Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, (ε όχι και τόσο πολλά, βάλτε γύρω στα 273 για να’στε μέσα), ήταν μια πολιτεία σ’ έναν τόπο μακρινό. Τώρα όταν λέμε μακρινό, εννοούμε μακρινό. Για να καταλάβετε, προχωρήστε πέρα από τα σύννεφα, αλλά όχι μη βιάζεστε, σταματήστε εκεί πριν το τελευταίο, ναι εκείνο το μικρούλι που’ ναι σαν από ζάχαρη άχνη, και τρέχει πάντα καταϊδρωμένο και ξεφυσώντας για να προλάβει τα άλλα. Από κει στρίβεται αριστερά και συνεχίζετε ως το παντοπωλείο του Βρόχη του Ψίχαλου. Αν θέλετε, μπορείτε να περάσετε μέσα και να πάρετε μια βροχοκαλάδα, ή μια δροσερή ψιχαλοσουμάδα. Κι αν είστε τυχεροί, θα πετύχετε εκείνον τον μπερμπάντη, τον Σίφη τον μαρκαδοράκια. Ποιος είναι αυτός; Ε, τώρα έχετε δίκιο να ρωτάτε, γιατί λίγοι τον ξέρουν με το πραγματικό του όνομα. Οι περισσότεροι τον ξέρουν με το όνομα ουράνιο τόξο, και πιστεύουν πως είναι φυσικό φαινόμενο. Μεταξύ μας, είναι μακριά νυχτωμένοι. Το παλικάρι είναι βέρος Κρητικός, όπως θα καταλάβατε κι εσείς απ’ το όνομα του. Και στις φλέβες του κυλάει το αίμα εκείνου του σπουδαίου ζωγράφου που φιλοτέχνησε την περίφημη Παριζιάνα στα μινωικά ανάκτορα. Ναι ναι έτσι όπως τα λέω είναι. Γνήσιος απόγονος.
Σπουδαία τοιχογραφία όμως κι αυτή, ε; Αν δεν την έχετε μάθει ακόμη από το σχολείο, ζητήστε από κανένα μεγαλύτερο αδερφό ή φίλο να σας την δείξει στο βιβλίο της Ιστορίας του. Αυτός λοιπόν ο Σίφης που έλεγα, κουβαλάει πάντα στην κωλοτσέπη του ξεβαμμένου μπλου τζην του πέντε έξι μαρκαδόρους. Με το που βγαίνει η κυρά Βροχή κι αρχίζει να πλένει καλά καλά την πλάση αυτός κρύβεται πίσω από μια γωνία και καραδοκεί. Αφού τελειώσει η κυρά Βροχή κι αποκαμωμένη χωρίς να της βγαίνει ούτε ψιχάλα πια από την κούραση σταθεί ν’ απολαύσει το έργο της, να σου και πετάγεται ο φίλος μας. Βουτά τους μαρκαδόρους του κι αρχίζει να ζωγραφίζει τον γαλανό τοίχο του ουρανού. Μια γαλάζια γραμμή, μια μωβ, μια κίτρινη, ενώ παράλληλα ρίχνει και κλεφτές ματιές γύρω του μην και τον πάρουνε χαμπάρι. Τα μάγουλά του είναι ξαναμμένα από την ευχαρίστηση που παίρνει απλώνοντας τις πινελιές του σ’ ένα τόσο υπέροχο καμβά.               Μια πορτοκαλί γραμμή, μια …
     «Αν σε πιάσω στα χέρια μου παλιόπαιδο…», ακούγεται η ξεψυχισμένη φωνή της κυρά Βροχής που βλέπει να πηγαίνει στράφι τόση μπουγάδα.
     «Καλέ μανδάμ, λίγη σέβαση για την τέχνη…», της αντιλέγει ο Σίφης που για καλό και για κακό ήδη μαζεύει τους μαρκαδόρους του, κατεβάζει το κόκκινο κασκέτο του χαμηλά στα μάτια και όπου φύγει φύγει.
   «Αν πάρω μια βρεγμένη σανίδα θα σου δείξω εγώ», του φωνάζει σκασμένη από αγανάκτηση η κυρά Βροχή. Ψιχάλες τρέχουν από τα μάτια της. «Δεν θα πέσεις στα χέρια μου; Τς τς τς, τα σημερινά παιδιά…», και πιάνει ένα σφουγγαρόπανο, να σβήσει μάνι μάνι τις ροδαλόχρωμες πινελιές του.
