Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

16ο κεφάλαιο



      Η Αθηνά κοιμήθηκε ανήσυχα εκείνο το βράδυ. Το πρωί ήταν ιδρωμένη και ένιωθε σα να είχε περάσει μια πολύ εξαντλητική μέρα.
      Τρύπωσε κάτω από το ντουζ και άφησε το νερό να κυλήσει επάνω της. Χλιαρό στην αρχή και στη συνέχεια, καθώς βαριόταν να το κρυώνει σταδιακά, το γύρισε με τη μία στο κρύο.
      Πήρε μια ανάσα να συνέλθει από το σοκ και σε λίγο βγήκε νιώθοντας τη θέρμη του χώρου να απλώνεται επάνω της.
      Έτριψε γερά τα μαλλιά με την πετσέτα, αφήνοντας τα ελαφρά μόνο υγρά, φόρεσε τα εσώρουχά της, ένα μπλε μακό φανελάκι και το τζιν της.
      Κατέβηκε με τα πόδια τα σκαλιά προσπαθώντας να συνέλθει από τον άσχημο ύπνο. Η Αθηνά δεν άφηνε τέτοια πράγματα να σταθούν εμπόδιο. Στη δουλειά της ακόμη δεν είχε λείψει.
      Καθώς έφτασε στο ισόγειο, από το πάνω σκαλοπάτι στο τελευταίου γύρισμα της σκάλας, πρόσεξε πρώτη φορά μια σειρά από ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε μεγάλο μέγεθος που κοσμούσαν τον απέναντι τοίχο.
      Βράδυνε το βήμα της εστιάζοντας επάνω τους το βλέμμα. Κάτι γνώριμο την έλκυε σ’ αυτές, αλλά περίμενε να πλησιάσει για να εκμηδενίσει την πλάνη που μπορούσε να της δημιουργήσει η απόσταση.
      Κατέβαινε την φαρδιά, γεμάτη καμπύλες σκάλες με το βήμα της να πνίγεται στο πορφυρό χαλί. Πλησίασε τον τοίχο και στάθηκε μπροστά στις φωτογραφίες. Ναι, της ήταν γνωστό το τοπίο. Ήταν ο ελαιώνας της, μόνο που το χώμα ήταν στρωμένο μ’ ένα ανοιχτόχρωμο χαλί. Έγειρε λίγο το κεφάλι προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που απλωνόταν ανάμεσα στα λιόδεντρα.
      Ήταν λουλούδια και παρά το ασπρόμαυρο της φωτογραφίας κατάφερε να διακρίνει ένα πυκνό στρώμα από κυκλάμινα.
      Έμεινε για λίγο ακίνητη να θαυμάζει την παραξενιά τούτη της φύσης κι έπειτα στράφηκε προς την είσοδο. Καθώς απομακρυνόταν γέλασε στη σκέψη πως θεώρησε ότι ο ελαιώνας της φωτογραφίας ήταν ο δικός της.
      Ο Θράσος την καλημέρισε καθώς έβγαινε από το φουαγιέ του γραφείου του, συνηθισμένος πια στις πρωινές της εμφανίσεις. Τον χαιρέτισε κι εκείνη, στο δρόμο  για την τραπεζαρία, για τον συνηθισμένο  καφέ. Έπειτα κάτι άστραψε στο μυαλό της και κοντοστάθηκε.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη».
      Γυρίζοντας πρόσεξε το Θράσο να έχει σταθεί και να την παρατηρεί. Το μυαλό της όμως ήταν αλλού παγιδευμένο.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη. Οι φωτογραφίες αυτές; Είναι από το νησί».
      Στράφηκε στον τοίχο που του υπέδειξε και γύρισε πάλι στην Αθηνά.
      «Σου έκαναν εντύπωση τα κυκλάμινα. Είναι από τα παράδοξα του τόπου. Όχι για μας, γι’ αυτούς που τα πρωτοαντικρίζουν. Με το που πέφτουν οι ζέστες, σκεπάζουν τα πάντα. Και ανάμεσα στις ελιές είναι λες και έχουν βρει τον φυσικό τους χώρο».
      «Το αγριοκυκλάμινο είναι πολύ χρήσιμο στην ιατρική και στην κοσμετολογία», μονολόγησε σχεδόν εκείνη.
      «Και είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλλιεργηθεί», μουρμούρισε καθώς απομακρύνθηκε σκεπτική.
      Της ήταν πολύ δύσκολο να μείνει ήρεμη και να πιεί τον καφέ της. Ήθελε εσπευσμένα να τιθασεύσει αυτό που σα θύελλα σάρωνε τις σκέψεις της. Θα χρειαζόταν έναν υπολογιστή και σύνδεση αλλά το ξενοδοχείο ήταν πολύ παρωχημένο σε σχέση με τέτοιου είδους ανέσεις.
      Έκανε να σηκωθεί, είδε το ρολόι της και αποφάνθηκε πως ήταν πολύ νωρίς. Τότε είδε από το άνοιγμα της πόρτας το φουαγιέ και σηκώθηκε αποφασιστικά.
      Ο Θράσος στράφηκε, όταν αισθάνθηκε την παρουσία της.
      «Θα μπορούσα σε κάποιο διάλειμμά σας να χρησιμοποιήσω για λίγο τον υπολογιστή;».
      «Ο κύριος Ουσταμπασίδης δεν κάνει διαλείμματα», ακούστηκε η ζεστή φωνή του Μάνου πίσω της.
       «Αλλά αν μου υποσχεθείς ότι θα φας κάτι παραπάνω από τον καφέ που είναι παρατημένος στο τραπέζι σου, θα σου φέρω εγώ το φορητό μου».
      Η Αθηνά χαμογέλασε κι ο Θράσος γύρισε στη δουλειά του. Σκεφτόταν πώς ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζε το χαμόγελό της. Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη φωτεινή αύρα που τύλιγε τον Μάνο.
      Σε λίγο ο φορητός του υπολογιστής άνοιγε μπροστά της στο τραπέζι και δεν πέρασε πολύ ώρα μέχρι που ο Μάνος έφτασε κουβαλώντας ένα δίσκο στα χέρια του, φορτωμένος με ένα πλούσιο πρωινό. Αν δεν της υπενθύμιζε την υπόσχεσή της, ούτε που θα τον πρόσεχε.






      Το επόμενο πρωινό η Ραλλού σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο έπειτα από μια άγρυπνη βραδιά. Άφησε το δροσερό νερό να ξεπλύνει το κάθιδρο σώμα της και την στιγμή που η ζάλη την κυρίευε στηρίχτηκε στον τοίχο. Καθώς τα πόδια της λύνονταν και το κεφάλι της έγερνε σα να μην στηριζόταν πουθενά, η θέα της κοιλιάς της που ακόμη δεν είχε αρχίσει να καμπυλώνει έδρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα επάνω της.
      Τα πόδια της ορθώθηκαν στο δάπεδο της μπανιέρας και το κορμί της υψώθηκε. Βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένη στην πετσέτα της και άρχισε να ντύνεται.
      Με τα μαλλιά βρεγμένα ακόμη κατευθύνθηκε στην κουζίνα κι έδωσε ένα φάκελο στο Λενιώ.
      «Κατέβα στο ναυπηγείο και κοίτα για τον κύριό σου. Αν δεν τον βρεις, δώσε στον πατέρα του αυτόν τον φάκελο. Είναι επείγον», συμπλήρωσε με μια ατάραχη ηρεμία. Μέσα της πάλευαν οι τύψεις της που έκρυβε πράγματα απ’ το Λενιώ. Καλύτερα γι’ αυτήν, είχε σκεφτεί.
      Το ύφος όμως της Λενιώς άφηνε αμφιβολίες για το ποια προστάτευε ποια. Την κοίταξε αποφασιστικά και την έσπρωξε στο δωμάτιό της.
      «Ότι θες θα γίνει κυρά μου. Είσαι όμως εξαντλημένη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι εγώ θα τρέξω, αφού πρώτα στείλω  το γιατρό. Τρελάθηκες όλη νύχτα από την αγωνία σου, έτσι θα πω».
      Την ανάγκασε να ξαπλώσει χωρίς δεύτερη κουβέντα και κατεβαίνοντας στο λιμάνι πέρασε από το σπίτι των Μαλτέζων. Αναστάτωσε τον κόσμο και πρόσταξε πώς κάποιος θα έπρεπε να μείνει με την κυρά της που την άφησε σε κακό χάλι, όσο η ίδια θα πήγαινε να βρει τον κύριό της.
      Η μητέρα του Δημήτρη, εκνευρισμένη φανερά και σφίγγοντας τα χείλη, τράβηξε για το σπίτι του γιού της. Εκεί βρέθηκε να ανεβαίνει στο κατόπι του Εφραιμίδη, του οικογενειακού γιατρού τους, ο οποίος έσπευσε να την ενημερώσει πώς ότι και να συνέβαινε έπρεπε αυστηρά να μείνει έξω από το δωμάτιο της νύφης τους. Η κατάστασή της ήταν άκρως επικίνδυνη και της εκμυστηρεύτηκε πώς η υπηρεσία της του είχε αναφέρει κάτι για αιμορραγία.
       Η μητέρα του Δημήτρη δάγκωσε ακόμη πιο βαθιά τα χείλη. Έλπιζαν όλοι τους πως με το γάμο του γιου τους θα κλείνανε κάποια στόματα που έλεγαν διάφορα για το γιο της. Πράγματα που την τρόμαζαν, μα πιο πολύ την ντρόπιαζαν, ντρόπιαζαν τη θέση τους. Ίσως τελικά να μην το είχαν καταφέρει.
      Χαιρέτησε τη νύφη της με τυπικό ενδιαφέρον και δεν τόλμησε να την ρωτήσει τίποτε. Η Ραλλού θαύμασε το μυαλό της Λενιώς που προέβλεψε να καλέσει τον Εφραιμίδη.
      Ο γιατρός την ακροάστηκε, ακούμπησε το μέτωπό της και της είπε πως μοναδικό της χρέος είναι να προφυλάξει την υγεία του μωρού.
      «Ότι και να γίνει, άστο μακριά σου. Από εσένα εξαρτάται η ζωή του κόρη μου».
      Η Ραλλού έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το χλωμό κεφάλι στο μαξιλάρι.
      Τις επόμενες ημέρες στο νησί επικράτησε πρωτόγνωρος αναβρασμός, αλλά το Λενιώ δεν επέτρεψε τίποτε απ’ όλα όσα ακούστηκαν να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού τους.
       Ίχνη δεν βρέθηκαν πουθενά, κι όλοι θεώρησαν πως ο νεαρός Μαλτέζος είχε βρει το τέλος που του άξιζε. Οι φήμες που οργίαζαν και η ντροπή που έπεφτε επάνω τους και τους τύλιξε οδήγησαν την οικογένειά του να απλώσουν τα πλοκάμια τους πολύ μακριά και τα πάντα να πνιγούν στη σιωπή.
      Αόριστες κουβέντες για ατύχημα ακούστηκαν και η σιωπή τους, οδήγησε αργά βέβαια στην αποσιώπηση και στο κουκούλωμα.
      Και ήρθε η μέρα που η Ραλλού μάζεψε το κουράγιο της και σηκώθηκε αργά. Τράβηξε προς το γραφείο του Δημήτρη αφού πρώτα ζήτησε από το Λενιώ να της ψήσει ένα καφεδάκι.
      Άνοιξε τα συρτάρια, βρήκε το κλειδί για το χρηματοκιβώτιο και άρχισε να αραδιάζει τα χαρτιά μπροστά της. Από τούτα δω τα χαρτιά κρέμεται το μέλλον του παιδιού μου, σκέφτηκε και ασυναίσθητα ακούμπησε την παλάμη της πάνω στην κοιλιά της. Έπειτα άπλωσε το χέρι στο τηλέφωνο και κάλεσε το δικηγόρο του πατέρα της στο νησί.







      Ο ήλιος ήταν καυτός, όπως είναι πάντα ο ήλιος κάτω απ’ τα λιόδεντρα. Λες και η ελιά δεν κρατά τον ήλιο απ’ έξω, αλλά ρουφά και το τελευταίο του μόριο. Ίσως αυτό να είναι και ο λόγος που στέκεται στο καταχείμωνο το ίδιο σθεναρή, γεμάτη ζωή. Σα να έχει ρουφήξει και να φυλά καλά την ίδια την ουσία της ζωής μέσα της.
      Κι όπως η Αθηνά περπατούσε ανάμεσα στους ελαιώνες συνέχιζε να αισθάνεται ότι βαδίζει κάτω από το άπλετο φως του ήλιου, λες και τα χαμηλά κλαριά των λιόδεντρων απλώνονταν αόρατα επάνω της.
      Έφτασε στο πέτρινο κτίσμα κι αφού άνοιξε την πόρτα, άνοιξε διάπλατα και τα παραθυρόφυλλα. Ο ζεστός αέρας άρχισε να διαχέεται μέσα στη δροσερή αποθήκη και χτένισε με το βλέμμα το χώρο.
      Το μάτι της έπεσε πάνω σε μία ομάδα εργαλείων που ήξερε ότι τα είχε δει κάποια στιγμή τις προηγούμενες ημέρες, απλά δεν τους είχε δώσει σημασία. Πλησίασε και διάλεξε μια τσάπα. Κούνησε για λίγο το στειλιάρι για να δει αν ήταν καλά στερεωμένο.
      Βγήκε έξω, προχώρησε λίγο και άρχισε να τσαπίζει ελαφρά το στεγνό χώμα. Στην αρχή απαλά, λες και το γρατζουνούσε. Στη συνέχεια λίγα εκατοστά πιο κάτω, προσεκτικά πάντα λες και φοβόταν μήπως το πληγώσει.
      Ένιωσε μια μεστή μυρωδιά να αναδύεται καθώς σκάλιζε τα σωθικά της γης. Κάτι τράβηξε την προσοχή της, γονάτισε κι άρχισε με τα χέρια τώρα να παραμερίζει το χώμα, να το σκουπίζει, για ν’ ανακαλύψει από κάτω αυτό που έψαχνε. Βολβοί.       Ξέθαψε έναν προσεκτικά και χωρίς να απομακρύνει τις ρίζες και το χώμα.
      Ένιωθε τη θάλασσα να αχνίζει πιο κάτω, τα πολύτιμα δέντρα της ελιάς πάνωθε. Και κρατούσε στα χέρια της τούτο τον βολβό, τυλίγοντας τον σε ένα χαρτομάντιλο, ώστε να τον προστατέψει τώρα που τον απομάκρυνε από το περιβάλλον που ξεκουραζόταν με ασφάλεια.
      Μηχανικά άρχισε να χαϊδεύει το χώμα με τις παλάμες της,  για να το ξαναστρώσει πάλι στη θέση του, όταν τα δάχτυλά της σκάλωσαν σε κάτι σκληρό. Πέτρα υπέθεσε.
      Χωρίς να σκέφτεται συνέχισε να προσπαθεί να την μετακινήσει λες και ήταν το σημαντικότερο πράγμα του κόσμου εκείνη τη στιγμή. Η πέτρα έμοιαζε καλά στερεωμένη, ίσως να ήταν η κορυφή κάποιας μεγαλύτερης. Το μόνο που κατάφερε ήταν να την ξεσκεπάσει ακόμη περισσότερο.
      Παραξενεμένη, κοίταξε προσεκτικά. Κάτι παράδοξο υπήρχε, μία ασυνέχεια σε ένα σημείο που είχε αποκαλυφθεί. Άρχισε αργά να διώχνει το χώμα από γύρω, χρησιμοποιώντας ένα ξύλο που είχε βρει λίγο πιο πέρα. Το αντικείμενο πήρε να αποκαλύπτεται και το κοιτούσε αφηρημένη αρκετή ώρα προτού  καταλάβει τι αντίκριζε.
      Η ανάσα έσβησε στο στήθος της και έπεσε σχεδόν πίσω. Χρειάστηκε να στερεώσει γερά τα χέρια της κάτω, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή της.
      Αυτό που είχε ξεσκεπάσει στην αδέξια προσπάθειά της ήταν τα οστά των δαχτύλων  και το μετακάρπιο ενός ανθρώπινου χεριού.
      Ένιωσε το στόμα της να στεγνώνει, όλο το είναι της να στεγνώνει και ήθελε απεγνωσμένα νερό. Σύρθηκε όπως καθόταν κατάχαμα προς τα πίσω, μην τολμώντας να αφήσει από τα μάτια της το απρόσμενο τούτο εύρημα. Σα να φοβόταν πως μόλις στρέψει το βλέμμα θα εξαφανιστεί.
      Έφτασε στο κτίσμα, σηκώθηκε κι έπιασε το σακίδιο που είχε παρατήσει δίπλα στο άνοιγμα της πόρτας.  Έβαλε το χέρι μέσα και με νευρικές κινήσεις κατάφερε να ξεθάψει ένα μπουκάλι. Το σήκωσε και ήπιε αφήνοντας ρυάκια νερού να κυλούν επάνω της.
      Στηρίχτηκε στην κάσα της πόρτας και με το βλέμμα σταθερά μπροστά άρχισε να αναρωτιέται. Τι έπρεπε να κάνει;
      Να καλέσει την αστυνομία; Είχε άραγε το εύρημά της κάποια σχέση με τον παππού της; Και τι σημασία θα μπορούσε να έχει αυτό, τόσα χρόνια μετά το θάνατό του;
      Οι σκέψεις γέμιζαν το μυαλό της σα σκουπίδια. Τοξικές ουσίες που την δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο να δει ξεκάθαρα.
      Τράβηξε και πάλι προς το σημείο όπου είχε αποκαλυφθεί το παράξενο λείψανο και με τα χέρια της προσεκτικά, το σκέπασε καλά. Έπειτα το πάτησε με τις παλάμες της, σηκώθηκε και μην έχοντας πουθενά μέρος για να πλυθεί, κλείδωσε την πόρτα, φορτώθηκε το σακίδιο και κίνησε για την χώρα.








      Όλοι βρίσκονταν σε πυρετώδη προετοιμασία για τα εγκαίνια. Τα διευθυντικά στελέχη της εταιρίας είχαν καταφτάσει λίγες μέρες νωρίτερα μόνο για να οργανώσουν τις εκδηλώσεις, τα γεύματα και τις χοροεσπερίδες.
      Ο Θράσος επέμενε στην οργάνωση  ενός νυχτερινού γύρου του νησιού με τις μεγάλες βάρκες που χρησιμοποιούνταν για ψάρεμα ή για να περνούν απέναντι. Ο χρόνος θα ήταν ιδανικός, σε τρεις μέρες που το φεγγάρι θα ήταν ολόγιομο.
      Σε μία βάρκα θα μετέβαινε η μαντολινάτα του νησιού, ενώ κάθε βάρκα θα φιλοξενούσε τέσσερις καλεσμένους και έναν σερβιτόρο. Καθώς και ένα μεγάλο καλάθι με καλούδια από την κουζίνα της Θεανώς.
      Το σχέδιό του ήταν οργανωμένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Η Θεανώ είχε λεηλατήσει σχεδόν ολάκερο το νησί από τα μεγάλα καλάθια που είχαν για το μάζεμα της ελιάς.
      Το μενού το είχε επιμεληθεί μόνη της με την βοήθεια του Θράσου. Κρασί ντόπιο, εμφιαλωμένο σε λιτές σκούρες φιάλες. Λιτή μοσχομυριστή κοτόπιτα με μοσχοκάρυδο και μυζήθρα και για επιδόρπιο ένα ελαφρύ γιαούρτι με ολόφρεσκα αρωματικά πεπόνια και μέλι.
      Το κρασί λευκό και κρυστάλλινο και η Θεανώ το προμηθεύτηκε από ένα γείτονά της που είχε αναγάγει την παρασκευή του κρασιού από τα αμπέλια του σε μυσταγωγία. Όταν σήκωνες το ποτήρι, ένα άρωμα καλοκαιρινής στεγνής γης και αγριολούλουδων σε συνεπαίρνανε.
      Η Θεανώ δεν άφησε κανέναν να επέμβει στα καλάθια της. Τα είχε στρώσει όλα με υφαντά ριγωτά υφάσματα, στερέωσε γύρω στα πλαϊνά τους λινές πετσέτες και τοποθέτησε στο κέντρο προσεκτικά τα τρόφιμα και το κρασί, ενώ σε ένα δίσκο επάνω τους στερέωσε προσεκτικά τέσσερα ποτήρια.
      Οι σερβιτόροι έχοντας υποστεί αυστηρή εκπαίδευση από την ίδια τη Θεανώ, αλλά και το Θράσο αναφορικά με το σερβίρισμα του κρασιού, κατέβηκαν τη μέρα εκείνη ίδιοι πάνοπλοι φρουροί κρατώντας το καλάθι τους σαν πολύτιμο λάφυρο.
      Επιβιβάστηκαν στις βάρκες και μαζί με τους ιδιοκτήτες τους περίμεναν τις παρέες να κατέβουν στο μικρό λιμανάκι κάτω από το ξενοδοχείο για να αναχωρήσουν.
      Σε μια βάρκα η μαντολινάτα και σε μία άλλη ο ίδιος ο Θράσος, εφοδιασμένος με επιπλέον προμήθειες και οτιδήποτε θα ήταν πιθανόν να προκύψει κατά τη διάρκεια της βραδιάς.
      Οι καλεσμένοι κατηφόρισαν απαστράπτοντες προς το λιμάνι, το φεγγάρι είχε μόλις αρχίσει να φωτίζει τον ουρανό και το φως του έγερνε πάνω στα νερά.
      Γλυκά έσχιζαν την άπνοη σχεδόν ατμόσφαιρα οι ήχοι από τα μαντολίνα παίζοντας νοσταλγικές μελωδίες. Το γαλήνιο φως του δειλινού ασήμωνε τα νερά που γυάλιζαν ακίνητα ωσάν καθρέφτες και οι φιλοξενούμενοί τους ξεκίνησαν εκστασιασμένοι.
      Ήταν μια νύχτα μαγική, το φεγγάρι μόνο επάνω τους, τα λιγοστά φώτα του νησιού και αυτού απέναντι να φωτίζουν σα διαμάντια στην επιφάνεια της θάλασσας.
     Την μεθεπόμενη κιόλας ημέρα μεγάλη εφημερίδα της Αθήνας περιέγραφε έναν κρυμμένο θησαυρό στο Αιγαίο. Η σύζυγος του Υπουργού τουρισμού ασκούσε τη δημοσιογραφία, όχι βιοποριστικά, αλλά ως κοσμική κυρία που ήθελε να γεμίσει το χρόνο της. Μία ολόκληρη σελίδα κάλυψαν οι περιγραφές της και οι φωτογραφίες που είχε τραβήξει.
      Παρά την εμφανή επιτυχία της χοροεσπερίδας που γεμάτη λάμψη είχε δοθεί το προηγούμενο βράδυ και φιλοξένησε πέρα από τους καλεσμένους τους κάθε επιφανή προσωπικότητα του οικονομικού και πολιτικού βίου του τόπου, αυτό ήταν που είχε κάνει τη ζυγαριά να γείρει προς το μέρος τους. Κατάφεραν να τους δείξουν τον τόπο τους μέσα από τα δικά τους μάτια.
      Όταν το ίδιο βράδυ οι καλεσμένοι σαν μαγεμένοι ακόμη αποχωρούσαν στα δωμάτιά τους, ο διευθυντής τον κράτησε πίσω.
      «Θα είμαι ήσυχος με εσένα εδώ κύριε Ουσταμπασίδη. Να ξέρεις πως για ότι χρειαστείς  είμαι δίπλα σου».
      Ο Θράσος κατευθύνθηκε ήρεμος στο δωμάτιό του. Ήθελε να μπορεί να μοιραστεί τη χαρά του. Χαμογέλασε θλιμμένα καθώς ήξερε πως ο Μάνος δε θα μπορούσε να είναι ποτέ δίπλα του, η καθημερινότητά τους δε θα ήταν κάτι που θα μπορούσαν να μοιραστούν. Πάραυτα τον αισθανόταν πιο δίπλα του από ότι είχε αισθανθεί ποτέ κάποιον σε όλη του τη ζωή.







       Ο δικηγόρος του πατέρα της ήρθε άμεσα στο κάλεσμα της Ραλλούς. Έμεινε δύο εβδομάδες στο σπίτι της και όταν έφυγε η Ραλλού ήταν υπεύθυνη για κάθε περιουσιακό και εργασιακό ζήτημα.
      Θα ήταν μία ενδιάμεση κατάσταση, καθώς ο Δημήτρης ήταν αγνοούμενος αλλά όχι νεκρός. Αυτό όμως δεν την εμπόδιζε από την πλήρη διαχείριση της περιουσίας του και του ναυπηγείου.
      Τα παραπάνω, τα οποία ανέρχονταν σε αμύθητα για το νου της ποσά και ακίνητα, είχαν περάσει πριν το γάμο στα χέρια του Δημήτρη και για το επόμενο διάστημα θα τα διαχειριζόταν έως ότου να περάσει ο νομικά απαιτούμενος χρόνος για να θεωρηθεί νεκρός ο Δημήτρης.
      Έτσι, όταν κατέβηκε συνοδευόμενη από τον κύριο Αντώνη τον Αβραμίδη, το δικηγόρο του πατέρα της, που το γαλήνιο βλέμμα του και το λευκό του κεφάλι την γέμιζε ηρεμία, στο ναυπηγείο, ήταν ψύχραιμη σαν πέτρα.
      Ο πατέρας του Δημήτρη έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο στο θέαμά τους.
      «Πατέρα», πρόλαβε τον Αβραμίδη δίπλα της.
      «Θα εκτιμούσα πολύ αν μένατε δίπλα μου για κάποιο διάστημα, ωσότου να εξοικειωθώ με τα πράγματα εδώ. Όπως θα κάνει και ο κύριος Αβραμίδης, ο δικηγόρος μου. Αν όμως πιστεύετε πως δεν μπορείτε, θα σας παρακαλέσω να μαζέψετε σήμερα κιόλας τα πράγματά σας».
      Ο πεθερός της προσπάθησε να βρει την αναπνοή του και κάθισε κάποια στιγμή κουρασμένος στην καρέκλα πίσω του. Η Ραλλού πήγε και του έφερε ένα ποτήρι νερό από δίπλα. Το κατέβασε μονορούφι και της έγνεψε ένα ευχαριστώ με το κεφάλι του.
      Στις επόμενες εβδομάδες με τον Αβραμίδη φρουρό, σωστό άγρυπνο θηρίο να χτενίζει με μάτι εξεταστικό το χώρο που η Ραλλού κινούνταν, κατάφεραν να βάλουν τα πάντα σε τάξη.
      Ο πεθερός της μετά το αρχικό σοκ έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια να τους αποκαλύψει ότι αφορούσε τη δουλειά, μα και τους ανθρώπους της. Της είπε σε ποιους μπορούσε να βασιστεί, ποιοι πονούσαν το ναυπηγείο σα να ήταν η ψυχή τους.
      Και όταν η γυναίκα του έθεσε βέτο, της είπε πώς του έμεινε ένα παιδί και ένα εγγόνι και αν δεν της αρέσει θα φύγει από το σπίτι και θα μείνει στο ναυπηγείο. Και ότι ο Δημήτρης, που μέσω αυτού την εκβίαζε μια ολόκληρη ζωή είχε φύγει, και δεν υπήρχε πια τρόπος να περάσει το δικό της.
      Αυτή τη φορά ήταν εκείνη που έσκυψε το κεφάλι ηττημένη, ερείπιο πια διαλυμένο από το χαμό του γιου της. Του γιου αυτού που πάντα είχε μια παθολογική αδυναμία, που την έκανε να κωφεύει και να αρνείται να δει την αρρωστημένη ψυχή που κουβαλούσε.
      Κι όταν μια μέρα η Ραλλού ολοκλήρωσε το κλείσιμο μιας συνεργασίας, αναλαμβάνοντας την κατασκευή ενός ολόκληρου στόλου από μεγάλα σύγχρονα καΐκια, τον είδε να την παρακολουθεί από το γραφείο του και στο βλέμμα του σπίθιζε η περηφάνια. Η Ραλλού αισθάνθηκε σα να αλάφρωσε ο αέρας και να μπόρεσε για πρώτη φορά να ανασάνει.
      Τράβηξε στη μικρή κουζινούλα ανάμεσα στα γραφεία τους και έψησε δύο καφέδες, παρότι η γραμματέας τους πήγε να την προλάβει. Τους έβαλε σε έναν δίσκο και τράβηξε προς το γραφείο του.
      «Θαρρώ τον δικαιούμαστε», του είπε και κάθισαν να τον πιουν στο παράθυρο, που έπιανε σχεδόν όλο τον τοίχο μπροστά στη θάλασσα σε μια συντροφική σιωπή.






      Η Αθηνά δεν είχε το κουράγιο να επιστρέψει στο ξενοδοχείο. Το χώμα είχε κολλήσει επάνω της, τα χέρια της ήταν βρώμικα κι ένιωθε πως είχε ακουμπήσει το θάνατο.
      Τράβηξε προς το σπίτι της και με το που βάδισε μέσα στη δροσερή του γαλήνη, σφάλισε την πόρτα πίσω της. Ο Μάνος είχε ανοίξει τις προάλλες το ρολόι του νερού θέλοντας να ελέγξει τα υδραυλικά του. Κατευθύνθηκε μέσα στο υποτυπώδες μπάνιο και μπήκε στην μπανιέρα.
      Άφησε το κρύο νερό να τρέχει πάνω της ώρα πολύ. Στη συνέχεια βγήκε και τριγύρισε ανακουφισμένη αφήνοντας το νερό να στραγγίζει στο σώμα της. Στο μυαλό της τριγύριζαν σκέψεις σαν μυγάκια που βούιζαν ασταμάτητα.
      Τι ήταν αυτό που είχε αντικρύσει; Τι συνέβαινε; Τι ήταν φρόνιμο να φανερώσει και τι να αποκρύψει; Και τι την έκανε τώρα αυτό; Συγκάλυπτε κάποιο έγκλημα;
      Το νερό και η δροσιά του σπιτιού την είχαν ηρεμήσει λίγο και φόρεσε τα ρούχα της, με το δέρμα ακόμη νωπό. Σκέφτηκε να ξαναψάξει το σπίτι μήπως και είχε να της δώσει απαντήσεις για το αλλόκοτο τούτο που την είχε βρει.
      Μα ξάφνου ένιωσε να τυλίγει τα μέλη της μια γλυκιά αδυναμία. Έκλεισε όπως όπως την πόρτα πίσω της και τράβηξε για το ξενοδοχείο.
      Σε λιγότερο από δέκα λεπτά ήταν ήδη στο δωμάτιό της. Πέταξε τα βρώμικα ρούχα της στο μπάνιο κι έπειτα έπεσε σ’ έναν ύπνο βαθύ σαν από αρρώστια και δεν ξύπνησε παρά την επομένη το πρωί.






      Η εγκυμοσύνη της ήταν από τις ωραιότερες περιόδους της ζωής της εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τα μάγουλά της ρόδισαν, τα μάτια της ήταν πάντα φωτεινά.  Ήταν λες κι ένα φως ξεχυνόταν από κάθε μόριο του κορμιού της.
      Ίσως οφειλόταν στο πως για πρώτη φορά στη ζωή της ήταν πραγματικά ελεύθερη. Ελεύθερη να αναπνεύσει, μακριά από το βαρύ ίσκιο της Εριφύλης και την αρρωστημένη ατμόσφαιρα του καινούριου της σπιτιού.
      Νωρίς το απόγευμα και παρά τις διαμαρτυρίες του πεθερού της βρισκόταν στο γραφείο. Ήρεμη και αεικίνητη ταυτόχρονα, με την κοιλιά να υψώνεται μπροστά σαν προπομπός.
      Το Λενιώ διαμαρτυρότανε που πήγαινε ακόμη στη δουλειά. Ο πεθερός της την βεβαίωνε συνέχεια πώς θα την αντικαθιστούσε και για χρόνια αν χρειαζότανε, εξάλλου κάθε μήνα η Ραλλού κατέθετε στο λογαριασμό του ένα σεβαστό ποσό. Το μερίδιο του στην επιχείρηση ήταν μηδαμινό, στοις τύποις επί της ουσίας.
      Όμως η Ραλλού ρουφούσε τη νέα της τούτη ζωή αχόρταγα λες και μπορούσε να αναπληρώσει τώρα πια τα χρόνια που της στερήθηκαν.
      Κάποια μέρα φώναξε τη γραμματέα της.
      «Υπάρχει στο ναυπηγείο κάποιος εργαζόμενος ονόματι Κωστής Στρατάκης;».
      «Μάλιστα κυρία Μαλτέζου. Είναι πισαδόρος θαρρώ».
      «Πες του σε παρακαλώ το μεσημέρι φεύγοντας να περάσει από το γραφείο μου».
      Το ίδιο μεσημέρι, απόγευμα σχεδόν, διάβαινε την πόρτα της.
      Η Ραλλού του ζήτησε να καθίσει και του προσέφερε λίγο ούζο και δυο τρεις σαρδελίτσες για μεζέ. Υπήρχαν πάντα πρόχειρα στο γραφείο της, για τον κυρ Αναστάση.
      «Πώς τα πάτε κυρ Κώστα με την καινούρια παρτίδα. Πιστεύεις θα καταφέρουμε να ολοκληρώσουμε μέσα στις προθεσμίες;».
      «Φυσικά κυρά», έκανε εκείνος ταραγμένος. «Όλα είναι προγραμματισμένα και δουλεύουν σα ρολόι».
      «Χαίρομαι που το ακούω. Για πες μου όμως.. Η οικογένειά σου; Έχεις παιδιά κυρ Κώστα;».
      Το πρόσωπό του φώτισε ξαφνικά.
      «Έχω κυρά. Το Νικόλα μου στα δεκατέσσερα. Και την Φωτεινούλα μου στα οχτώ».
      Η Ραλλού είχε σηκωθεί από το γραφείο της και είχε καθίσει στην καρέκλα απέναντί του.
      «Αλήθεια; Να τα χαίρεσαι. Και πώς τα πάνε; Με το σχολείο τους;».
      «Καλά κυρά, αλλά ξέρεις τώρα. Δύσκολα τα βγάζουμε πέρα. Ο Νικόλας θέλει να αφήσει το γυμνάσιο να έρθει στη δουλειά. Η κυρά μου στενοχωριέται γιατί είναι καλός στα γράμματα, μα τι να κάμεις. Έτσι είναι η ζωή μας εδώ. Ο άντρας πρέπει να μάθει να βγάζει το ψωμί του», ολοκλήρωσε εκείνος και η φράση του είχε μια ηρεμία στην στωικότητα με την οποία αποδεχόταν τη μοίρα του.
      Η Ραλλού τον κοίταξε χαμογελώντας του καθησυχαστικά.
      «Πολλοί τρόποι υπάρχουν για να βγάλει κανείς το ψωμί του κυρ Κώστα. Ένας απ’ αυτούς είναι και η μόρφωση. Άκου τι λέω. Στείλε μου το Νικόλα να με βοηθάει τα Σαββατοκύριακα στο γραφείο και να κερδίζει το χαρτζιλίκι του. Αλλά με έναν όρο. Το γυμνάσιο δεν θα τ’ αφήσει. Μου το υπόσχεσαι;».
      Σάστισε ο άνθρωπος. Την πόρτα τούτη κανείς δεν την περνούσε από τότε που το νεαρό αφεντικό τους είχε αρχίσει να δουλεύει στην επιχείρηση. Τον απέφευγαν σαν τον διάολο το λιβάνι. Η πρόταση της Ραλλούς τον άφησε άφωνο.
      «Σύμφωνοι κυρ Κώστα;», συμπλήρωσε χαμηλόφωνα εκείνη μην τον τρομάξει.
      Της ένεψε καταφατικά ενώ μέσα στο μυαλό του έπλαθε όνειρα για τα νέα που θα έφερνε σήμερα στην οικογένειά του και στην κυρά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου