Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

5ο κεφάλαιο



      Όταν συνήλθε κατάλαβε πως βρισκόταν σε ένα δροσερό και σκοτεινό χώρο. Της ήρθε αδιόρατα στο νου η πυρά του ήλιου να καίει το κορμί της, η γεύση του αίματος στο στόμα και αισθάνθηκε ανακούφιση. Έκλεισε τα μάτια.
      «Όχι, μην κοιμάσαι», ακούστηκε ένας ψίθυρος κι αισθάνθηκε κίνηση γύρω της. Σκιές χόρευαν, οι ακτίνες του ήλιου  τρύπωναν από σχισμές στη στέγη και στους τοίχους κι έπαιζαν παιχνίδια με τη σκόνη.
      Κάποιος κάθισε δίπλα της κι ακούμπησε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπό. Άρχισε να την πλένει απαλά. Η Ραλλού αισθάνθηκε λες κι ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, κι έκλεισε ξανά τα μάτια.
      «Θέλω να δω πως είσαι καλά. Άνοιξε τα μάτια σου», ακούστηκε η ίδια φωνή και αναρωτήθηκε αν ακουγόταν από μέσα της.
      Γύρισε ανεπαίσθητα το κεφάλι μα ένας οξύς πόνος στον αυχένα την έκανε να αφήσει ένα βογγητό. Τα μάτια του σκούρα σαν άβυσσος την κοιτούσαν με προσοχή. Τώρα καταλάβαινε πως αυτή η γαλήνη είχε ποτίσει το είναι της. Είχε να νιώσει τέτοια ασφάλεια από τότε που ήταν κοντά της ο πατέρας. Ίσως είναι άγγελος, σκέφτηκε. Άγγελος που  έστειλε ο πατέρας της για να την προστατεύει. Χαμογέλασε.
      «Ωραία. Σίγουρα είσαι καλά», της χαμογέλασε κι εκείνος. Με χαμόγελό όχι πλατύ. Ήταν θαρρείς συνεσταλμένο αλλά και ήρεμο, αποφασιστικό πάνω στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο.
      «Πρέπει να καθαρίσουμε τις πληγές σου να μην χλωροφορμίσουν. Εντάξει;».
      Ένευσε καταφατικά μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα  από το δικό του.
      «Άγγελος σίγουρα», σκεφτόταν. «Άραγε έχω πεθάνει; Αν ήξερα ότι θα ένιωθα τόσο όμορφα, θα φρόντιζα να έχω πεθάνει νωρίτερα».
      Τον είδε να κάθεται πιο πέρα και ν’ ακουμπάει δίπλα ης ένα μικρό δοχείο. Βούτηξε μέσα του ένα πανί, το έβγαλε και το στράγγιξε καλά. Έπειτα το ακούμπησε στο πόδι της.
      Δεν κατάφερε να συγκρατήσει μια κραυγή.
      «Ξέρω, πονάει. Κάνε υπομονή».
      «Και βρωμάει», πρόσθεσε η Ραλλού και δάγκωσε τα χείλη της να μην φωνάξει.
      Παρά το οξύ τσούξιμο που αισθανόταν πάνω στις πληγές της, ήθελε να μην τελειώσει αυτή η διαδικασία. Δάκρυα της ήρθαν στα μάτια και της ακούμπησε απαλά το μπράτσο.
      «Λίγο ακόμη. Θα αντέξεις;».
      Του ένευσε και δεν του είπε πως δεν έκλαιγε από πόνο, μιας και  ούτε η ίδια  καταλάβαινε γιατί την πλημμύρισε ξαφνικά τούτο το συναισθηματικό κύμα. Σαν τελείωσε εκείνος ακούμπησε το δοχείο με το πανί στο πάτωμα.
      «Ποιόν να πάω να φωνάξω;».
      «Κανέναν», κατάφερε να ψιθυρίσει η Ραλλού.
      «Δεν μπορείς να περπατήσεις έτσι», της χαμογέλασε και σκέφτηκε πως δεν είχε επίγνωση της κατάστασής της.
      «Πρέπει να γυρίσω μόνη μου. Αν με δει έτσι η μάνα μου, αν με βρει εδώ, θα με σκοτώσει», του ψιθύρισε.
      «Κάποια στιγμή θα σε δει», επέμενε εκείνος.
      Η Ραλλού σηκώθηκε. Μόρφασε από τον πόνο, την ώρα που κατέβαζε το πόδι της από το κρεβάτι. Κοίταξε με απελπισία τις πληγές της. Η δεξιά της πλευρά ήταν γεμάτη μελανιές και βαθιά γδαρσίματα.
      «Δεν είναι τόσο άσχημα όσο δείχνει», ένιωσε ένα χέρι να σκεπάζει καθησυχαστικά το δικό της.
      «Πιο πολύ θα σκεφτόμουν τα ρούχα μου αν ήμουν στη θέση σου. Δεν έχει μείνει πολύ από τη φούστα σου πια», της είπε σκεπτικός.
      Τράβηξε το ύφασμα από την κάποτε λευκή φούστα για να διαπιστώσει πως το πίσω και το πλαϊνό μέρος σχεδόν έλειπαν.
      «Με το βρακί θα γυρίσω;», μονολόγησε.
      Εκείνος πετάχτηκε επάνω γελώντας δυνατά. Το γέλιο του απλώθηκε και χτύπησε στους τοίχους κάνοντας αντίλαλο. Η φωνή του ήταν παιδική ακόμη.
      Γύρισε κοντά της κρατώντας ένα παντελόνι.
      «Είναι δικό μου. Θα σου κάνει. Μπορείς να το φορέσεις;».
      Το πήρε και  διαπίστωσε πως έλλειπαν τα πέδιλά της. Χωρίς να σχολιάσει, ήταν μάλλον το μικρότερο κακό, σούρωσε το αριστερό μπατζάκι και πέρασε μέσα το πόδι της. Το ανέβασε ως το γόνατο, κάνοντας μορφασμούς κάθε που το τραχύ ύφασμα ακούμπαγε στις πληγές της.
       «Σήκω όρθια», της είπε και την κράτησε από το χέρι.
      Σηκώθηκε και τον είδε να γονατίζει μπροστά της. Για κάποιον λόγο παράξενο, που ούτε καταλάβαινε, ούτε την ένοιαζε  δεν ένιωθε ντροπή να στέκεται μπροστά του με ξέφτια μόνο από ύφασμα να κρύβουν τα πόδια της.
      Και δεν ενοχλήθηκε όταν της σήκωσε απαλά το παντελόνι. Το κρατούσε τεντωμένο στη μέση, ώστε να χύνεται απαλά πάνω της και να την ακουμπά όσο το δυνατόν λιγότερο. Της κούμπωσε το κουμπί και γέλασε όταν είδε πως της έπεφτε.
      «Κράτα»,  είπε.
      Η Ραλλού υπάκουσε κι εκείνος έδωσε μια κι έσκισε από πάνω της τ’ απομεινάρια της φούστας της. Έπειτα, έκοψε ένα μακρύ στενό κουρέλι από το ύφασμά της. Το πέρασε γύρω από τη μέση της, πάνω από το παντελόνι και το έδεσε.
      Σήκωσε μια σταλιά μόνο το πουκάμισό της, κρατώντας το προσεκτικά κάτω από το ανύπαρκτο ακόμη στήθος της. Κοίταξε καλά και πήγε από πίσω της. Το σήκωσε πάλι ως επάνω.
      «Έχεις μια καλή μελανιά εδώ», είπε κι ακούμπησε τα’ ακροδάχτυλά του τόσο, ώστε η Ραλλού δεν ένιωσε το άγγιγμα, παρά μόνο μια θερμότητα. Τον είδε να απομακρύνεται και να γυρνά πάλι κρατώντας ένα βάζο στο χέρι. Έβγαλε ένα παχύρευστο κατάπλασμα και το άπλωσε πάνω στο μελανιασμένο σημείο της. Έπειτα τακτοποίησε το πουκάμισό  στη θέση του.
      «Πάμε;».
      Η Ραλλού κοίταξε γύρω της. Μια πέτρινη σκοτεινή κάμαρα ήταν όλο κι όλο, μ’ ένα κρεβάτι σε μιαν άκρη, ένα τραπέζι και δυο καρέκλες. Σ’ έναν τοίχο ένας τσιμεντένιος νεροχύτης και ένας πάγκος, από κάτω και πάνω ράφια. Θα μπορούσα να μείνω εδώ σκέφτηκε και ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει απρόθυμα. Ένιωθε σα να την εξορίζουν από τον παράδεισο.
      Εδώ σ’ αυτό το δροσερό καταφύγιο ήταν λες και επέστρεφε σε μια ασφαλή φωλιά που πάντα ανήκε, μόνο που δε θυμόταν πια.






      Οι μέρες που ακολούθησαν το απόγευμα  που η Αθηνά επισκέφτηκε το γραφείο του κυρίου Γιαννούλη, πέρασαν σαν αστραπή. Την επόμενη κιόλας πήρε δύο ώρες άδεια από τη δουλειά της, ώστε να επισκεφτεί με το δικηγόρο τον συμβολαιογράφο.
      Εκεί υπέγραψε την αποδοχή της κληρονομιάς και από το αντίγραφο που διάβασε κατάλαβε πως επρόκειτο για το πατρικό σπίτι του πατέρα της, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Στο νησί που είχε επισκεφτεί με τον πατέρα της αλλά δε θυμόταν. Θυμόταν μόνο το φως, φως άπλετο και άρωμα του καλοκαιριού.
      Οι εποχές έχουν κι αυτές τη δική τους μυρωδιά η καθεμία, αλλά και τον τόπο τους. Δεν μυρίζει το ίδιο το καλοκαίρι σ’ ένα νησί, ή σ’ ένα χωριό με το καλοκαίρι στην Αθήνα. Ούτε κι οι άλλες εποχές.
      Γι’ αυτό τη θυμόταν τόσο ζωντανά τη μυρωδιά εκείνου του καλοκαιριού, και πίστευε μέσα της πως αυτή είναι η πραγματική μυρωδιά της εποχής. Πως οι άλλες που τόσα χρόνια ανάσαινε, ζέστη ανάκατη με την οσμή των καυσαερίων, τη βαριά άπνοια της πόλης, ήταν μυρωδιές απομίμησης. Και το χέρι του παππού της που κρατούσε το χέρι της θυμόταν, καθώς κι ένα χαμόγελο που το φως του μπλέκονταν μ’ αυτό του ήλιου.
      Στο συμβόλαιο αποδοχής μιλούσε ακόμη για ένα λογαριασμό καταθέσεων στο όνομά της και στο όνομα του. Όταν εκείνος θα έφευγε από τη ζωή, μοναδικός δικαιούχος θα απέμενε η ίδια. Ο λογαριασμός αυτός τηρείτο σε δραχμές και η Αθηνά κατάλαβε πως δεν ήταν λίγα χρήματα, αλλά ήταν πολύ αναστατωμένη για να κάνει τους υπολογισμούς.
      Αφού ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες ενέργειες, έφυγε πάλι τρέχοντας για τη δουλειά της ενώ ο κύριος Γιαννούλης της υποσχέθηκε πως θα της τηλεφωνήσει. Μόλις  τελείωνε και με τις τελευταίες  λεπτομέρειες, ένα σωρό διαδικασίες που εκείνη δεν ήθελε να γνωρίζει, θα την ενημέρωνε ώστε να περάσει και να πάρει το φάκελό της. Τίτλοι ιδιοκτησίας της είπε κι άλλα που δεν θυμόταν.
      Γύρισε στη δουλειά της. Ξεκινώντας από ΤΕΙ λογιστικής, είχε τελειώσει έπειτα το οικονομικό δουλεύοντας παράλληλα και τώρα παρακολουθούσε ένα μεταπτυχιακό πάνω στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων.
      Δούλευε σχεδόν από τότε που τελείωσε το σχολείο και μόλις πήρε το πτυχίο της έφυγε από το σπίτι, αφού είχε ήδη καταφέρει να πιάσει δουλειά στο λογιστικό τμήμα μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας παραγωγής φυτικών φαρμάκων και καλλυντικών.
      Ρόλο έπαιξε βέβαια και η φιλία της με την Αλκμήνη, την κόρη του ιδιοκτήτη. Συμφοιτήτριες, και η Αθηνά σχεδόν έκανε όλες τις εργασίες της και  την πτυχιακή της. Η Αλκμήνη μπορεί να ήταν λίγο τεμπέλα και καλλιτεχνικός τύπος, αλλά αχάριστη όχι.
      Η δουλειά ήταν πάντα παραπανίσια και συνήθως δεν είχε καν ωράριο. Το καλό ήταν ότι ή επειδή μετρούσε η φιλία της με την Αλκμήνη, ή επειδή εκτιμούσαν την ατελείωτη δουλειά της και τη μόνιμη διαθεσιμότητά της, χωρίς να υπολογίζει γιορτές, αργίες ή βράδια, της είχαν δώσει μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Έτσι η Αθηνά ρύθμιζε τις ώρες της όποτε χρειαζόταν να λείψει για τη σχολή της κι ευγνωμονούσε την τύχη της.
      Το ίδιο απόγευμα η Αλκμήνη της τηλεφωνούσε στο γραφείο της.
      «Το φαντάστηκα ότι θα είσαι εκεί. Το κινητό σου γιατί το έχεις κλειστό;».
      «Πρέπει να τελείωσε η μπαταρία», έκανε αφηρημένα ψάχνοντας να το βρει. Ήταν σκεπασμένο κάτω από φακέλους.  Το έβαλε στο φορτιστή και ξεφύσηξε.
      «Ο Γιώργος έχει γενέθλια. Θα κάνουμε πάρτι στο  tre Marie γύρω στις εννιά».
      «Να τα εκατοστίσει», έκανε ενώ έκλεινε ένα φάκελο.
      «Ποιος είναι ο Γιώργος;».
      «Αμάν ρε Αθηνά, στην κοσμάρα σου! Ο Γιώργος της Χριστίνας».
      Η Αθηνά χαμογέλασε.
      «Η Χριστίνα αλλάζει γκόμενο κάθε δεύτερη βδομάδα. Συγχώρεσε μου που δεν είμαι πιο επιμελής στην παρακολούθηση της ερωτικής ζωής της».
      Η υποβολή του ΦΠΑ ήταν έτοιμη. Τώρα δεν είχε παρά να κάνει την κατάθεση από το Internet. Άνοιξε το site της τράπεζας που χρησιμοποιούσαν.
      «Θα έρθεις;», ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή της Αλκμήνης.
      «Πού;».
      «Στο πάρτι ντε».
      Πληκτρολόγησε τους κωδικούς της για να μπει στο web banking της εταιρίας.
      «Τσου…».
      «Έλα ρε Αθηνά, δεν κλείνεσαι σε κανένα μοναστήρι από τώρα;», διαμαρτυρήθηκε η φίλη της.
      «Πρώτον, δεν ξέρω αν θα έχω τελειώσει», είπε ψέματα.
      «Δεύτερον. Αν βαριέσαι τη Χριστίνα με τους γκόμενους της, να μην πας. Όχι να κουβαλάς εμένα μαζί για να σπάει η ανία σου».
      «Τώρα λες βλακείες», της αντιγύρισε νευριασμένη η Αλκμήνη.
      «Ναι;», την πείραξε η Αθηνά.
      «Καταρχήν, έχω πάει σε τόσα πάρτι διαφορετικών γκόμενων της Χριστίνας, όσα εκείνη δεν έχει έρθει σε δικά μου. Άσε που πάντα μπερδεύομαι και τους αποκαλώ με το όνομα ενός – δύο γκόμενων πίσω. Να μην πω που είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλο. Αν τους μάζευε όλους μαζί θα μπορούσε ν’ ανοίξει τσίρκο. Και ξέρεις κάτι ακόμη; Θα έχω σίγουρα τελειώσει ως το βράδυ. Και δεν θα έρθω. Προτιμώ να πλέξω δαντέλα, παρά αυτό».
      «Είσαι πολύ μυστήρια. Και όσο πάει γίνεσαι και ξινή», γκρίνιαξε η Αλκμήνη.
      «Καλά κάνω».
      Η Αλκμήνη έκλεισε το τηλέφωνο μουρμουρίζοντας, ενώ η Αθηνά καταχωρούσε στον υπολογιστή την πληρωμή του ΦΠΑ. 
      Ως τις πέντε είχε τελειώσει και βγήκε από το γραφείο. Διέσχισε τα στενά, ανέβηκε την Καλλιδρομίου και τράβηξε για το σπίτι της.
      Ξάφνου καταμεσής του δρόμου, στάθηκε λες και την χτύπησε κεραυνός. Μια σκέψη τριγύριζε επίμονα στο κεφάλι της και  πολέμησε να την ξεριζώσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, εκνευρισμένη από τον εαυτό της. Δε συνήθιζε να παρασύρεται από παρορμήσεις. Αλλά τα πόδια της δεν σκόπευαν να υπακούσουν στην λογική έκκληση του μυαλού.
      Πιο πολύ για να αποφύγει αυτή την εσωτερική αγωνία που την καλούσε να πράξει πέρα από την ορθότερη βούλησή της, γύρισε  στην Πανεπιστημίου.
      Κατέβηκε στο σταθμό του μετρό και πήρε τον επόμενο συρμό. Από εκεί Ομόνοια,  τον ηλεκτρικό. Βρήκε να καθίσει, δεν ήταν ώρα αιχμής. Η διαδρομή αυτή πάντα την ξεκούραζε.
      Από παιδί ζήλευε τα  παράλληλα στις ράγες σπίτια. Φανταζόταν τον εαυτό της να μένει σε ένα από αυτά. Να κάθεται στο παράθυρο,  να παρακολουθεί τα τρένα που περνούν. Τι την τραβούσε άραγε σ’ αυτήν την εικόνα; Η αίσθηση της φυγής, της αέναης κίνησης; Τα ταξίδια που δεν τολμούσε να κάνει η ίδια; Σαν τους απόμαχους ναυτικούς που κάθονται στο λιμάνι και βλέπουν τα καράβια να φεύγουν.
      Κατέβηκε στην στάση της, στον Περισσό και ανέβηκε την ανηφόρα για τη γειτονιά της. Πέρασε μπροστά από τα πέτρινα προσφυγικά σπίτια,  το σχολείο και έστριψε στη γωνία. Κοίταξε το μπαλκόνι του διαμερίσματός τους στο δεύτερο όροφο. Καθαρό, αποστειρωμένο θα το έλεγες, με λίγα μυρωδικά φυτά κρεμασμένα σε ζαρντινιέρες στα κάγκελα.
      Μπήκε στην πολυκατοικία και ανέβηκε  τις σκάλες. Έβγαλε από το σακίδιό τα κλειδιά και άνοιξε την πόρτα.
      Ησυχία. Η τηλεόραση δεν έπαιζε ποτέ. Η μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της είχε αφοσιωθεί στα θεία. Η τηλεόραση όργανο του διαβόλου. Ευτυχώς η θρησκευτική σέχτα, στα δίχτυα της οποίας είχε πέσει ήταν κατά του μοναχισμού. Αλλιώς τις έβλεπε και τις δυο εδώ και χρόνια σε κανένα μοναστήρι.
      Την βρήκε στην κουζίνα καθισμένη σε μία ξύλινη πολυθρόνα δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Είχε την αδιαφανή κουρτίνα τραβηγμένη και έραβε. Όλα στο σπίτι από ρούχα, σεντόνια, πετσέτες και κουρτίνες περνούσαν τουλάχιστον τρεις μεταποιήσεις. Η Αθηνά δεν ήξερε αν γινόταν για οικονομία ή για να γεμίζει η κυρία Ιουλία τις ατελείωτες ώρες της.
       Στο μάτι της κουζίνας έβραζε κάτι που μύριζε απελπιστικά. Βρούβες, λαχανίδες, ποιος ξέρει. Έβγαινε χαράματα σε πάρκα, χορταριασμένα οικόπεδα και μάζευε. Και το φαγητό της έμοιαζε λίγο πολύ μ’ αυτό του Ιωάννη του Πρόδρομου.
      «Τι κάνεις μητέρα;».
      Άφησε τα ραπτικά της στην άκρη και σηκώθηκε. Το λιπόσαρκο της σώμα κι η μικροκαμωμένη φιγούρα της επέτρεπε να κινείται ανάλαφρα και με σβελτάδα μικρού παιδιού.
      «Να σου φτιάξω κάτι να φας; Βράζω ρίζες από σπανάκι με λίγο ρύζι. Είναι πολύ νόστιμο».
      «Όχι ευχαριστώ. Δεν πεινάω», έκανε η Αθηνά και κάθισε στο τραπέζι.
      «Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι τότε», της είπε χωρίς να περιμένει απάντηση.
      Η Αθηνά την κοιτούσε καθώς ανακάτευε τα τεντζερικά και τα ντουλάπια της. Από τα συρτάρια της αναδυόταν η χαρακτηριστική όξινη μυρωδιά απ’ τα βοτάνια της.
      «Τι ήρθα άραγε να της πω; Τι νόημα θα έχει; Ότι και να της πω θα μου πετάξει το Θεό της στα μούτρα μου. Κοντά τριάντα χρόνια τώρα δεν κατάφερα να κάνω μια κουβέντα μαζί της, τώρα θα την κάνω;».
      Μα το μικρόβιο την έτρωγε μέσα της. Πρέπει να της μιλήσω, να της δώσω τη δυνατότητα να απαντήσει για λογαριασμό της, σκέφτηκε.
      «Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Αθηνά πότε πέθαναν;».
      Η μητέρα της τινάχτηκε ανεπαίσθητα σα να την χτύπησε ρεύμα. Δεν έδειξε όμως τίποτε και συνέχισε τη δουλειά της. Έβαλε νερό σε ένα κατσαρολάκι, έριξε λίγα φύλλα μέσα.
      «Που θες να ξέρω; Τι σου ήρθε;», έκανε αδιάφορα χωρίς να στραφεί.
      «Με ειδοποίησαν από ένα δικηγορικό γραφείο για να αποδεχτώ μία κληρονομιά. Αυτήν που εσύ τους πέταξες στα μούτρα λες και ήταν δική σου, όταν σε προσέγγισαν».
      Την ένιωσε να τσιτώνεται, να τεντώνει το δέρμα της, κάθε αγγείο κάτω από αυτό να απειλεί να σπάσει,  χωρίς παράλληλα να διακρίνεται η παραμικρή κίνηση. Μα ήξερε κάθε αντίδρασή της, την άρνησή της να ακούσει οτιδήποτε δεν της ήταν αρεστό. Η φωνή της ακούστηκε στυφή.
      «Δεν ήρθαμε στη ζωή για να ασχολούμαστε με κληρονομιές και περιουσίες. Αλλά για να προσευχόμαστε,  να ετοιμαζόμαστε για τη ζωή μετά».
      «Εσύ προσευχήσου όσο θες. Κι αν σου χαρίσουν τίποτε μην το πάρεις. Γιατί δεν μου είπες τίποτε;».
      Η κυρία Ιουλία κάθισε στην πολυθρόνα της.
      «Δεν είχαμε σχέσεις. Δε θεώρησα σκόπιμο να σε αναστατώσω».
     Στα χέρια της έπαιζαν νευρικά κλωστές και υφάσματα.
      «Γιατί δεν είχαμε σχέσεις αλήθεια;».
      Άρχισε να ράβει λες και κρεμόταν η ζωή της από αυτό.
      «Απλά δεν είχαμε». Η φωνή της ήταν στεγνή και πνιγμένη.
      Η Αθηνά ήξερε πως δεν επρόκειτο να ακούσει άλλη κουβέντα από το στόμα της. Πήρε το σακίδιό της από κάτω και βγήκε από το σπίτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου