Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

6ο κεφάλαιο



    Την Ραλλού την κουβάλησε σχεδόν στα χέρια του ως το σπίτι. Πήραν τον πίσω δρόμο κι όταν έφτασαν μπροστά στον ψηλό αυλόγυρο, στάθηκαν πίσω  του  να μην φαίνονται.
      «Εδώ είμαι», του είπε.
      «Σίγουρα δεν θες να ρθω μαζί σου;», την κοίταξε ανήσυχος.
      Του ένευσε καταφατικά. Χαμογελούσε. Έπειτα τράβηξε προς την πόρτα. Γύρισε, του έριξε μια τελευταία ματιά και μπήκε.
      Τρύπωσε από την πόρτα της κουζίνας και χωρίς να την δει το Λενιώ, ανέβηκε στο δωμάτιό της. Έκλεισε τα σκίαστρα στο παράθυρο. Έβγαλε τα ρούχα, φόρεσε από πάνω το πιο φαρδύ  μακρύ νυχτικό της και τρύπωσε στο κρεβάτι. Έγειρε πάνω στην αριστερή πλευρά της. Κρατούσε την αναπνοή της στην προσπάθειά   να μείνει ακίνητη και να μην ακουμπά τα πληγιασμένα της σημεία.
      Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τα χέρια του αγγέλου της καθώς της έπλενε απαλά τις πληγές. Την τύλιξε η ίδια τρυφερότητα και βυθίστηκε σε  έναν γαλήνιο ύπνο.
      Την επομένη η κυρία Εριφύλη δεν έδωσε σημασία στις πληγές που διακρίνονταν από τα ρούχα της, ούτε και ζήτησε παραπάνω εξηγήσεις όταν η κόρη της της είπε πως έπεσε στον κήπο.
      Το Λενιώ μόνο δεν φάνηκε να πείθεται. Μετά το μεσημεριανό φαγητό κι αφού η μητέρα της αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, σύρθηκε κρυφά στην κάμαρή της.
      «Μη μου λες ψέματα εμένα. Ακούς εκεί στην αυλή! Κι εγώ που ήμουνα! Λέγε τι έκανες;».
      «Έπεσα με το ποδήλατο».
      «Τρελοκόριτσο», την αποπήρε το Λενιώ και γονάτισε μπροστά της. Σήκωσε το νυχτικό για να εξετάσει το κακό.
      «Α, πα πα! Πώς έγινες έτσι κορίτσι μου; Κάτσε να φέρω κάτι να  βάλουμε επάνω».
       Η Ραλλού δέχτηκε χωρίς να αναφέρει πως ο σωτήρας της της είχε δώσει ένα βάζο με αλοιφή για να βάζει επάνω στις πληγές της. Τη δρόσιζε κάθε φορά που το χρησιμοποιούσε,  σα να τραβούσε το κάψιμο που ένιωθε από τις πληγές της.
      Το επόμενο πρωινό βρήκε το ποδήλατό της ακουμπισμένο στην μέσα πλευρά του αυλόγυρου, στο πίσω μέρος της αυλής. Ξαφνιάστηκε λίγο κι έπειτα χαμογέλασε όταν σκέφτηκε πως έπρεπε να το περιμένει.
      Οι πληγές της είχαν ηρεμήσει και η σάρκα της δεν παλλόταν κόκκινη και ερεθισμένη. Φαινόταν πως το χτύπημα είχε αρχίσει να καταλαγιάζει. Έτσι αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό δίπλωσε το παντελόνι που το είχε πλύνει και στεγνώσει και γλίστρησε κρυφά  έξω.
      Της πήρε αρκετή ώρα για να φτάσει στο μονοπάτι που κατέβαινε δίπλα στη θάλασσα. Το ακολούθησε, όπως συνήθιζε τόσον καιρό κι όταν έφτασε στο σημείο που είχε πέσει κοίταξε προς τα πάνω. Κάπου μες τις ελιές έπρεπε να βρίσκεται το πέτρινο κτίσμα.
     Χώθηκε μέσα στα δέντρα και δεν χρειάστηκε να περιπλανηθεί πολύ. Το βρήκε εύκολα. Πλησίασε και χτύπησε την κλειστή ξύλινη πόρτα .Ήταν βαμμένη πράσινη, όπως και τα ξύλινα σκίαστρα στα παράθυρα, που έμεναν κλειστά, για να κρατούν έξω την πυρά του ήλιου.
      Δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε διστακτικά και μπήκε. Στάθηκε  λίγο, ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια της. Κανείς δεν ήταν μέσα. Ανάσανε την ανακουφιστική δροσιά και βγήκε.
      Άρχισε να περιφέρεται στον ελαιώνα τριγύρω. Παράξενο δέντρο η ελιά σκεφτόταν. Σκληρό και κακοτράχαλο. Ανθεκτικό. Δε σου δίνει την αίσθηση του δέντρου, όπως το πεύκο ή ένας πλάτανος που χαρίζει δροσιά και ίσκιο.
      Σου δίνει όμως την αίσθηση του καλοκαιριού. Λες και κουβαλά τον ήλιο μέσα της.
      Τον πρόσεξε πιο πέρα, να τσαπίζει το χώμα γύρω από ένα δέντρο. Φορούσε μόνο το παντελόνι  και το δέρμα του σταρένιο, άστραφτε από τον ιδρώτα που κυλούσε επάνω του.
      Ακούμπησε στον κορμό του δέντρου και στάθηκε να τον κοιτάζει καθώς δούλευε. Άνθρωποι στην ηλικία της δούλευαν. Η ζωή ήταν τόσο αλλιώτικη έξω από τα σύνορα του μικρού της κόσμου.
      Τον είδε να σταματά και να μένει ακίνητος. Έψαξε με τα μάτια το χώρο γύρω του, ώσπου την αντίκρισε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν σε ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Τράβηξε προς το μέρος του.
      «Ήρθα να σ’ ευχαριστήσω για το ποδήλατο».
      Στάθηκε μπροστά του και ένιωσε πως δεν χρειαζόταν να  πει οτιδήποτε.
      «Ήθελα να σε δω, να δω πως είσαι, αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να με δούνε. Αλλιώς θα σε φώναζα. Πώς σε λένε;».
      «Ραλλού».
      «Κυριάκο», είπε και τα μάτια του φώτισαν. Απέμεινε να την κοιτά.
      «Πώς κατάφερες να το πάρεις απ’ τον γκρεμό;», θέλησε να σπάσει την αμήχανη σιωπή.
      Της χαμογέλασε.
      «Απλά πήγα από τη θάλασσα».
      Άπλωσε το χέρι να ακουμπήσει τις πληγές στο μπράτσο της μα δίστασε. Τραβήχτηκε.
      Η Ραλλού γύρισε στο πλάι για να τη δει.
      «Μια χαρά είναι. Κλείνουνε, δε με πονάνε τόσο».
      Με μία κοφτή κίνηση πήρε το χέρι της μες το δικό του.
      «Έλα».
      Τον ακολούθησε, κρατώντας το σταθερό του χέρι  που έκλεινε καθησυχαστικά το δικό της μέσα του. Προχώρησαν ανάμεσα σε λιόδεντρα και πλησιάζοντας στη θάλασσα, σταμάτησαν σε ένα ύψωμα. Την τράβηξε και την έβαλε να καθίσει στα ριζά ενός μεγάλου δέντρου. Κάθισε δίπλα της, ακουμπώντας την πλάτη του στο κορμό του.
      Έμεινε άφωνη σαν είδε ν’ απλώνεται μπροστά της το απέραντο γαλάζιο. Ακούμπησε πίσω μην μπορώντας να ανασάνει. Ήταν λες και καθόταν σ’ ένα θρόνο κρεμασμένο στο πέλαγος.
      Έσφιξε το χέρι του αμίλητη θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη της. Αισθανόταν πως μοιράζονταν κάτι μοναδικό και πολύτιμο. Έμειναν έτσι, να τους τυλίγει μία συντροφική σιωπή. Ήταν λες κι η ύπαρξή τους εκμηδενίζονταν κάτω απ’ την καυτή ανάσα του ήλιου και το σκληρό φως του που τους τύφλωνε όπως αντανακλούσε πάνω στα γαλάζια νερά.
      «Θα κάνεις λίγο καιρό να κολυμπήσεις. Αλλά μπορείς να έρχεσαι εδώ», της ψιθύρισε.
      Ένιωσε ανακούφιση στην ιδέα πως η μαγεία αυτή μπορεί να συνεχιζόταν. Έπειτα μία σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό της.
      «Πώς ξέρεις ότι κολυμπούσα;».
      «Σε έβλεπα. Κάθε μέρα. Γι’ αυτό όταν δεν ήρθες προχθές, κατέβηκα να σε ψάξω».
      Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν έπρεπε να νιώσει άσχημα που τόσον καιρό την παρακολουθούσε. Που την έβλεπε να βουτά, σχεδόν καθημερινά, χωρίς ρούχα στη θάλασσα.
      Γύρισε και συνάντησε τα σκούρα γαλήνια μάτια του. Όχι δεν έπρεπε, αποφάσισε. Σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, έγειρε το κεφάλι πάνω στον ώμο του και ανάπαυσε το βλέμμα της στο πέλαγος.
     



      Το υπόλοιπο καλοκαίρι έμεινε χαραγμένο στο είναι της, σε κάθε μικροσκοπικό κύτταρο του κορμιού της, σαν το πιο φωτεινό καλοκαίρι της ζωής της.
      Τις επόμενες μέρες τον έβρισκε να δουλεύει στον ελαιώνα του παππού του. Πήγαιναν να ξεμεσημεριάσουν στον ίσκιο της ελιάς, εκεί που κάθισαν  την πρώτη φορά.
      Και οι μέρες κύλησαν, οι πληγές της έκλεισαν για τα καλά. Τότε του πρότεινε να κατεβούνε στον κόλπο της να κολυμπήσουνε.
      Ο Κυριάκος στάθηκε για μα στιγμή σκεπτικός κι η Ραλλού διαμαρτυρήθηκε όταν είδε πως δε θα της έκανε το χατίρι. Αμέσως εκείνος γέλασε δυνατά, την τράβηξε από το χέρι και κατηφόρισαν. Σε πέντε λεπτά ήταν δίπλα στη θάλασσα και πετούσαν τα ρούχα τους στην κρυσταλλένια άμμο.
      Ο Κυριάκος κράτησε το εσώρουχό του κι η Ραλλού το δικό της. Όρμησαν στα γυάλινα νερά, πιτσιλώντας με φωνές ο ένας τον άλλο.
      Το νερό γλιστρούσε σα βάλσαμο πάνω στο φλογισμένο απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο δέρμα τους. Έπαιξαν ασταμάτητα, βούτηξαν για να συναντηθούν κάτω απ’ το διάφανο νερό, ώσπου ξέπνοοι ξάπλωσαν δίπλα δίπλα, κάτω από τη σκιά που σχημάτιζαν οι βράχοι πάνω τους.
      Τα κορμιά τους αποκαμωμένα πάσχιζαν να καταλαγιάζουν την ανάσα τους που χτυπούσε δυνατά στο στήθος τους. Έκλεισαν τα μάτια κι απέμειναν εκεί, σαν κορμιά από μάρμαρο να στραγγίζουν τις αλμυρές σταγόνες.
      Εκείνο το καλοκαίρι και τι δεν έμαθε η Ραλλού! Έμαθε να σκαλίζει την ελιά, για τις αρρώστιες και τη φροντίδα της.
      Έμαθε να πιάνει χταπόδια με γυμνά χέρια. Έμαθε κάθε μονοπάτι και γωνιά του νησιού της.
      Όταν το καλοκαίρι κόντευε στο τέρμα του και δεν ήταν σπάνια τα ξαφνικά μπουρίνια κι οι καταιγίδες, την έπαιρνε και τριγυρνούσαν στην ενδοχώρα. Έτσι τριγυρνούσαν μια μέρα που ο καιρός είχε πάρει να αγριεύει κι ο ουρανός χυνόταν κατάμαυρος απειλητικά πάνωθέ τους, μέσα στο πευκοδάσος που σκαρφάλωνε βορειοανατολικά πίσω από τη χώρα.
      Όταν άρχισαν οι χοντρές βαριές στάλες ένιωσαν ανακούφιση για την προστασία που τους πρόσφεραν οι πευκοβελόνες. Αλλά ήξεραν πως σε λίγο  αυτή δε θα τους αρκούσε.
      «Έλα», της ένευσε πιάνοντάς της το χέρι. Άρχισε να τρέχει αναγκάζοντάς την να ακολουθεί.
      Ο καιρός ήταν βαρύς, όπως είναι πάντα τα καλοκαίρια πριν ξεσπάσει η βροχή. Βροντές ακούγονταν από το βάθος του ορίζοντα και κεραυνοί ξέσκιζαν τον ουρανό και τη θάλασσα.
      Λαχανιασμένη, τον ακολουθούσε στο τρέξιμό του. Ήταν λες κι η ζωή της κρεμόταν απ’ αυτό, λες κι αν άφηνε το χέρι του θα χανόταν.
      Μέσα στην ταχύτητα που είχαν αναπτύξει, τη δυνατή βροχή που χτύπαγε το σώμα της αλύπητα, μια σκέψη ήρθε και την χτύπησε δυνατότερα από τους κεραυνούς που ξέσκιζαν τριγύρω το τοπίο.
      Είχε δέσει τη ζωή της μ’ αυτήν του Κυριάκου, πιο γερά κι απ’ ότι κρατούσε το χέρι του. Ένιωσε πως χρειαζόταν περισσότερο οξυγόνο.
      Ο Κυριάκος σταμάτησε απότομα μπροστά της κι έκανε στο πλάι για να μην πέσει επάνω του.
      Ένα ξέφωτο φωτεινό, μ’ ένα μικρό  ξωκλήσι καταμεσής του. Τράβηξαν κατά κει. Ο Κυριάκος έσπρωξε την γαλάζια ξύλινη πόρτα που υποχώρησε στο άγγιγμά του. Πέρασαν μέσα και στάθηκαν στο κέντρο του. Από τα πολύχρωμα παραθύρια, το φως των αστραπών χύνονταν μέσα κι αναλύονταν πάνω και γύρω τους σε χίλια δυο χρώματα. Έτσι εκεί, όρθιοι, πιασμένοι απ’ το χέρι, αφέθηκαν να τους λούσει η μυσταγωγία των χρωμάτων κι η ρευστή μαγεία της ατμόσφαιρας. Όπως το νερό κυλούσε απ’ τα κορμιά τους, η Ραλλού αισθάνθηκε να ξαναγεννιέται, να εξαγνίζεται και να φορά έναν άλλο καινούριο εαυτό.









      Ο ήχος από το νευρικό χτύπημα του παπουτσιού αντηχούσε στο αδειανό ακόμη φουαγιέ και χτυπούσε κοφτός κι απότομος πάνω στους τοίχους. Ο Θράσος άκουγε από την κουζίνα όπου ετοίμαζε καφέ τον ανυπόμονο ήχο και μπήκε στον πειρασμό να βγει από το πλαϊνό παράθυρο  και να πάει να απολαύσει τον καφέ και την ησυχία του στον πίσω κήπο.
      Αντί αυτού, πήρε το φλιτζάνι με τον μέτριο ελληνικό που έπινε και τράβηξε για το γραφείο του. Καλημέρισε την κυρία Πολίτου υποκρινόμενος πως δεν αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό της. Ακούμπησε το φλιτζάνι του καφέ καλού κακού, όσο μπορούσε στο βάθος του γραφείου.
      Έπειτα μάζεψε όλα τα χαρτιά και τους φακέλους που ήταν ακουμπισμένα δίπλα στην οθόνη κι άρχισε να  αλλάζει τη θέση τους.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη», ακούστηκε η φωνή της και φαινόταν πως κατέβαλλε προσπάθεια να μην την υψώσει.
       Στράφηκε τάχα ξαφνιασμένος.
      «Μπορώ να κάνω κάτι για σας;».
      Εκείνη έστρεψε τα μάτια στωικά στον ουρανό.
      «Δεν ακούτε κύριε Ουσταμπασίδη;».
      Ο Θράσος σκέφτηκε πως είναι παγίδα και αποφάσισε να μην πέσει μέσα.
      «Ασφαλώς και σας ακούω».
      Τα ρουθούνια της κινήθηκαν νευρικά.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη. Νομίζω πως υποτιμάτε αυτό που έχετε υπό την διεύθυνσή σας. Δεν είναι δυνατόν σ’ ένα ξενοδοχείο σαν αυτό, που αποτελεί ιστορικό μνημείο, να ξυπνάς στις έξι και  μισή το πρωί από την φασαρία».
      Ο Θράσος επαναλάμβανε μέσα του. «Παγίδα, προσοχή».
      «Ασφαλώς κυρία Πολίτου. Συμφωνούμε απόλυτα. Στο ξενοδοχείο μας δεν πρόκειται να παραπονεθεί κανείς για τη φασαρία, ούτε στις έξι και μισή το πρωί, αλλά ούτε και στις έξι και μισή το απόγευμα».
      Κάποιοι μυς συσπάστηκαν νευρικά στο όμορφο πρόσωπό της.
      «Και τότε πως εξηγείτε την παρουσία μας εδώ τέτοια ώρα;», ρώτησε και έγνεψε με το κεφάλι δείχνοντας στην κατεύθυνση  της ρεσεψιόν.
      Εκεί, παρατημένος πάνω στο μικρό καναπεδάκι απέναντι από το γραφείο της ρεσεψιόν, βρισκόταν ο κύριος Πολίτης. Ο αγκώνας του ακουμπούσε στο μπράτσο του καναπέ και το κεφάλι του ήταν χυμένο πάνω στο χέρι του. Έδειχνε σα να ακροπατούσε στα μονοπάτια του Μορφέα.
      Σίγουρα θα έχει δικό του όνομα, αλλά ανάθεμά με αν το θυμάμαι, σκέφτηκε ο Θράσος. Την κοίταξε ερωτηματικά επιστρατεύοντας όλη την υπομονή του.
      «Μα σοβαρά τώρα, δεν ακούτε;», συνέχισε εκείνη δείχνοντας προς το κέντρο του κτιρίου.
      Ο Θράσος ακολούθησε την κατεύθυνση που χάραζαν στον αέρα τα χέρια της,   κρατώντας τα αυτιά του τεντωμένα. Ησυχία, απόλυτη ησυχία. Ήταν έτοιμος να στραφεί και να της πει να πιει έναν καφέ για να συνέλθει, όταν ένα απαλό γουργουρητό τον έκανε να σταθεί.
      «Εννοείτε τον θόρυβο από τα πλυντήρια;».
      Κούνησε το κεφάλι της με ένα θριαμβευτικό ύφος.
      «Μου πήρε ένα ολόκληρο τέταρτο για να τον διακρίνω. Πώς είναι δυνατόν να σας ενόχλησε;».
      «Τι λέτε κύριε Ουσταμπασίδη; Ο Ντίνος είναι ξύπνιος εδώ και μία ώρα. Και χρειάζεται τόσο λίγη ξεκούραση».
      Ο Θράσος έστρεψε το βλέμμα στον κύριο Πολίτη που φαινόταν να κοιμάται πια  πάνω στον καναπέ.
      «Πράγματι χρειάζεται ξεκούραση κυρία Πολίτου. Έχετε σκεφτεί να ζητήσετε τη βοήθεια κάποιου ειδικού; Πολύ συχνά οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν διαταραχές στον ύπνο τους γιατί βιώνουν συνθήκες έντονου στρες και άγχους στη ζωή τους. Ίσως θα βοηθούσε».
      Η κυρία Πολίτου απομακρύνθηκε μ’ ένα νευρικό τίναγμα του κεφαλιού της. Ο Θράσος έστρεψε διακριτικά το κεφάλι για να μην τη δει να ταράζει τον άντρα της στον ύπνο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου