Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

14ο κεφάλαιο





      Η Αθηνά ντύθηκε,  μάζεψε την τσάντα της και κίνησε ν’ ανέβει. Πως πέρασαν τόσες ώρες, αποκομμένη από το χώρο και τον χρόνο, δεν το κατάλαβε. Μυστηριακό τοπίο, ήταν λες και μ’ ένα βήμα της μόνο είχε βρεθεί σε έναν άλλο κόσμο, σ’ ένα παράλληλο σύμπαν.
      Έριξε μια τελευταία ματιά γύρω της κι ένιωσε λες και στο μέρος αυτό ανήκε, είχε ρίζες. Καταπολέμησε την απροθυμία που είχε απλωθεί στα μέλη της κι άρχισε να ανεβαίνει βαριεστημένα.
      Όταν έφτασε επάνω, είδε ευθεία μπροστά της ν’ απλώνεται ένα πυκνό δάσος από ελιές, συμπαγές σχεδόν που ανηφόριζε την πλαγιά. Τα δέντρα έμοιαζαν να πυκνώνουν δημιουργώντας έδρα πιο πέρα και ψηλότερα.
      Χωρίς δεύτερη σκέψη τρύπωσε ανάμεσα στα λιόδεντρα προσπαθώντας να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Οι ελιές ήταν μεγάλες σε ηλικία και μέγεθος, δημιουργώντας έτσι ένα ισκιερό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκε. Οι αχτίδες του ήλιου τρύπωναν και μπλέκονταν σ’ ένα παιχνιδιάρικο φωτεινό γαϊτανάκι δημιουργώντας της την αίσθηση πως κινείται σ’ ένα πελώριο πρίσμα.
      Περπατούσε λίγη ώρα μαγεμένη όταν διέκρινε πρώτα μια βελανιδιά μπροστά της να δεσπόζει σ’ ένα ξέφωτο. Ένα ξέφωτο αρκετά μεγάλο για να χωράει ένα κτίσμα με κεραμοσκεπή, χτισμένο από χοντρά λιθάρια. Τα παράθυρα που έβλεπαν σ’ εκείνη ήταν σφαλισμένα με ξύλινα παραθυρόφυλλα.
      Έφερε ένα γύρω το κτίσμα για να κοιτάξει με ζήλια τους χοντρούς τοίχους του, αναλογιζόμενη πόση δροσιά θα έκλειναν μέσα τους. Στάθηκε για λίγο απογοητευμένη στην ιδέα ότι θα έπρεπε να φύγει, προσπαθώντας να πείσει τα μέλη της να υπακούσουν στην απόφασή της.
      Μόλις όμως πήρε να προχωρά, μια σκέψη πέρασε από το μυαλό και την έκανε να παγώσει. Κατέβασε την τσάντα από την πλάτη της και έχωσε το χέρι ανυπόμονα μέσα. Αφού το κίνησε διερευνητικά για λίγο, κατάφερε να πιάσει το κλειδί που κουβάλαγε μαζί της.
      Τράβηξε το μεγάλο σιδερένιο κλειδί και παρατώντας τα πράγματά της κατάχαμα έκανε μερικά διστακτικά βήματα. Έφτασε στην πόρτα, ύψωσε το χέρι. Στάθηκε, κοιτώντας μια το κλειδί και μια την κλειδαρότρυπα που έχασκε σαν κούφιο στόμα μπροστά της.
      Αργά, το έφερε μπροστά της κι όταν το έσπρωξε μέσα κι αυτό γλίστρησε ανεμπόδιστα αισθάνθηκε σαν τη Σταχτοπούτα που δοκίμαζε το γοβάκι της.
      Το γύρισε με ευκολία, άνοιξε την πόρτα κι ένιωσε ένα κύμα από δροσιά και κλεισούρα να την λούζει.














      Η Ραλλού είχε καθίσει στο πεζούλι της πέτρινης βεράντας που έβλεπε προς το λιμάνι. Κάθε πρωί με το που έφευγε ο Δημήτρης έβγαινε και καθόταν εκεί μέχρι σχεδόν να γυρίσει.
      Το Λενιώ ετοίμαζε το φαγητό τους μες τη θλίψη. Η Ραλλού της είχε απαγορέψει ακόμη και να την ρωτά οτιδήποτε σε σχέση με το σπίτι ή το φαγητό. Απελπισμένο το Λενιώ, έβαζε τα δυνατά της να έχει στρωμένο κάθε μέρα άψογα το τραπέζι. Έτσι κι αλλιώς το καινούριο της αφεντικό δεν έμενε συχνά στο σπίτι. Ερχόταν το μεσημέρι για φαγητό, ξεκουραζόταν μία ώρα και ξανά το βράδυ.
      Καμία φορά έβγαιναν για να επισκεφτούν κάποιο σπίτι όπου συχνά ήταν καλεσμένοι, σα νιόκοπο ζευγάρι, και η Ραλλού ακολουθούσε αγόγγυστα χωρίς όμως να σκοπεύει να ανοίξει και το δικό της σπίτι. Και ο Δημήτρης, που ήταν μάλλον μονόχνοτος και συναναστρεφόταν κόσμο μόνο και μόνο για να κρατά τα απαραίτητα κοινωνικά προσχήματα, βολευόταν με την απροθυμία της για κοινωνική ζωή.
     Μια καλημέρα και μια καληνύχτα του έλεγε η Ραλλού. Και που και που, σπάνια βέβαια, ανεχόταν το στεγνό βαρύ κορμί του πάνω στο δικό της. Για κάποιο λόγο ένιωθε πως ήταν και για τους δυο το ίδιο αφόρητο βάρος, η ίδια αίσθηση υποχρέωσης.
      Μόνο καθόταν στη βεράντα. Το βλέμμα της στο απέραντο γαλάζιο, κι εκείνο της έφερνε στα μάτια μονάχα πράγματα που ήθελε να δει.
      Τα χρόνια της δίπλα στον Κυριάκο. Η παιδική της ηλικία, χαμένη στα σίγουρα,  που τελευταία κυριολεκτικά στιγμή σώθηκε. Χρόνια που πέρασε απ’ την εποχή του παιδιού στην εποχή της γυναίκας. Οι βόλτες τους, τα παιχνίδια τους κι η θάλασσα. Αμίλητα απογεύματα στα ριζά μιας ελιάς, να μελετούν συντροφικά. Κι η νύχτα. Η τελευταία τους νύχτα. Δεν υπήρξε άλλη νύχτα στη ζωή της.
      Τις ελάχιστες φορές που βρέθηκε με το Δημήτρη δεν ήταν εκεί. Ούτε η ψυχή, ούτε η καρδιά. Ούτε καν το σώμα της. Δεν υπήρξαν αυτές οι νύχτες. Δεν άγγιξαν τη ζωή της.
      Έκλεινε τα μάτια, ύψωνε το πρόσωπο στο χάδι της ζέστης και του ήλιου κι ένιωθε το ανάλαφρο άγγιγμα του ανέμου στο δέρμα της. Και τ’ ακροδάχτυλα του Κυριάκου, τρεμάμενα, ερχόταν και χάιδευαν το κορμί της, και την κρατούσε ξανά από το χέρι οδηγώντας την σ’ έναν τόσο βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο έναστρο ουρανό.
      Το μεσημέρι ο Δημήτρης έτρωγε αμίλητος, με βιάση το φαγητό απέναντί της.
      «Έχω αφήσει κάποια πράγματα στο σπίτι μας. Μάλλον επιπόλαια ετοιμάστηκα. Λέω να πάω για λίγες μέρες στο νησί. Πεθύμησα και την μητέρα μου».
      Το Λενιώ που εκείνη την ώρα έφερνε τη σουπιέρα με την ψαρόσουπα κόντεψε να την αναποδογυρίσει στο άκουσμα της δήλωσης αυτής. Ο κύριος της όμως δεν αντέδρασε. Κούνησε μόνο το βλέμμα του, ικανοποιημένος μάλλον, μασώντας την επόμενη μπουκιά του.











      Το συνεργείο άλλαζε πυρετωδώς τα κουφώματα, κάποια κατεστραμμένα κομμάτια στο πάτωμα. Είχαν ήδη τελειώσει οι εργασίες στήριξης των μπαλκονιών και της επιδιόρθωσης κατεστραμμένων τζαμιών της οροφής του αίθριου. Στα  μπαλκόνια τοποθετούσαν καινούρια σιδερένια κάγκελα και η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση κόντευε να ολοκληρωθεί.
      Είχαν γίνει οι μετρήσεις και η παραγγελία για τα έπιπλα της κουζίνας, ανοξείδωτα πέρα ως πέρα σύμφωνα με τις υποδείξεις του Θράσου.
      Ο Μάνος συμφώνησε. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ κάτω απ’ τον προϋπολογισμό τους. Είχαν ξεπεράσει τα όριά τους τους τελευταίους δύο μήνες να αναπαλαιώνουν, να διορθώνουν οτιδήποτε μπορούσε να σωθεί.
      Όταν το συνεργείο έφευγε, αργά το απόγευμα ο Θράσος με τον Μάνο κάθονταν σε δύο καρέκλες με ένα φερ φορζέ τραπεζάκι ανάμεσά τους, από αυτά που καθαρά και βαμμένα μένανε στοιβαγμένα στο αίθριο.
      Ο Μάνος έτρεχε πάντα από ένα μπακάλικο πιο δίπλα και κουβάλαγε πότε παγωμένες μπύρες, πότε ούζο και κανένα μεζεδάκι. Ξαπόσταζαν συντροφικά και έβλεπαν τον ήλιο να σβήνει στο βάθος του ορίζοντα και το σούρουπο ν’ απλώνεται με νωχελική γλύκα.
      «Λέω να ετοιμάσω ένα δωμάτιο από τα πίσω της υπηρεσίας και να έρθω να μείνω εδώ. Χαλάει το κέφι μου κάθε βράδυ όταν έρχεται η ώρα να φύγω».
      Ο Θράσος συλλογίστηκε.
      «Θαρρώ πως το ξενοδοχείο αρχίζει να ζει όταν φεύγουμε όλοι. Μια συνωμοτική σιωπή σκεπάζει όλη μέρα τα δωμάτια και τους χώρους. Φιγούρες κρυμμένες στις σκιές και στο υπόγειο. Στις σκάλες ψηλά, στις γωνίες. Και μόλις φύγουμε και κλείσουν οι πόρτες πίσω μας σιγά σιγά γλιστρούν, αρχίζουν να περιδιαβαίνουν σιωπηλά, να τεντώνονται και να ξεμουδιάζουν».
      Ο Μάνος πετάχτηκε επάνω και έγνεψε στον έκπληκτο Θράσο. Τον ακολούθησε, διέσχισαν την είσοδο, έκαναν τον κύκλο του αίθριου από τον διάδρομο που το πλαισίωνε και βρέθηκαν στα δωμάτια της πίσω πλευράς που έβλεπαν στον κήπο. Αυτά προορίζονταν για το προσωπικό και για βοηθητικά.
      Ο Μάνος άρχισε να ανοίγει μία μία τις πόρτες και να μπαινοβγαίνει.
      «Λοιπόν, τι λες; Διάλεξε δωμάτιο. Ποιος ξέρει; Αν μείνουμε εδώ, μπορεί οι σκιές που ξεπροβάλλουν τα βράδια να μας αποκαλύψουν τα μυστικά τους».
      Ο Θράσος δεν κάθισε να σκεφτεί. Το ακριανό δωμάτιο στα αριστερά. Το παράθυρό του το πλαισίωναν κλαριά ενός πεύκου, που έγερνε χαμηλά προς το κτίριο, σχηματίζοντας έναν φυσικό φράχτη, δίνοντας του ιδιαίτερη ησυχία και απομόνωση.
      «Έπιπλα τώρα. Τι θα διαλέξεις;», συνέχισε ο Μάνος παιχνιδιάρικα.
      Κοντοστάθηκε. Τα έπιπλα είχαν όλα κατεβεί από τα δωμάτια και ο προορισμός τους ήταν πάλι ο ίδιος. Έπειτα θυμήθηκε πως είχαν λυπηθεί και δεν είχαν πετάξει ένα κρεβάτι που το κεφαλάρι του ήταν τόσο σκουριασμένο που αναγκάστηκαν να το αφαιρέσουν. Μέσα σε λίγη ώρα το είχαν μεταφέρει και φέρανε ακόμη ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα κι ένα γραφείο. Τελευταία κουβάλησαν ένα στρώμα, από αυτά που περίμεναν πακεταρισμένα για να ανοιχτούν.
      Ο Θράσος ήξερε τι ήθελε ακόμη εκεί μέσα. Ένα μεγάλο χαλί που είχε στο δωμάτιό του. Κουρελού ήταν για την ακρίβεια κι η μητέρα του την είχε φτιάξει ενώνοντας παλιά κομμάτια που είχαν περισσέψει από κατεστραμμένες κουρελούδες. Κομμάτι και χρώμα, κομμάτι και ύφασμα αλλά ζέσταινε το δωμάτιό του και το ίδιο θα έκανε κι εδώ.
            Κι όταν θα έμπαιναν οι κουρτίνες όλα θα ήταν έτοιμα.
      Γύρισε και το κοίταξε με ικανοποίηση. Ύστερα στράφηκε στο Μάνο.
            «Τώρα το δικό σου. Θα πάρουμε ένα κρεβάτι από μέσα. Αφού δε θα μείνεις μόνιμα, θα το μετακινήσουμε όταν θα φύγεις σε κάποιο δωμάτιο».
      Κατευθύνθηκαν προς το αίθριο κι ένα κύμα θλίψης κατέκλυζε το Θράσο. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως ο Μάνος θα έφευγε. 
       Και αναρωτήθηκε αν η θλίψη του πήγαζε από το γεγονός ότι δεν θα είχε κάποιον να μοιράζεται τα σχέδιά του για το κτίριο τούτο που είχε γίνει όνειρο και νόημα της ζωής του.
      Ή αν η θλίψη αυτή πήγαζε απ’ το γεγονός ότι πρώτη φορά αισθανόταν άνετα στη ζωή του με μια άλλη ανθρώπινη ύπαρξη. Λες κι ο Μάνος ήταν μια προέκταση του εαυτού του .Ένας Θράσος ακόμη, αλλά ένας Θράσος πιο φωτεινός, φωτεινός και ηχηρός.
      Ο Μάνος σα να διαισθάνθηκε τη θλίψη που πύκνωνε πίσω του, ώσπου έγινε απτή και θα μπορούσες λες να την αγγίξεις, γύρισε κι είδε το θολό βλέμμα του.
      Προχώρησε αργά προς το μέρος του, σήκωσε το χέρι και με τ’ ακροδάχτυλα ακολούθησε το περίγραμμα του προσώπου του, νιώθοντας ηλεκτρικό ρεύμα να διαπερνάει το χέρι του.
      Ο Θράσος έκανε ένα αργό βήμα μαγεμένος μπροστά και τα χείλη τους έσμιξαν σε μια μαγνητική δίνη που τους ένωσε χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται τα μάγια που τους είχαν δέσει.
      Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε χώρος, δεν υπήρχε χρόνος. Κορμιά και πνεύματα στριφογύριζαν, αιωρούνταν. Από μέσα τους ξεχύνονταν ηλεκτρική ενέργεια λες και φως  τύλιγε τα σώματά τους, τα ένωνε σε ένα. Πήγαζε από μέσα τους και διαχέονταν  στο χώρο, στις ψηλοτάβανες αίθουσες, στην μεγαλόπρεπη σάλα.  
      Και το φως αυτό τους ευλόγησε με τη λάμψη τους και τους ακολούθησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους.







      Είχε πάρει να πέφτει ο ήλιος κι η Αθηνά κόντευε να φτάσει στο ξενοδοχείο. Το σακίδιό της βάραινε από ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί που κουβάλαγε μαζί της.
      Όταν άνοιξε την πόρτα της αποθήκης, αρχικά έκανε οπισθοχωρώντας ένα βήμα πίσω, καθώς μια δυσάρεστη μυρωδιά τη χτύπησε. Αφού έμεινε λίγο στην είσοδο, για να δώσει χρόνο στον εαυτό της να συνηθίσει τη μυρωδιά αλλά και τον καθαρό αέρα να ελαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα στο εσωτερικό, προχώρησε.
      Στο λιγοστό φως που έμπαινε από την πόρτα βρήκε το παράθυρο στα αριστερά της. Το άνοιξε αφού κυριολεκτικά ίδρωσε να χαλαρώσει λίγο τις σιδεριές που είχαν μαγκώσει και στη συνέχεια έσπρωξε πέρα ως πέρα τα παραθυρόφυλλα.
      Έμεινε για λίγο εκεί με κομμένη την ανάσα να βλέπει τον ελαιώνα να απλώνεται μέσα από το παράθυρο  μπροστά και να νιώθει χωρίς να τη βλέπει τη θάλασσα, κοντά της. Στα μάτια της η εικόνα ετούτη ήταν εξωπραγματική.
      Ο ελαιώνας, τα ηλικιωμένα δέντρα να δηλώνουν γαλήνια την παρουσία τους, ήταν κάτι που μόνο σε πίνακες είχε συναντήσει. Το λαδί που παιχνίδιζε στις αχτίνες του ήλιου που άπλωναν τη γλυκιά ζεστασιά τους στη γη.
      Ονειρεύτηκε να ξυπνά τα πρωινά σ’ αυτήν εδώ την πέτρινη αποθήκη και να ανοίγει το παράθυρό της κάθε ξημέρωμα στην απόκοσμα ήρεμη τούτη εικόνα.
      «Ο κήπος των ελαιών», έφερε στο μυαλό της.
      Απόδιωξε το όνειρο και στράφηκε προς τον εσωτερικό χώρο. Λιτός, χτισμένος με χοντρή πέτρα. Στο κέντρο δέσποζε ένα ξύλινο τραπέζι, λιτό κι αυτό, μοναστηριακό. Στις δύο στενές πλευρές του ξεχώριζαν δύο μικρά συρτάρια.
      Πήγε προς το μέρος του, έσκυψε και φύσηξε τη σκόνη, που πυκνό χνούδι το σκέπαζε. Σύννεφο υψώθηκε μπροστά της κι έμεινε να αιωρείται, πλέκοντας τα μόριά της με τις αχτίδες του ήλιου.
      Σε μια άκρη ήταν ένα μονό κρεβάτι, σκεπασμένο με  χακί στρατιωτική κουβέρτα. Δεν τόλμησε να ακουμπήσει. Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο χώρο. Δίπλα του και παράλληλα στον βόρειο τοίχο ξεκινούσε μια σειρά από ράφια που πατούσε στο πάτωμα. Διέτρεχαν όλον τον τοίχο κατά μήκος κι έφταναν στην άλλη άκρη του. Επάνω αραδιασμένα σύνεργα, φιάλες και μπουκάλια.
      Στην άλλη στενή πλευρά της αποθήκης ένας χτιστός νεροχύτης στο κέντρο ενός πάγκου.
      Πλησίασε πάλι το τραπέζι και άνοιξε το ένα μετά το άλλο συρτάρι. Άδεια. Απογοητευμένη τράβηξε να κλείσει τα παραθυρόφυλλα. Κινώντας για την πόρτα μία αίσθηση ανολοκλήρωτου την τράβηξε πάλι πίσω και στράφηκε ελαφρά.
      Χωρίς να αντιλαμβάνεται γιατί, το βλέμμα της πλανήθηκε διερευνητικά. Και τότε το πρόσεξε. Ένας όγκος που διακρίνονταν αχνά κάτω από το κρεβάτι.  Προχώρησε με το κεφάλι ελαφρά γερμένο. Προσπάθησε να καταλάβει τι έβλεπε.
      Λύγισε τα πόδια και είδε κάτι που έμοιαζε με μικρό μπαούλο. Το τράβηξε προς το μέρος της και το σήκωσε για να το απιθώσει πάνω στο τραπέζι. Ήταν ένα ξύλινο κουτί, με μια κλειδαριά μπροστά του. Ήξερε ποιο ήταν το κλειδί που την άνοιγε.
      Φύσηξε επάνω του όσο πιο δυνατά μπορούσε για να διώξει τη σκόνη. Έπειτα έβγαλε από το σακίδιό της ένα πακέτο χαρτομάντιλα και άρχισε να το σκουπίζει.
      Καθαρό δεν το έλεγες ακόμη, μα δεν την ένοιαζε. Το έχωσε με τα χίλια ζόρια στο σακίδιο και βγήκε από την αποθήκη.











      Η κυρία Εριφύλη δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της όταν αντίκρισε ξαφνικά την Ραλλού μπροστά της. Η καινούρια υπηρέτρια που ήταν τόσο στυφή και στεγνή όσο ήταν και  η κυρά της, την άφησε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα και χωρίς κουβέντα πήγε να την αναγγείλει.
      Η Ραλλού δεν πτοήθηκε από την αγένειά και προχώρησε αργά μέσα στο δροσερό σπίτι. Αναπόλησε την κλασσική έστω και ξεφτισμένη απλότητά του. Τα απαλά κουρτινόφυλλα θρόιζαν, τα ξύλινα πατώματα έτριζαν σ’ ένα γνώριμο ήχο, μιας και είχαν δει και καλύτερες εποχές.
      Στο καινούριο της σπίτι τα αστραφτερά μάρμαρα την τύφλωναν ενώ ο εκτυφλωτικά γυαλισμένος μπρούντζος σε έπιπλα και κάγκελα έμοιαζε να πετά εχθρικές σπίθες.
      «Τι κάνεις εδώ;», ακούστηκε κοφτή η φωνή της μητέρας της.
      «Πώς είσαι μητέρα;», απάντησε καλοδιάθετα και το πρόσωπό της φώτισε ένα ευγενικό χαμόγελο, λες και δεν είχε ακούσει την απότομη ερώτηση. Δεν μπήκε στον κόπο να την φιλήσει. Μεταξύ τους αυτές οι εκδηλώσεις τρυφερότητας ήταν πάντα περιττές.
      «Άφησα κάποια πράγματα πίσω. Και ο Δημήτρης με μάλωσε που έριξα μαύρη πέτρα. Με έστειλε να δω πως είσαι».
      Η Εριφύλη έσφιξε τα χείλη σε απάντηση κι αφού στάθηκε αμήχανη για λίγο της είπε βγαίνοντας από την κάμαρη.
      «Θα πω στην Ευγενία να σου ετοιμάσει το δωμάτιο».
      Έκανε ένα δροσερό ντους, παράτησε την βαλίτσα της ορθάνοιχτη πάνω στο κρεβάτι και κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Βρήκε στην αποθήκη του κήπου το ποδήλατό της, το ξεσκόνισε και φούσκωσε τα λάστιχα. Σε δύο λεπτά κατηφόριζε τον χωματόδρομο ανάμεσα στις φουντωτές ελιές.
      Της φάνηκε χρόνια η ώρα που της πήρε να φτάσει και μέχρι να πετάξει το ποδήλατό της στο χώμα. Η πόρτα της αποθήκης ήταν ανοιχτή και μέσα στη σκόνη που σήκωνε στο πέρασμά της όρμησε μέσα. Δεν ήταν κανείς.
      Στάθηκε  στο άνοιγμά της για δευτερόλεπτα κι έπειτα άρχισε να τρέχει προς τη θάλασσα. Στην άκρη του βράχου σταμάτησε απότομα για να αποφύγει την πτώση της.
      Το πέλαγο στα πόδια της, το γαλάζιο της πλήγωνε τα μάτια. Σκούπισε τα δάκρυα που τα πλημμύρισαν κι έψαξε την ακτή κάτω. Ήταν άδεια, αλλά ένα κουβάρι ρούχα την έκανε ν’ αναθαρρέψει. Έψαξε με το βλέμμα το νερό και τον είδε. Μια μαύρη κουκίδα να σχίζει το υγρό στοιχείο.
      Άρχισε να κατεβαίνει, να κατρακυλά σχεδόν γλιστρώντας, χάνοντας τις πέτρες και το χώμα κάτω από τα πόδια της. Κι όταν βρέθηκε κάτω, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έτρεξε στην άκρη της θάλασσας. Πέταξε τα ρούχα από πάνω της και βούτηξε στα δροσερά νερά.
      Ο Κυριάκος δεν την είχε δει όταν κατέβαινε. Καθώς γυρνούσε κολυμπώντας προς τη στεριά, αναζητώντας ανέλπιδα να σβήσει την φλόγα που τον τύλιγε, πρόσεξε κίνηση μπροστά του.
      Ποτέ δεν είχε απαντήσει άνθρωπο στον αποξενωμένο τούτο κόλπο. Ποτέ. Έμεινε για δευτερόλεπτα ακίνητος κι έπειτα άρχισε να κολυμπά μ’ όλη του την δύναμη προς το μέρος της.
      Μέσα στα νερά συναντήθηκαν και τα κορμιά τους μπλέχτηκαν με τη λαχτάρα αυτού που πασχίζει να βρει τη ζωτική του ανάσα. Τα χείλη τους υγρά ή ήταν το νερό που διέτρεχε τα σώματά τους;
      Κατάφεραν να βγουν στην ακτή και έγειραν αποκαμωμένοι στην βρεγμένη άμμο. Τα κορμιά τους ριγούσαν, σπάραζαν. Η ένωσή τους μερίδιο στην αθανασία.
      Τις επόμενες μέρες η Ραλλού και ο Κυριάκος μοιράστηκαν αχόρταγα ότι η ζωή αποφάσισε να τους στερήσει. Δε χρειάστηκε να μιλήσουν για τίποτα.
      Όταν μετά από μια εβδομάδα η Ραλλού στάθηκε στην πλώρη του καραβιού που θα την γυρνούσε στο νέο της σπίτι, άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί ανατολικά, εκεί που ένας καλά κρυμμένος από τα μάτια κόλπος έκρυβε τη ζωή της όλη.
      Ένα ρίγος, σαν αχνό φτερούγισμα στα σωθικά της την έκανε να ανατριχιάσει και χαμογέλασε. Ήξερε πως τώρα κουβαλούσε μαζί της το πιο πολύτιμο κομμάτι του Κυριάκου.








      Το καλοκαίρι αυτό ήταν το πρώτο της ζωής του που δεν χρειαζόταν να θυμίζει στον εαυτό του να ανασαίνει για να επιζήσει. Οι μέρες περνούσαν αβίαστα και με λαχτάρα περίμενε την επόμενη.
      Στην κυρά Χρυσάνθη είχε πει πως θα κουραζόταν λιγότερο αν έμενε στο ξενοδοχείο κι εκείνη με τον καλόβολο χαρακτήρα της ρώτησε μόνο αν ήθελε να πάει να του καθαρίσει. Την καθησύχασε και τη φίλησε.
      Δύο δωμάτια είχαν ετοιμάσει ο Θράσος με τον Μάνο για να μην είναι τα πράγματά τους το ένα πάνω στο άλλο αλλά και να μην δώσουν στόχο.
      Τα βράδια μοιράζονταν το κρεβάτι του Θράσου και την μοναδική μέρα της εβδομάδας που δεν δούλευαν εξερευνούσαν το νησί. Ο Θράσος το ανακάλυπτε τώρα μέσα από τα μάτια του Μάνου. Κι ήταν σα να ξετρύπωνε από το ομιχλώδες τοπίο της παιδικής του ηλικίας τόπους ηλιόλουστους και ευλογημένους. Τόπους που εύκολα μπόραγες να τους δεις, να τους μυρίσεις και να τους ακροαστείς.
      Τόσα χρόνια το νησί του ήταν απλά ένας περίγυρος. Ένας περίγυρος που έπρεπε να ανεχτεί για να επιβιώσει και να πετύχει το στόχο του. Και ο στόχος του ήταν να δραπετεύσει.
      Τώρα δεν είχε ανάγκη να δραπετεύσει. Δεν ήξερε βέβαια αν θα άνοιγε ποτέ τόσο τα μάτια του να αντικρύσει όσα δεν είχε αντικρύσει μια ολάκερη ζωή. Ή αν χρειαζόταν τα μάτια του Μάνου γι’ αυτό. Ήταν μια Κυριακή πρωί και περπατούσαν ανάμεσα σε ελιές. Ο Μάνος τον παρότρυνε να συνεχίσουν ενώ ο ίδιος γκρίνιαζε πως θα χαθούν.
      «Πώς θα χαθούμε, δεν νιώθεις τη θάλασσα εμπρός σου;».
      Ακολουθούσε μουρμουρίζοντας. Ο Μάνος είχε περασμένο ένα υφασμάτινο ταγάρι λοξά στους ώμους του που το είχε γεμίσει με φρούτα, ψωμί, ελιές και ντομάτες.
      Ο Θράσος κόπιαζε να προλάβει τα  βήματά του, του κάκου. Καθώς αγωνιζόταν να τον φτάσει είδε στα δεξιά του ανάμεσα σε αιωνόβιες ελιές ένα πέτρινο κτίσμα που τράβηξε την προσοχή του.
      Οι ελιές ποτέ δεν του έδιναν την αίσθηση δέντρου, χαμηλές, ο ίσκιος τους λιγοστός. Αλλά εδώ, σ’ αυτήν την πλαγιά του λόφου που κατηφόριζε στη θάλασσα, τα δέντρα τούτα ριζωμένα από αιώνες είχαν δέσει γερό κορμό και έμοιαζαν δεμένα το ένα γύρω απ’ το άλλο.  Και πιο πάνω σε χέρια απλωμένα θαρρείς σε ικεσία φύτρωναν τα ασημένια τους φύλλα.
      Για τούτο του έκανε εντύπωση το πέτρινο τούτο σπίτι που λούφαζε στον ίσκιο τους, αλλά μετά έχασε τον Μάνο από τα μάτια του και τάχυνε το βήμα να τον προλάβει.  Έριξε μια τελευταία ματιά πριν απομακρυνθεί.
      Τον πρόφτασε πιο κάτω όταν εκείνος είχε βγει πια από τα δέντρα. Μπροστά του και χαμηλά απλωνόταν αστραφτερή σα λαμαρίνα στον ήλιο η θάλασσα.
      Ο Μάνος προχωρούσε με γρήγορο βήμα προς την άκρη των βράχων και του Θράσου του ήρθε να φωνάξει καθώς έμοιαζε να μην έχει πρόθεση να σταματήσει. Έπειτα εκείνος γύρισε απότομα και του φώναξε γελώντας.      
      «Έλα, τι περιμένεις;».
      Έφτασε δίπλα του και κοίταξε μπροστά και κάτω, εκεί που του έδειχνε ο Μάνος. Ένας εσωτερικός κόλπος, κρυμμένος από παντού. Τα νερά κρυστάλλινα άφηναν να καθρεφτίζονται μέσα τους αστραφτερά βότσαλα.
      Του ένευσε να κατεβούν και γέλασε στο δισταγμό του.
      «Θα προχωρώ εγώ μπροστά κι εσύ θα βαδίζεις στο κατόπι μου».
      Ο Θράσος κατεβαίνοντας σκεφτόταν πώς ήταν αταίριαστο να εμπιστεύεται κάποιο άλλο πλάσμα. Τόσα χρόνια, μια ζωή ολόκληρη δεν εμπιστεύτηκε κανέναν πέρα από τον εαυτό του.
      Αυτός ήταν και ο στόχος του, ποτέ να μην χρειαστεί να βασιστεί σε κάτι έξω από τον ίδιο, ποτέ να μην προδοθεί η εμπιστοσύνη του. Ένας μοναχικός λύκος.
      Σε πέντε λεπτά βρισκόταν μπροστά στα διάφανα νερά, ο Μάνος έτρεχε μέσα στη θάλασσα με γέλιο πιο καθάριο απ’ το νερό και τον καλούσε γελώντας.
      Ο Θράσος πέταξε τα ρούχα από πάνω του και βούτηξε δίπλα του. Ρίχτηκαν σ’ ένα ατελείωτο μακροβούτι. Κολυμπούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο ώρα πολύ, ώσπου απόκαμαν και αφέθηκαν στη μέση του πελάγου.  Γύρισαν και ξάπλωσαν ακίνητοι πάνω στο νερό, το φως να καίει το κορμί τους, το νερό να το δροσίζει.
      Αφού βρήκαν την αναπνοή τους τράβηξαν αντίθετα το υγρό μονοπάτι που είχαν ακολουθήσει νωρίτερα και αυτήν τη φορά τους οδήγησε στην ακτή. Εκεί στραγγισμένοι από κάθε έννοια και από τις δυνάμεις τους, ξάπλωσαν πάνω στα βότσαλα εκεί που η θάλασσα τα έγλυφε κάνοντας τα να λαμπυρίζουν στο φως.
      Έκλεισαν τα μάτια ενώ τα χέρια ανάμεσά τους ενώθηκαν στα ακροδάχτυλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου