Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Μ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Κοιτάχτηκαν και βγήκαν έξω. Κάτω ακουγόταν το αργό περπάτημα και το σούρσιμο από την ασήκωτη ουρά του καθώς γλιστρούσε πίσω του.
     Πατώντας απαλά πλησίασαν την άκρη της σκάλας.  Πρόλαβαν να δουν μόνο την ουρά του καθώς τραβιόταν στην κουζίνα.
     Ένα γουργουρητό ακούστηκε κι άρχισαν να κατεβαίνουν σιγά. Το θέαμα που αντίκρισαν τους έκανε ν’ ανοίξουν τα μάτια διάπλατα.
     Ο δράκος με τα μπροστινά του πόδια είχε σηκώσει το καζάνι από τη φωτιά που πάνω της σιγόβραζε ως τώρα, και είχε χώσει μέσα την μουσούδα του.
     Ένα ρυθμικό γκλουκ γκλουκ και το ανεβοκατέβασμα του λαιμού του τους άφησε να καταλάβουν πως ρουφούσε με λαιμαργία το καυτό πρασινωπό υγρό. Από τα αυτιά του έβγαιναν πυκνοί καπνοί.
     Έπειτα κάθισε δίπλα του κι άρχισε να γλύφει ένα ένα τα κόκαλα. Έβγαζε την ασπρουλιάρα γλώσσα του έξω, έγλυφε καλά καλά το ένα κι όταν τελείωνε το πετούσε πίσω κι έπιανε το επόμενο.
     Στο τέλος σκύβοντας πάνω από την φωτιά την έσβησε μ’ ένα δυνατό φύσημα λες κι ήταν σπίρτο, και βγήκε από την κουζίνα. Οι φίλοι μας κεραυνοβολημένοι δεν κουνήθηκαν από τον τόπο τους.
     Οι βολβοί των ματιών του στράφηκαν προς το μέρος τους για να τους κοιτάξει αδιάφορα, χωρίς καν να στρέψει το κεφάλι. Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο, κάθισε κι έπιασε ένα καρπούζι με τα μπροστινά του πόδια.
     Το σύνθλιψε με τα σαγόνια του και το έφαγε με τρεις κινήσεις όλο. Κι όταν λέμε όλο, εννοούμε όλο. Μόνο λίγος χυμός από το φρούτο χύθηκε πάνω στην κοιλιά του. Όμως από το καρπούζι δεν απέμεινε τίποτε. Ούτε μια τόση δα φλουδίτσα. Κι έπειτα πήρε κι άλλο, κι άλλο.
     Ο Πόθος που στεκόταν στον αέρα και χωρίς να το καταλάβει είχε πλησιάσει σχεδόν στο σημείο που στεκόταν ο δράκος, είχε αρχίσει να ανακατεύεται.
    «Αυτό είναι που λέμε: Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Α πα πα, τι γουρουνιά!», απευθύνθηκε στους φίλους του χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει. «Πα, μετά απ’ αυτό δε θα μπορέσω να ξαναφάω καρπούζι».
      Ο δράκος έστρεψε τώρα το κεφάλι του και τον κοίταξε λες και τον αντίκριζε για πρώτη φορά. Έπειτα άνοιξε πλατιά το στόμα του για να καταλήξει σ’ ένα δυνατό ρέψιμο που έκανε το σπίτι να σειστεί συθέμελα.
     «Ε κύλιος με τις υγείες σας», του φώναξε με θράσος ο Πόθος και γύρισε στους φίλους του.
          Ο δράκος σηκώθηκε, πέρασε σχεδόν από πάνω τους χωρίς να τους κοιτάξει και μπήκε στην  διπλανή αίθουσα. Μαζεύτηκε σε μια γωνιά της, ξάπλωσε κατάχαμα, τύλιξε την ουρά του γύρω του και έπεσε σε ύπνο. Ύπνο βαθύ.
     Απέμειναν για λίγο να κοιτάζουν το πελώριο σώμα ν’ ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό της ανάσας του. Όταν πια βεβαιώθηκαν πως δεν επρόκειτο να το κουνήσει από κει, του γύρισαν την πλάτη και βγήκαν στον διάδρομο. Έκαναν ν’ ανεβούνε και πάλι τη σκάλα επάνω, όταν ο Φοίβος κοντοστάθηκε. 
     Μια χαμηλή πορτούλα, κάτω από την κάσα της  σκάλας τράβηξε την προσοχή του. Ξύλινη και ξεθωριασμένη από το χρόνο. Άπλωσε το χέρι του και την έσπρωξε διστακτικά. Την έσπρωξαν για ν’ αντικρίσουν σκοτάδι.
     Ο Φοίβος άρπαξε έναν δαυλό από τον τοίχο δίπλα του και φώτισε μέσα απ’ το πορτάκι για ν’ αποκαλυφθεί μπροστά τους μια σκάλα που κατέβαινε κάτω. Έσκυψε και περνώντας κάτω από την πόρτα άρχισε να κατεβαίνει προσεκτικά. Η Πασιφάη με τον Πόθο ακολουθούσαν ρίχνοντας ανήσυχες ματιές γύρω τους.
     Η σκάλα έστριψε στο μέσο της και συνέχισε να κατεβαίνει για άλλα περίπου 20 σκαλιά.  Όταν βρέθηκαν στο τελευταίο αντίκρισαν μία ατελείωτη αίθουσα.
     «Τι αποθήκη είναι τούτη;», γούρλωσε τα μάτια του ο Πόθος. «Κοιτάξτε!», έδωσε μια και βρέθηκε μπροστά τους να κρέμεται και να κουνιέται ξέφρενα απ’ το κουδούνι ενός ποδηλάτου, γεμίζοντας την αίθουσα με τον κελαρυστό ήχο του.
     Άρχισαν να περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα σ’ αταίριαστα πράγματα.
     Σαν μέλισσα μεθυσμένη από ανοιξιάτικο όργιο αρωμάτων ζουζούνιζε πέρα δώθε ο Πόθος. Έκανε τσουλήθρα πάνω σε  υφάσματα που κρέμονταν από το ταβάνι. Σκαρφάλωσε στο κεφάλι ενός πάνινου παπαγάλου δεμένου από ένα δοκάρι. Πιασμένος γερά από το πάνινο  ράμφος του, κουνιόταν μανιασμένα μπρος πίσω, κοντεύοντας να φτάσει μαζί με τον παπαγάλο στην οροφή.
     «Ντε! Ντε! Έλα καλό μου άλογο. Σχίσε τον αέρα σαν αστραπή και………», με τη φόρα που είχε πάρει εκτοξεύτηκε από το πάνινο «άτι» του , διέσχισε την αίθουσα πάνω απ’ τα κεφάλια της Πασιφάης και του Φοίβου και προσγειώθηκε πίσω από μια κονσόλα ενώ διάφορα αντικείμενα σωριάζονταν  επάνω του.
     Τρέξανε ανήσυχοι προς το μέρος του και άρχισαν να απομακρύνουν γρήγορα τα πράγματα από πάνω του. Κάποια στιγμή ο Φοίβος τον είδε και πήγε να τον σηκώσει. Ο Πόθος κρατιόταν σφιχτά από ένα κουτί μακαρόνια. Προσπάθησε απαλά να τον απομακρύνει μα του κάκου.
     «Είσαι καλά; Πόθε;», τον ταρακούνησε και προσπάθησε ξανά να τον σηκώσει.
     «Άσε με», τίναξε το χέρι του εκνευρισμένα λες κι έδιωχνε ενοχλητική μύγα.
     «Πόθε; Τι έπαθες;», έσκυψε επάνω του ανήσυχα προσπαθώντας ξανά να τον ανασηκώσει.
     «Πείνασα», απάντησε πνιχτά. «Κι αυτά τα μακαρόνια θα τα φάω».
    
    
    

     Λίγη ώρα μετά ήταν σκυμμένοι πάνω από τα πιάτα τους στην κουζίνα και ρουφούσαν με απόλαυση τα μακαρόνια τους. Τα πάντα είχαν βρει στην υπόγεια αποθήκη. Στο  Θεό που πιστεύετε. Μέχρι και ντοματάκια κονκασέ!
     Θες ήταν η πείνα τους, θες η λαχτάρα τους για τη θεσπέσια μακαρονάδα που είχε ετοιμάσει ο Φοίβος, όταν κατάλαβαν πως το πάτωμα σείονταν κάτω από τα πόδια τους, ο δράκος ήδη στεκόταν πάνω απ’ το κεφάλι τους.
     Ο δράκος τους κοίταξε μ’ άδειο βλέμμα. Έπειτα γύρισε το κεφάλι του κι απομακρύνθηκε. Πήρε το μπαρουτοκαπνισμένο καζάνι του κι άρχισε να το γεμίζει με κόκαλα. Τα στρίμωχνε τακτικά το ένα δίπλα στο άλλο κι έπειτα τα σκέπασε με νερό. Τα απόθεσε πάνω στην αναμμένη φωτιά και στράφηκε προς την πόρτα.
     Έκανε μερικά βαριά βήματα κι έπειτα στάθηκε απότομα, ύψωσε το κεφάλι του κι άρχισε να προχωρά αργά με προτεταμένα τα ρουθούνια του θαρρείς και κάτι τον έσερνε από τη μύτη. Περιφέρθηκε για λίγο και κατέληξε να χώνει το πελώριο κεφάλι του ολόκληρο σχεδόν στην κατσαρόλα με τη μακαρονάδα.
     Το σήκωσε πάλι ψηλά, έκλεισε τα μάτια του κι οσμίστηκε τον αέρα. Κι άλλη μια φορά. Κι άλλη μία.
     Έπειτα άνοιξε τα μάτια του και τα κάρφωσε στο φαγητό, μ’ ένα βλέμμα που ‘δειχνε να τα ‘χει χαμένα, ενώ συνέχιζε να οσμίζεται ασταμάτητα.
     «Κοίτα τώρα που θα κάθεται να μυρίζεται λες κι έχει μπροστά του το καινούριο άρωμα του Ντιορ», έκανε αγανακτισμένα ο Πόθος. Έδωσε μια και βρέθηκε μπρος τα μάτια του δράκου.
     «Βάλε να φας δικέ μου. Πρώτο πράμα. Έλα μην το σκέφτεσαι».
     Ο δράκος σήκωσε το βλέμμα του και τον αντίκρισε με έκπληξη. Κοίταξε μια τον Πόθο μια την κατσαρόλα και μια ξανά τον Πόθο. Με μια γρήγορη κίνηση όρμησε στην κατσαρόλα κι άρχισε να τρώει με βουλιμία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου