαν να περπατούν σ’ ένα στενό πέτρινο μονοπάτι. Ο κίνδυνος να γκρεμοτσακιστούν ήταν μεγάλος, αλλά ξάφνου μία ιδέα αχνού φωτός σα να τρεμόπαιξε στον ορίζοντα.
      Ισορροπώντας προσεκτικά πάνω απ’ τα κοφτερά σαγόνια της γης, προχώρησαν βήμα βήμα ώσπου, μετά από ακόμη μία στροφή αριστερά, βρέθηκαν εμπρός σε μία πελώρια πύλη.
     Ήταν χτισμένη από γυαλιστερή άμμο ανάμεικτα με πολύχρωμα κοχύλια, ολοκόκκινους αστερίες και υγρά φύκια πλεγμένα πάνω απ’ την κορυφή της σάλευαν στο θρόισμα του ανέμου.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε να κρέμεται από την άκρη ενός φυκιού. Άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε, ώσπου  η αγριεμένη φωνή του Φοίβου, τρομάζοντάς τον, τον έκανε να πέσει κάτω.
     «Σταμάτα να κάνεις σαν πίθηκος», του ψιθύρισε άγρια κρατώντας τον απ’ την μπλούζα και ταρακουνώντας τον γερά.
     Η Πασιφάη στεκόταν παγωμένη στη θέση της και χτένιζε με το βλέμμα της το χώρο. Η πύλη ήταν σφηνωμένη σ’ ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα βράχια. Δεν υπήρχε ούτε μια σπιθαμή γης ή τίποτα άλλο που θα μπορούσε πίσω του να κρυφτεί ολάκερος δράκος.
          «Εδώ δεν θα μπορούσε να κρύβεται ούτε κουνέλι», συλλογίστηκε μεγαλόφωνα η Πασιφάη.
     «Δεν μπορεί να είναι τόσο εύκολο. Κάτι δεν πάει καλά», κούνησε το κεφάλι του ο Φοίβος.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε στον αέρα. Ήταν ακόμη πειραγμένος που ‘ χε ακούσει τα σχολιανά του απ’ τον φίλο του.
      «Κάτι δεν πάει καλά», επανέλαβε κοροϊδευτικά. «Κάτι τρέχει στα γύφτικα λέω εγώ».
     Άρχισε να πεταρίζει σαν σφήκα μέσα κι έξω από την πύλη.
     «Περπατώ μέσα στην πύλη όταν ο δράκος δεν είναι εδώ. Δράκε, δράκε είσαι εδώ;», ούρλιαξε κάνοντας τα χέρια του χωνί.
     Οι άλλοι δύο τον κοιτούσαν ανήσυχοι.
     «Δεν είναι!», αποκρίθηκε μόνος του ο Πόθος.
     Ο Φοίβος κι η Πασιφάη στέκονταν αναποφάσιστοι.
     «Δεν είναι σας λέω!!!», ξεφώνισε.
     Όταν είδε πως δεν κουνιόντουσαν, έκανε μια ανάποδη τούμπα στον αέρα και βρέθηκε πίσω από την πύλη.
     «Καλά! Πάω μόνος μου!!!».
     Πριν προλάβουν να αντιδράσουν είδαν μία γιγάντια σκιά να χύνεται από τον ουρανό καταπάνω του.
     «Πόθε!!!», είπαν με μια φωνή κι όρμησαν καταπάνω του. Ο Φοίβος άπλωσε το χέρι του για να τον πιάσει και πρόλαβε ίσα ίσα να τον ακουμπήσει.
     Πριν το καταλάβουν βρέθηκαν κι οι τρεις φυλακισμένοι στα γαμψά νύχια ενός πλάσματος που έμοιαζε να ‘χει αναδυθεί από τα σκοτεινά βάθη του χρόνου.
     Το χοντρό σκληροτράχηλο δέρμα του ήταν στεγνό και σκασμένο σαν ξεραμένο χώμα. Το χρώμα του, που κάποτε θα ‘ταν πράσινο, ξεθωριασμένο, είχε μεγάλες καφέ κηλίδες στα σημεία όπου το δέρμα είχε σκάσει κι είχε ξεκολλήσει από το σώμα του, ενώ μεγάλα κομμάτια παλιού δέρματος κρέμονταν από δω κι από κει.
     Στο τέλος του μακριού λαιμού του στεκόταν ένα κεφάλι μικρό για το μέγεθός του και σαγόνια που έκλειναν μέσα 2  σειρές από κιτρινισμένα τετράγωνα δόντια.
     Τα πόδια του κατέληγαν σε πελώρια γκρίζα γαμψά νύχια. Κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς του ένα πτερύγιο σαν τεθλασμένη γραμμή κατέβαινε μέχρι το τέλος της χοντρής μακριάς ουράς του. Και στο πλάι του σερνόταν ακυβέρνητα θαρρείς στο χώμα, δύο ασθενικά αποδυναμωμένα φτερά.
     Τους κρατούσε ανάμεσα στα νύχια του, λες κι ήταν κούκλες. Μόνο οι κόρες των ματιών του κουνήθηκαν.  Κοίταξε μια την κορυφή στα απότομα βράχια και μετά τους φίλους μας. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα, που ακούστηκε ακριβώς όπως το αυτοκίνητό μου παγωμένο ξημέρωμα του χειμώνα που δε λέει να πάρει μπρος, κούνησε αδύναμα τα φτερά του και… Ίσα που του ‘δωσαν μια ώθηση και μ’ ένα πήδο βρέθηκε πάνω από τα βράχια.
     Αντίκρισαν μπροστά τους ένα πελώριο κάστρο που ως τώρα δεν έβλεπαν  από το στενό πέρασμα όπου βρισκόταν.
     Με βαριά βήματα που τράνταζαν το έδαφος, προχώρησε προς το μέρος του κρατώντας τους πάντα ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια. Έσπρωξε με τη ράχη του μια βαριά σιδερόφραχτη πόρτα που άνοιξε για να περάσει μέσα και βρέθηκαν σ’ ένα σκοτεινό κρύο διάδρομο.
     Τον διέσχισε αργά και στρίβοντας στο τέρμα του αριστερά τους πέταξε σαν τσαλακωμένα παλιόχαρτα στο πάτωμα μιας ατελείωτης αίθουσας που φωτίζονταν από δαυλούς στερεωμένους στους τοίχους της γύρω γύρω.
     Στράφηκε αργά για να κάνει την αντίστροφη διαδρομή και να βγει έξω από το κάστρο.
     Τρίβοντας τα πονεμένα από το πέσιμο μέλη τους σηκώθηκαν από το πάτωμα. Ο Φοίβος έτρεξε πίσω στο διάδρομο και είδε πως ήταν άδειος. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στο χώρο. Κρύοι τοίχοι χωρίς ούτε ένα παράθυρο επάνω τους.
     «Ας δούμε τι γίνεται, τώρα που έφυγε», είπε ήρεμα η Πασιφάη.
     Ο διάδρομος έβγαζε σε μια σειρά από δωμάτια, άδεια τα περισσότερα. Στην άκρη του η πόρτα. Απέμειναν να την κοιτάζουν ερευνητικά. Πουθενά επάνω της δεν υπήρχε χερούλι. Προσπάθησαν να την σπρώξουν, μα στάθηκε αδύνατο να την κουνήσουν. Έπεσαν επάνω της μα τίποτα. Στράφηκαν απογοητευμένοι. Μπήκαν στο δωμάτιο δίπλα ακριβώς στην είσοδο.
     Στη μέση του ένα ξύλινο τραπέζι με ψηλές  καρέκλες. Σε μια γωνιά του δωματίου ένα τσουκάλι έβραζε πάνω σε φωτιά. Το πλησίασαν για να δουν μέσα του να βράζει ένα μάτσο από κόκαλα σ’ ένα γλειώδες  πηχτό πρασινωπό υγρό.
     «Μπλιάχ», συνήλθε απότομα ο Πόθος από την αηδία που του ξεσήκωσε το στομάχι.
     «Δεν μπορείς να τον πεις και καλοφαγά», έπιασε τη μύτη του.
      Ντουλάπια έπιαναν τον έναν τοίχο απ’ άκρη σε άκρη. Ο Φοίβος πλησίασε και άνοιξε το ένα ντουλάπι για να χυθούν πάνω στα πόδια του ένας σωρός από τεράστια κόκαλα. Πετάχτηκε πίσω.
     Στην επόμενη αίθουσα ένας σωρός καρπούζια σκέπαζαν το πάτωμά της απ’ άκρη σ’ άκρη. Βγαίνοντας από εκεί πρόσεξαν μία σκάλα πίσω από μία κόχη στον τοίχο που ανέβαινε επάνω.        Πέρασαν στον επάνω όροφο κι άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια για να πέσουν  έκπληκτοι πάνω  στα πιο πολλά τρενάκια-παιχνίδια που είχαν δει ποτέ τους μαζεμένα. Ένα σωρό ράγες και γραμμές και πάνω τους αμαξοστοιχίες, ατμομηχανές, τρένα φορτηγά με φορτωμένα βαγόνια ένα σωρό. Και σταθμοί τρένων, γέφυρες που περνούσαν πάνω από λίμνες, δάση που ανάμεσά τους κυλούσαν οι γραμμές, τούνελ που σχίζανε βουνά, φαράγγια.
     Ο Πόθος γούρλωσε για μια στιγμή τα μάτια του κι έπειτα αναφώνησε.
     «Ω ρε μάνα μου!!!».
     Όρμησε στην γραμμή που βρισκόταν πιο κοντά του και κρεμάστηκε από ένα μοχλό δίπλα στον σταθμό, ολόκληρος.
     «Του, του!!!», άρχισε να σφυρίζει μια ασημένια ατμομηχανή, να ξερνά θαρρείς πραγματικό καπνό και να ξεχύνεται ορμητικά στις ράγες.
     Ο Πόθος με ιλιγγιώδη ταχύτητα έτρεξε στην δεύτερη γραμμή για να βάλει μπρος το τρένο, στην τρίτη, ώσπου…
     Σε λίγο στο δωμάτιο επικρατούσε πανδαιμόνιο. Όλα τα τρενάκια σφυρίζοντας δυνατά, έτρεχαν με ρυθμό επάνω στις ράγες τους. Ο Πόθος είχε ανέβει σ’ ένα ανοιχτό από επάνω βαγόνι φορτηγού τρένου και είχε στρογγυλοκαθίσει κάνοντας βόλτες γύρω γύρω.
     Ο Φοίβος κοίταξε την Πασιφάη προσπαθώντας να συγκρατήσει το γέλιο του.
     Δυνατό τράνταγμα έκανε το κάστρο να κουνηθεί συθέμελα. Γκαπ, γκαπ, γκαπ. Αναγνώρισαν το βαρύ βήμα το δράκου.
     Ο Φοίβος άρχισε να κατεβάζει τους μοχλούς τον έναν πίσω απ’ τον άλλο κι ο Πόθος αφού ξεπέρασε το αρχικό ξάφνιασμα τον ακολούθησε.
     Σιγή πια επικρατούσε όταν άκουσαν το βαρύ σούρσιμο της πόρτας.
    

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Κ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ



      Δεν είχαν προλάβει να απομακρυνθούν ούτε πενήντα μέτρα. Ο Φοίβος είχε κρεμάσει το κλειδί από ένα κομμάτι σπάγκο που είχε βρει στην τσέπη του, γύρω από το λαιμό του.
      «Νομίζω πως φτάσαμε», είπε και θέλησε να κοιτάξει την πυξίδα. Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει το λόγο του, όταν μια δίνη τους άρπαξε σαν δυνατό χέρι και τους παρέσυρε μαζί της. Τους ρούφηξε στο κέντρο  της. Κανείς τους δεν πρόλαβε να αντιδράσει.
      Στριφογύριζαν ατελείωτα μέσα της μ’ απλωμένα τα χέρια και μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο. Κάποια στιγμή τα πράγματα θόλωσαν τριγύρω και χάσανε τις αισθήσεις τους. Τότε η δίνη τους ξέρασε σε μια αφιλόξενη επιφάνεια.
      Κανείς δεν κατάλαβε πόση ώρα κείτονταν έτσι. Και πότε ακριβώς άρχισαν να σαλεύουν. Πρώτος ο Πόθος. Άνοιξε τα μάτια του και ζαλισμένος έψαξε για τους φίλους του. Κατάφερε να εντοπίσει το Φοίβο από την βαριά του ανάσα. Ανέβηκε στον ώμο του και άρχισε να τον κουνάει.
      «Πές μου ότι είσαι καλά! Μη μ’ αφήσεις κι εσύ τώρα! Τι θ’ απογίνω αν πάθεις τίποτα;», ξέσπασε σε γοερό κλάμα.
      Ο Φοίβος άρχισε να κουνιέται. Σε κάθε κίνηση ο πόνος του ξέσκιζε τις σάρκες.
      «Πού είμαστε;».
      «Που θες να ξέρω; Απ’ τον Άδη πήγαμε στα Τάρταρα. Αχ, Φοίβε! Δε θα τα καταφέρουμε ποτέ!», έκανε απελπισμένα.
      «Η Πασιφάη;», πετάχτηκε ανήσυχος για να τον ρίξει κάτω ένα αφόρητο σούβλισμα στο γοφό του.
      «Εδώ είμαι», ακούστηκε ξέπνοη η φωνή πίσω τους. «Νιώθω σα να μου ξεκόλλησαν τα φτερά».
      Ο Φοίβος ψηλάφισε το στήθος του πάνω από τη μπλούζα του. Το κλειδί ήταν ακόμη στη θέση του. Σύρθηκε προς τα πίσω κι ακούμπησε στο ζεστό σώμα της Πασιφάης.
      «Μόνο να ξέραμε που είμαστε!».
      Γύρω τους πλανιόταν μια παγωμένη υγρασία σχεδόν απτή που τους πιρούνιαζε. Το σκοτάδι από την άλλη δεν ήταν μόνο γύρω αλλά και μέσα τους.
      «Έχεις την πυξίδα;», τον ρώτησε η Πασιφάη.
      Την είχε ξεχάσει ολότελα. Άρχισε να ψάχνει ανήσυχος για να την ανακαλύψει στη δεξιά τσέπη του. Πότε πρόλαβε να την ασφαλίσει εκεί, δε θυμόταν. Την έσυρε έξω .
      «Νάτη. Μόνο που η οθόνη της δεν δείχνει τίποτε».
      Ο ήχος που ακούστηκε στη συνέχεια τους έλυσε τα γόνατα. Ήταν ότι πιο φρικιαστικό είχαν ακούσει στη ζωή τους. Ένας ήχος τόσο τρομαχτικός και αποτρόπαιος που μια απέραντη θλίψη πότισε κάθε τους κύτταρο, ώσπου στο τέλος ευχήθηκαν να είχαν πεθάνει. Σφίχτηκαν ασυναίσθητα ο ένας πάνω στον άλλο ριγώντας.
      Το ουρλιαχτό ξεκινούσε σιγά και υπόκωφα, δυνάμωνε και δυνάμωνε, γινόταν σαν μακρόσυρτο μοιρολόι ώσπου δεν άντεχαν πια τ’ αυτιά, μα ούτε η ψυχή τους. Το αίμα στράγγιξε από τα πρόσωπά, η φωνή πάγωσε στα χείλη και τα μέλη τους παρέλυσαν. Και το ουρλιαχτό άρχιζε πάλι από την αρχή.
     
      Είχαν χάσει πάλι τις αισθήσεις τους. Συνήλθαν για ν’ αντικρίσουν εμπρός τους ένα πελώριο ζευγάρι μάτια, κόκκινα θαρρείς να στάζουν αίμα, να τους κοιτά με μία λάμψη του θανάτου.
      Βρισκόταν στην εσοχή ενός βράχου, κάτω από ένα πέτρινο μπαλκόνι. Το Μεγάλο Τσακάλι.
      «Εσείς αποφασίσατε λοιπόν να τα βάλετε μαζί μου;». Η φωνή του ακούστηκε σαν λεπίδα κοφτερή. Ο Φοίβος σκέφτηκε πως ότι και να ήταν αυτό το πλάσμα δεν έμοιαζε με ζωντανό. Έμοιαζε σα να είχε περάσει εδώ και καιρό τα σύνορα αυτού του κόσμου.
       «Δεν τα πήγατε κι άσχημα», συμπλήρωσε ανέκφραστα. Η φωνή του όμως τώρα φανέρωσε κούραση. Τους γύρισε την πλάτη και ξάπλωσε στο χώμα. Η ανάσα του έβγαινε σαν ρόγχος.
      Ο Φοίβος θυμήθηκε τα λόγια του Φοβέρα. Είναι αδύναμο ακόμη, σκέφτηκε.
      Οι κόκκινες λάμψεις από τα μάτια του φώτιζαν το σκοτάδι και φανέρωναν πως δεν κοιμόταν. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στον ορίζοντα. Οι λάμψεις αυτές και το αργό ανεβοκατέβασμα των ώμων ήταν το μόνο δείγμα ζωής.
      Κύλησαν ώρες και άλλες ώρες, με τους φίλους μας κολλημένους στην παγωμένη επιφάνεια του βράχου και το κτήνος να τους φράζει το δρόμο. Σαν κέρβερος στην πύλη του άλλου κόσμου.
      Η ανάσα τους σταμάτησε όταν σηκώθηκε ξαφνικά, καταβάλλοντας προσπάθεια. Στράφηκε αργά προς το μέρος τους κι η τρίχα του σηκώθηκε όρθια. Άρχισε να γρυλίζει φανερώνοντας απειλητικά δόντια. Το κόκκινο φως των ματιών τους χύθηκε καταπάνω τους. Κι η ματωμένη λάμψη αυτή τους υπνώτισε κι απέμειναν ακίνητοι, χωρίς συνείδηση.
      Το αγρίμι τους πλησίαζε αργά. Από το σκοτάδι μέσα όμως χύθηκε μια λευκή αστραπή μπρος τα μάτια του. Το τσακάλι ξαφνιάστηκε για λίγο, αρκετά όμως για να το κάνει να πισωπατήσει. Έπειτα όρμησε αγριεμένο στη λευκή κουκουβάγια.
      Γρύλιζε κι αλυχτούσε, προσπαθώντας να την ξεσκίσει με τα κοφτερά του νύχια.
      Ο Φοίβος κι η Πασιφάη πετάχτηκαν ξυπνώντας από τον ύπνο που τους είχε καταδικάσει η παγωμένη ματιά του. Η ψυχή του Φοίβου μάτωσε από τον πόνο σ’ αυτό που αντίκριζε. Έκανε να ορμήσει μπροστά μα θυμήθηκε την πυξίδα. Την έβαλε στη φούχτα του κι άρχισε να την τρίβει με μανία.
      Φως, φως εκτυφλωτικό και λαμπερό ξεχύθηκε από την πυξίδα και τους κάλυψε σαν λευκό σεντόνι.
      Το τσακάλι πετάχτηκε πίσω, λες και το χαστούκισαν και παραπάτησε. Ύψωσε το κεφάλι του και ξέσπασε σε απελπισμένο ουρλιαχτό. Ούρλιαζε μέχρι που έσβηνε η ανάσα του και ξεκινούσε πάλι από την αρχή. Τα μάτια του δυο λίμνες αίματος που στράγγιζαν στο έδαφος. Κι όταν κάθε χρώμα στράγγιξε από μέσα τους και έμειναν κενά σαν άδεις κόγχες σε κρανίο, σωριάστηκε χάμω. Το κορμί του σε μια αφύσικη θέση, έμεινε άψυχο στο χώμα.
      «Φύγετε αμέσως», ακούστηκε αγωνιώδης η φωνή της κουκουβάγιας.
      Το βλέμμα του Φοίβου ήταν θολό όταν συνάντησε το δικό της. Ήταν το αγαπημένο βλέμμα που γνώριζε τόσο καλά.
      Προσπέρασαν το άψυχο κουφάρι αποφεύγοντας να το κοιτάξουν και σκαρφάλωσαν πάνω στον βράχο. Χωρίς να ρίξουν ματιά πίσω τους, απογειώθηκαν.
     

Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

Ι΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Πετούσαν ασταμάτητα. Ατελείωτα. Για ώρες; Μέρες; Ποιος μπορούσε να ξέρει. Ένα σφύριγμα που έσχιζε τον κατάμαυρο ουρανό μαρτυρούσε μόνο το πέρασμα των φίλων μας πάνω στη ράχη της Πασιφάης.     
     Το σκοτάδι ήταν τόσο απόλυτο που ο μόνος οδηγός τους ήταν η φωτεινή οθόνη της πυξίδας τους, που ο Φοίβος φυλούσε σαν κόρη οφθαλμού μέσα στην παλάμη του. Την κρατούσε σφιχτά κι έδινε οδηγίες στην οδηγό τους. Στόχος τους πια ήταν η γραμμή της οροσειράς για την κορυφή του Μαγικού βουνού.
     Τώρα ο Πόθος είχε κρεμαστεί από τα μαλλιά του Φοίβου και κοιτούσε την οθόνη της πυξίδας.
     «Σταμάτα πια να κρέμεσαι μπροστά στα μάτια μου σαν Παναγίτσα απ’ τον καθρέφτη αυτοκινήτου. Με ζάλισες έτσι που πηγαινοέρχεσαι σαν εκκρεμές».
     «Καλά πώς καταλαβαίνεις τι λέει αυτό το πράγμα;», αγνόησε την παρατήρησή του ο Πόθος.
     «Όλο βέλη, βελάκια. Σανσκριτική γραφή».
     Ο Φοίβος σηκώνοντας το βλέμμα του τον κοίταξε άγρια και συνέχισε να μελετά την πυξίδα.
     «Ουφ, έσκασα πια. Κι αυτή η μαυρίλα. Νομίζεις πως αν απλώσεις το χέρι σου θα πιάσεις το σκοτάδι. Είναι παχύρευστο», γκρίνιαξε ο Πόθος.
     Ο Φοίβος ξεφύσηξε στην προσπάθειά του να διώξει τον Πόθο από το οπτικό του πεδίο και να μελετήσει την πυξίδα με την ησυχία του.
     «Τι ξεφυσάς μωρέ σαν ατμομηχανή; Θα με ρίξεις κάτω!», διαμαρτυρήθηκε ο λιλιπούτειος φίλος μας μα για καλό και για κακό σκαρφάλωσε πάνω στο κεφάλι του Φοίβου και πιάστηκε γερά από τα σγουρά μαλλιά του συνεχίζοντας να ρίχνει κλεφτές ματιές.
     «Λίγο δεξιότερα», έσκυψε πάνω από τ’ αυτί της Πασιφάης. «Είμαστε πολύ κοντά», έκανε ο Φοίβος χωρίς ν’ αφήνει την  πυξίδα από τα μάτια του.
     «Πες μου ένα τραγούδι, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, και θα μ’ έχεις  βρει», διάβασε στην οθόνη της πυξίδας.
     «Πες μου ένα τραγούδι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη…», διάβαζε και ξαναδιάβαζε.
     «Πες μου ένα τραγούδι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη και θα μ’ έχεις βρει!!!», φώναξε ανυπόμονα.
     «Τι θέλει; Να τραγουδήσουμε ένα τραγούδι, κι έπειτα να το ξανατραγουδήσουμε απ’ το τέλος προς την αρχή;», σήκωσε τα μάτια του στον Πόθο.
     Εκείνος σήκωσε τους ώμους του.
     «Τώρα μας ρωτάει ο κύριος Φοίβος! Μάλιστα! Τώρα θέλει τη γνώμη μας! Χμμ! Εγώ δεν ξαναμιλάω. Είμαι ο κομπάρσος της ταινίας», έστρεψε πεισματάρικα το κεφάλι του ο Πόθος.
     Κι όπως καθόταν επάνω στον πισινό του με διπλωμένα τα γόνατα και τα χέρια τυλιγμένα γύρω τους, έδωσε μια και στράφηκε προς τα πίσω.
     «Ας δοκιμάσουμε», ακούστηκε ήρεμη η φωνή της Πασιφάης.
     Ο Φοίβος πήρε μια ανάσα και την κράτησε. Μετά άρχισε να τραγουδά ότι του’ ρθε πιο γρήγορα στη μνήμη του. Ένα τραγούδι που είχε μάθει στο σχολείο.
     «Τυφλός βελόνα γύρευε, ολά ολά
       μέσα σε μια αχυρώνα βατσιτσέλο, βατσιτσό.
       Και ο κουφός του έλεγε ολά ολά,
       την άκουσα που εβρόντα, βατσιτέλο, βατσιτσό».
      «Ως εδώ!», ξέσπασε ο Πόθος. «Τι ανακρίβειες είναι τούτες; Από ενημέρωση παιδί μου είσαι σκέτος κίτρινος τύπος. Άκου την άκουσε ο κουφός που εβρόντα».
     Μα ο Φοίβος δεν σταμάτησε. Άρχισε να τραγουδά το τραγούδι από το τέλος, υψώνοντας τη φωνή του και σφραγίζοντας με τις παλάμες του τ’ αυτιά του, για να μην τον μπερδεύουν οι φωνές του Πόθου.
     «Βατσιτσό, βατσιτσέλο, εβρόντα που άκουσα την,
      ολά, ολά, έλεγε του κουφός ο και,
      βατσιτσό, βατσιτσέλο, αχυρώνα μια σε μέσα,
      ολά ολά, γύρευε βελόνα τυφλός», ολοκλήρωσε μ’ όση δύναμη φωνής είχε.
     «Να πάρει», ξέσπασε οργισμένος. «Απομακρυνθήκαμε», τίναξε το χέρι του και το χτύπησε νευριασμένα στο πόδι του. Στην οθόνη διάβασε:
     «Όταν τραγούδι θα σκεφτείς
      κι ανάποδα θα μου το πεις
      τότε κοντά μου θε να ‘ρθεις.
Μα τι θέλει τέλος πάντων;».
     Η Πασιφάη κούνησε το κεφάλι της σε μια κίνηση εκνευρισμού.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε στο κεφάλι της. Πιάστηκε γερά από το αριστερό αυτί της κι άρχισε να τραγουδά.
     «Ένα δύο τρία,
      πήγα στην κυρία»,
   ξεφώνιζε με την πιο παράφωνη φωνή που ακούστηκε ποτέ. Ο Φοίβος σήκωσε το βλέμμα του ψηλά, σ’ ένα μορφασμό αποδοκιμασίας.
     «Μου ‘δωσε έναν πράσο
      κόντεψα να κλάσω».
     «Δες τώρα κύριε πολύξερε», έδωσε μια και βρέθηκα να αιωρείται μπροστά απ’ τα μάτια του Φοίβου με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω.
     «Ένα δύο τρία, πήγα στην κυρία, μου ‘δωσε έναν πράσο, κόντεψα να κλάσω».
     «Το ‘χεις χάσει εντελώς καημένε. Δε σε παρεξηγώ», κούνησε το κεφάλι του ο Φοίβος, μα η επόμενη λέξη πάγωσε στα χείλη του. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην πυξίδα που πετούσε πράσινες αστραπές.  Έμεινε για λίγο αμίλητος.
     «Φτάσατε στον προορισμό σας.. Πετάτε πάνω από την οροσειρά. Μια από τις κορυφές είναι η δική μου», διάβασε δυνατά.
     «Χμ», έκανε με ικανοποίηση ο Πόθος και βρέθηκε πάλι πάνω στο κεφάλι του Φοίβου. Κάθισε τεντώνοντας με αξιοπρέπεια το μικροσκοπικό κορμί του.
     «Πετάμε πάνω από μια οροσειρά. Η μια κορυφή μετά την άλλη», παρατήρησε η Πασιφάη που είχε χαμηλώσει το κεφάλι της και είχε κλείσει τα μάτια της σε δυο λεπτές σαν του φιδιού σχισμές, στην προσπάθειά της να διακρίνει κάτι.
     «Κορυφές ολόιδιες μεταξύ τους. Πώς θα την ξεχωρίσουμε;».
     «Ας χαμηλώσουμε λίγο», πρότεινε ο Φοίβος κι αγκαλιάζοντας τον λαιμό της Πασιφάης έγειρε στο πλάι προσπαθώντας να διακρίνει. Δεν ήταν σίγουρος αν έβλεπε κάτι και τι.
    «Τις βλέπεις τις κορυφές. Η μία ίδια κι απαράλλαχτη με την άλλη. Κι άλλη, κι άλλη…», μονολογούσε η Πασιφάη.
     «Δε βλέπω τίποτα. Χαμήλωσε λίγο ακόμη», και κρεμάστηκε από πάνω της.
      «Λίγο ακόμη».
     Η Πασιφάη έχανε ύψος αργά αργά ώσπου μ’ ένα τρομερό τράνταγμα βρέθηκαν φύρδην μύγδην πεταμένοι στο χώμα ο ένας επάνω στον άλλο.
     Δεν πρόλαβαν ούτε μία κραυγή πόνου να βγάλουν, ούτε να τρίψουν τα πονεμένα μέλη τους. Το έδαφος κάτω τους άρχισε να κουνιέται σαν το ζυμάρι που πλάθεται κι ένας μπάσος βρυχηθμός που ξεβράστηκε από τα έγκατα της γης, τους πάγωσε το αίμα.
     «Στραβάδια. Βλέπετε που πατάτε βρε!!!».
     Στη φράση αυτή το βουνό κουνήθηκε και ξανακουνήθηκε για να κυλήσουν ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Πόθος τρύπωσε στην ασφάλεια του ζεστού κορμιού του Φοίβου, ενώ εκείνος προσπαθούσε να κρατηθεί από το έδαφος για να σταματήσει να κυλά δεξιά κι αριστερά.
     «Ώστε ήρθατε για το κλειδί;, γκουχ, γκουχ», ξέσπασε το βουνό σ’ έναν βροντερό βήχα που τους πετούσε ψηλά στον αέρα για να ξαναπέσουν κάτω λες και βρίσκονταν  σε τραμπολίνο.
     «Αγκχ, γκουχ κχχχ….», προσπάθησε να καθαρίσει το λαιμό του. «Με το συμπάθιο. Αλλά έχω να μιλήσω πάνω από 350 χρόνια.  Έκλεισε η φωνή μου. Έχω και μια φαρυγγίτιδα που με παιδεύει. Ουγκχχ, γκχχ, γκουχ», συνέχισε να βήχει και να τους τινάζει πάνω κάτω σα χταπόδια. Όταν σταμάτησε ο Φοίβος σωριάστηκε κάτω αποκαμωμένος κρατώντας το μέτωπό μέσα στα δυο χέρια. Του πονούσε το κεφάλι.
      «Κχχχ, κχχχ», καθάρισε μια τελευταία φορά το λαιμό του. «Ώστε τα καταφέρατε τελικά. Κοίτα να δεις την πιτσιρικαρία. Δεν το περίμενα. Με ξαφνιάσατε. Λοιπόν τώρα θα θέλετε το κλειδί, έ;».
     Να σου και πάλι από την αρχή άρχισε να συσπάται, να τεντώνεται, να μαζεύεται και ξάφνου στο πιο ψηλό σημείο του άνοιξε μια τρύπα, ίδια κρατήρας ηφαιστείου. Από μέσα της ξεχύθηκε ένα αμυδρό γαλανό φως και μια γλυκιά θέρμη αγκάλιασε τα μέλη τους.
          «Χμ, το κλειδί», ακουγόταν η φωνή του να βγαίνει υπόκωφα από το βάθος.  «Κάπου εδώ είναι, κάτσε να δεις…».
     Από την τρύπα άρχισαν εκτοξεύονται διάφορα. Πέτρες, χώματα, ένα κρανίο ζώου. Ο Φοίβος κι η Πασιφάη γούρλωσαν τα μάτια τους.
     «Μα είμαι σίγουρος πως το είχα δει κάπου εδώ. Δεν θα ‘ναι ούτε 120 χρόνια.», κι ένα πήλινο πιθάρι εκτοξεύτηκε και αφού πέρασε ξυστά από τα’ αυτί της Πασιφάης, προσγειώθηκε πίσω της, σπάζοντας σε μύρια κομμάτια. Η Πασιφάη πετάχτηκε αγριεμένη προς τα πλάγια βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο.
     Ο Φοίβος έσπευσε να ψάξει μέσα στα σπασμένα κομμάτια του πιθαριού, ενώ ο Πόθος φτεροκοπούσε κοντά στον κρατήρα. Κρατούσε πάντως μια απόσταση ασφαλείας, για να παρακολουθεί τα αντικείμενα που εκτοξεύονταν. Στη σειρά εκσφενδονίστηκαν ένα τσίγκινο ποτιστήρι, μια γκαζόλαμπα , που το γυαλί της έσπασε με θόρυβο πέφτοντας κάτω και μια ξύλινη κουτάλα. Ο Πόθος στριφογυρνούσε τρελά στον αέρα προσπαθώντας να τα αποφύγει.
     «Καλά μπάρμπα, από νοικοκυριό σκίζεις», φώναξε δυνατά.
     Ένα δυνατό ξεφύσημα εκσφενδόνισε σκόνη και χώματα. Ο Πόθος άσπρος από την κορφή ως τα νύχια από την σκόνη που τον έλουσε, άρχισε να φταρνίζεται. Με τα δάχτυλά του προσπάθησε να καθαρίσει τα μάτια του, κι έπειτα άρχισε να τινάζεται.
     «Κι από καθαριότητα δεν πας καλύτερα!», ξεφώνισε θυμωμένος μα για καλό και για κακό απομακρύνθηκε.
     Ένας βρυχηθμός και η πλάση σείστηκε λες και γινόταν σεισμός. Μέσα από τον κρατήρα ακουγόταν ένας θόρυβος λες και σιγόβραζαν τα σωθικά του βουνού. Ο Φοίβος στάθηκε επιφυλακτικά δίπλα στην Πασιφάη κι ο Πόθος αστραπιαία τρύπωσε στον πυκνό θάμνο των μαλλιών του.
     Το ξέσπασμα με μια έκρηξη ήρθε για να του λούσει με πολύχρωμες αχτίδες φωτός, ίδιες με πυροτεχνήματα. Κόκκινες, κίτρινες, μπλε. Μια θριαμβευτική κραυγή τους τίναξε ως επάνω.
     «Χμ! Δεν είμαι νοικοκύρης λέει. Δεν είμαι καθαρός! Χα!».
      Ένα βάζο πετάχτηκε κουδουνίζοντας έξω και προσγειώθηκε μπρος τα πόδια τους. Ο Φοίβος έσκυψε και το σήκωσε. Έπιασε με τα δυο του χέρια το καπάκι να το ξεβιδώσει.
     «Αλλά έτσι είναι η νεολαία σήμερα», συνέχισε θριαμβευτικά η φωνή.
     «Αγενείς! Ασεβείς!».
     Ο Φοίβος προσπαθούσε ακόμη, μα το καπάκι, σφιχτά βιδωμένο, δεν έλεγε ν’ ανοίξει.
     «Και θρασύτατοι! Εμείς στα χρόνια σας, ούτε τα μάτια μας δεν τολμούσαμε να σηκώσουμε μπροστά σε μεγαλυτέρους μας!».
     Ο Φοίβος είχε σφίξει το βάζο ανάμεσα στα πόδια του και προσπαθούσε ακόμη να το ανοίξει.
     «Μάλιστα κύριοι! Υπήρχε σεβασμός τότε…!».
     Μπαμ! Το βάζο που έσπαζε κάτω τον έκοψε στη μέση.
     Ο Φοίβος έσκυψε και πήρε ένα μεγάλο κλειδί που κείτονταν ανάμεσα σε σπασμένα γυαλιά. Κολλούσε ολόκληρο.
     «Τι στο καλό; Τι έχει επάνω του;».
     «Ε, χμ…, ναι, μέλι. Το χρησιμοποίησα για να φτάσω το μέλι στον πάτο του βάζου. Δεν μπορούσα να το φάω αλλιώς».
     Ο Πόθος άρχισε να χασκογελάει κι ο Φοίβος τον σκούντησε απαλά ενώ  σκούπιζε το κλειδί από το παντελόνι του.
     «Άντε καλό ταξίδι. Με κουράσατε πια. Αααχχχ! Θα πέσω να κοιμηθώ για καμιά πενηνταριά χρόνια τώρα!».
     Το βουνό άρχισε να κινείται αργά προς όλες τις κατευθύνσεις
ώσπου η τρύπα του κρατήρα έκλεισε. Ακούστηκε ένας τελευταίος ήχος, σαν χασμουρητό κι επικράτησε ησυχία.
     Η Πασιφάη πλησίασε κι έσκυψε το σώμα της. Ανέβηκαν επάνω της και πέταξαν μακριά.