   Αλλά τι λέγαμε; Α ναι, για κείνη την πολιτεία. Αν πάρετε την κατηφόρα λοιπόν, θα βγείτε μπροστά της  μέσα σε πέντε λεπτά. Αχ, και να την βλέπατε! Μια πολιτεία υπέροχη, θεσπέσια, λαχταριστή! Τα χωράφια που την κυκλώνουν σπαρμένα ηλίανθους, ολόιδια ο πίνακας του Βαν Γκογκ. (Ποιος είν’ τούτος; Πολύ ανημέρωτους σας βρίσκω. Για ανοίξτε και καμία εγκυκλοπαίδεια!).
   Κι η πολιτεία; Χρυσή και γαλανή. Ηλιόλουστη και ηλιοπλανεμένη. Στους κήπους της καμαρώνουν κίτρινα τριαντάφυλλα, χρυσά χρυσάνθεμα και κρόκοι. Και στους φράχτες της υψώνουν το ανάστημά τους πάλι ηλίανθοι. Μέχρι κι οι παπαρούνες της κίτρινες είναι. Κι αν καμιά φορά, σπάνια όμως, βρέξει, το κίτρινο χώμα γίνεται ίδιο λαχταριστή μουστάρδα, κι αν είσαι λίγο αφηρημένος, βουτάς το δάχτυλό σου για να την δοκιμάσεις. Ντροπή! Γιατί καλέ; Να μην δεις αν είναι πικάντικη ή γλυκιά; Σιγά το πράμα!
    Ηλιοστάλαχτη τη λένε. Και θα’ χετε πια καταλάβει το γιατί.
    Στην πολιτεία αυτή βασιλιάς κι αφέντης ήταν ο Ήλιος. Ο γνωστός που ξέρετε. Κάθε πρωί άπλωνε τις ολόχρυσες ακτίνες του απάνω της, ως το σούρουπο που τις μάζευε πια, κι αυτές χασμουρώντας και σκουντουφλώντας πηγαίνανε για ύπνο.
   Κάθε πρωί είπα; Τρόπος του λέγειν.  Γιατί ο Ήλιος είναι ένας κύριος πολύ αξιοπρεπής. Και διακριτικός. Καθόλου δεν θέλει να γίνεται βάρος. Αν λοιπόν καταλάβαινε πως το’ χει παρακάνει, όταν έβλεπε τους αγαπημένους του ηλίανθους να μαραίνονται, τους κατοίκους της πολιτείας του ν’ αναστενάζουν από την ζέστη, και τους σκύλους της να βγάζουν μια πιθαμή έξω τη γλώσσα τους κοντανασαίνοντας, μάζευε τις ακτίνες του και παραμέριζε. Έκανε χώρο για τα σύννεφα, που βαριά βαριά κάθουνταν πάνω στην Ηλιοστάλαχτη και άρχιζαν ν’ αδειάζουν σαν πελώρια ποτιστήρια τ’ ουρανού νερό. Δρόσιζε καλά καλά που λέτε η πολιτεία μας, ανάσαιναν οι σκύλοι, όρθωναν και πάλι τα’ ανάστημά τους οι ηλίανθοι.


   Κι ο Ήλιος μας; Ακοίμητος φρουρός. Μόλις καταλάβαινε πως πάει να παραγίνει το κακό με το νερό, ορμούσε επάνω και πήγαινε να βάλει μια τάξη. Έδινε μια με τις ακτίνες του στα σύννεφα, κι από δω παν κι άλλοι. Ξάπλωνε τότε ραχατλίδικα στην μέση του ουρανού κι ευχαριστημένος από τον εαυτό του έκανε ηλιοθεραπεία.
   Είχε ακόμη και τα καθιερωμένα ρεπό του. Όταν άνοιγαν τα σχολεία, καθόταν σπίτι του για να δώσει την θέση του στα πρωτοβρόχια. Τα Χριστούγεννα, του Άη Βασίλη, των Φώτων αλλά και μια φορά μέσα στον Μάρτη ξάπλωνε την αρίδα του σε μια πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, κι ενώ έξω χιόνιζε, αυτός έπλεκε πουλόβερ. Κίτρινο. Όχι ότι θα το φορούσε ποτέ, γιατί ελόγου του δεν κρύωνε. Αχρείαστο να’ ναι που λέμε. Αλλά να, έτσι για το καλό.
   Οι άνθρωποι λοιπόν εκεί πρέπει να ήταν πολύ ευτυχισμένοι να ζούνε σ’ αυτήν την φωτεινή και γαλάζια πολιτεία. Και ήταν. Δηλαδή κάποτε. Παλιότερα. Γιατί τώρα πια το ‘χανε ξεχάσει.
   Τα παιδιά δεν πήγαιναν άλλο πια εκδρομές για να χαρούνε τον ήλιο. Οι νοικοκυρές δεν απλώνανε στον ήλιο την μπουγάδα τους για να στεγνώσει. Είχαν στεγνωτήρια. Για να καταλάβετε, ακόμη κι αυτές οι γάτες, δεν βγαίνανε στους δρόμους και τα παραθύρια για να λιαστούνε.
   Κι ο Ήλιος μας;
   Είχε αρχίσει να αισθάνεται μόνος. Δεν είχε και κανένα αδερφάκι για να παίξει. Βλέπετε από τότε ακόμα, ήταν ο ένας κι ο μοναδικός Ήλιος στον κόσμο.
   Ένα πρωί σαν τα άλλα  είχε ήδη ανατείλει ωραία και καλά και τακτοποιήσει ένα γύρω τις ακτίνες του. Για να περάσει η ώρα του  είχε πιαστεί με δυο γερές ακτίνες από ένα αφράτο σύννεφο κι έκανε κούνια. Το βλέμμα του ταξίδευε αφηρημένα πάνω στην πολιτεία. Τότε διαπίστωσε πως κανείς πια δεν καρτερούσε την ανατολή του. Ξάφνου αισθάνθηκε μια αφόρητη μοναξιά να τον πλακώνει. Μια παγωνιά ν’ απλώνεται μέσα του. Ένα πράμα λες και είχε καταπιεί ολόκληρο παγόβουνο.
   «Ως εδώ ήταν», φώναξε κι άρχισε να ξαναμαζεύει τις ακτίνες του.
   «Τι γίνεται;», αναρωτήθηκαν αυτές.
   «Τα μαζεύουμε και φεύγουμε», τις πρόσταξε φουριόζος.
   «Μπα, τι έχουμε; Έκλειψη ηλίου;», ρώτησε μια πιτσιρίκα, που μόλις είχε αρχίσει να μαθαίνει απ’ την μαμά της τα βασικά φυσικά φαινόμενα.
   «Ταξιδάκι!», ξεφώνισε μια μεγαλύτερη. «Θα πάμε επιτέλους κι εμείς ταξιδάκι! Καιρός ήταν ν’ αλλάξουμε τον αέρα μας».
   «Γουστάρω! Τι λέτε για κρουαζιέρα στην Καραβαναϊκή;», πρότεινε μια νεαρή, μεταξύ μας λίγο έξαλλη, ακτίνα.
   Και μια και ο Ήλιος δεν τους απαντούσε απέμειναν σιωπηλές να περιμένουν μια εξήγηση.
   «Αν ήσασταν πιο προσεχτικές, θα βλέπατε κι εσείς πως εδώ δεν μας έχει κανείς πια ανάγκη. Φεύγουμε λοιπόν οριστικά!».
   Έγινε μεγάλο σούσουρο κι από το ξάφνιασμά τους οι ακτίνες μπλέκονταν μεταξύ τους, λες και χορεύαν το γαϊτανάκι. Τέτοιο πράγμα δεν είχε ματαγίνει. Δεν ξέραν τι να κάνουν. Ψιθύριζαν συνωμοτικά η μία στην άλλη, ενώ ο Ήλιος ξεφυσούσε αγανακτισμένος.
   «Του ‘χει στρίψει εντελώς του μπάρμπα», έλεγε μια στην διπλανή της.
   «Καλέ τον βάρεσε ο Ήλιος στο κεφάλι. Έχει πάθει ηλίαση σου λέω!», έκανε μια αυθάδικα. «Και του το ‘λεγα. Βάλε ένα καπελάκι!», συνέχισε κι έσιαξε κοκέτικα ένα ψαθάκι με μια πορτοκαλί κορδέλα στα μαλλιά της.
   «Κύλιος, θες μια τσιχλόφουσκα για να σου φτιάξει το κέφι;», του πρότεινε μια τόση δα μικρούλα.
   «Τώρα αμέσως είπα!», έβγαλε μια υπόκωφη φωνή ο Ήλιος. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει, φλόγες ξεχύθηκαν από το στόμα του και τύλιξαν ένα γύρω κι αυτόν και τις ακτίνες του.
  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου