Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

18ο κεφάλαιο



      Το καλοκαίρι εκείνο η Ραλλού το απόλαυσε πιότερο απ’ όλα. Ο Νικόλας θα έφευγε βέβαια το Σεπτέμβριο να δώσει τα δυο μαθήματα που χρωστούσε, αλλά ο αποχωρισμός θα ήταν σύντομος.
      Αισθανόταν πραγματική δύναμη στη δουλειά όταν τον είχε δίπλα της. Δε φοβήθηκε ποτέ να πάρει αποφάσεις, ήξερε να σταθμίζει τις συντεταγμένες ενός θέματος για να καταλήξει κάπου και ήξερε να εμπιστεύεται το ένστικτό της. Όμως η παρουσία του  την έκανε να αισθάνεται άτρωτη. Ασφαλής. Σα να δυνάμωναν τα πνευμόνια της και η ανάσα της να έβγαινε πιο εύκολα.
     Ο πεθερός της πια ερχόταν για τη βόλτα του και για να γλιτώνει τη μιζέρια της κυρά Σοφίας. Πρωί πρωί πήγαινε στο σπίτι της Ραλλούς και έδινε στη μικρή Αναστασία το πρωινό της. Κακοφάγωτη εκείνη και ζωηρή σα σκανταλιάρικο γατί.
      Άμα πέρναγε η ώρα τους ετοίμαζε μια τσαντούλα το Λενιώ, την φορτώνονταν και μέχρι να φτάσουν στο ναυπηγείο είχαν καταφέρει το πρωινό της.
       Εκεί έπαιζε όλο το πρωί στα πόδια της μητέρας της. Ακόμη την έπαιρνε ο κυρ Αναστάσης σε μια ήσυχη παραλία παραδίπλα και πλατσούριζαν φασαριόζικα αναστατώνοντας τα ψάρια. Έτσι και κάποια στιγμή έπαυε ταυτόχρονα ο θόρυβος του ναυπηγείου απ’ όλα τα σκαρπέλα και όλες τις μηχανές, οι φωνές τους έφταναν ως επάνω.
      Αργά το μεσημέρι πια, έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού με την Ραλλού να σκορπίζει φιλιά στο αλμυρό λαιμουδάκι της Αναστασίας και να της υπόσχεται πως θα είναι σπίτι πριν ξυπνήσει απ’ το μεσημεριανό της ύπνο.
      Δούλευαν με το Νικόλα τότε, πότε αθόρυβα δίπλα δίπλα και πότε σε ένταση, αν τύχαινε να κλείνουν κάποια σοβαρή παραγγελία ή να έχουν προβλήματα με κάποια παράδοση. Συνήθως αθόρυβα. Περνούσαν ώρες ολόκληρες χωρίς να αλλάζουν κουβέντα. Και καμιά φορά έπιανε τον εαυτό της να τον παρατηρεί σκυμμένο στα χαρτιά του, τα μαλλιά του πάντα ανακατεμένα και να ευχαριστεί το Θεό που σώθηκε τούτο το παιδί, από θαύμα θαρρείς. Λες και το κακό δεν είχε χαράξει την ψυχή του, λες κι ήταν πολύ αδύναμο για να τον καταστρέψει.
      Κι άλλοτε ένιωθε μια θέρμη να την αγγίζει, να πυρώνει το δέρμα της και όταν στρεφόταν ανήσυχη έβλεπε το βλέμμα του Νικόλα καρφωμένο επάνω της. Αμήχανος εκείνος χαμογελούσε ντροπαλά και ξαναχανόταν στα χαρτιά του.
      Τον κοίταζε κι αισθανόταν πως ο Θεός της είχε χαρίσει δυο παιδιά, που και τα δυο γέμιζαν την ψυχή της.
      Το απόγευμα έφευγε πια από το γραφείο και σπάνια κατάφερνε να διώξει και το Νικόλα, ο οποίος επέμενε να κάθεται ως αργά και να ελέγχει όλες τις καταχωρήσεις που είχαν γίνει κατά την απουσία του, μία προς μία.
      Τα βιβλία πια θα περνούσαν από τα χέρια του, αντί του συνεργαζόμενου λογιστή της επιχείρησης.
      Όταν ένα πρωί βρήκε έναν πάκο από προσφορές μπροστά της για ανυψωτικό μηχάνημα καθώς και γέφυρα καθέλκυσης των σκαφών,  σήκωσε τα μάτια της παραξενεμένη. Κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας να βρει κάποιον παράξενο εισβολέα.
      Η γραμματέας της στο διάδρομο, έμπαινε στο κουζινάκι να ψήσει τους καφέδες τους, ενώ ο Νικόλας ανέβαινε από το ναυπηγείο, όπου έκανε τον συνήθη πρωινό έλεγχο.
      Άφησε το βλέμμα της να πέσει αργά, πολύ αργά πάνω στα χαρτιά λες και ανησυχούσε μήπως πεταχτεί τίποτε από τη στοίβα. Έπειτα με τα ακροδάχτυλά της άρχισε να σπρώχνει μία μία τις σελίδες πιο πέρα, αφού τις διάβαζε πρώτα. Λε και θα την έκαιγαν.  
      Σε λίγο όμως είχε απορροφηθεί, θαυμάζοντας ένα ένα μηχανήματα που θα έλυναν τα χέρια των έμπειρων εργατών τους και θα επέτρεπαν στην παραγωγή να φτάσει σε άλλα επίπεδα.
      Ο καφές έφτασε δίπλα της κι απέμεινε εκεί να κρυώνει. Όταν ο Νικόλας κάθισε στο γραφείο του δεν τον αντιλήφθηκε. Στα μάτια της υπήρχε μόνο το ναυπηγείο που σαν πολύβουο μελίσσι λειτουργούσε με ρυθμό ασταμάτητο.
      Άργησε να αντιληφθεί πως το χέρι του είχε ακουμπήσει απαλά τον ώμο της. 
     «Λοιπόν, τι λες;», τη ρώτησε εκείνος χαμηλόφωνα.
      Της πήρε λίγο χρόνο μέχρι να βρει την ανάσα της και το αίμα ν’ αρχίσει να κυλά ξανά στις φλέβες.
      «Είναι ένα όνειρο. Είναι πραγματικά το μέλλον», του απάντησε εκείνη.
      «Και;», της χαμογέλασε. «Θα είμαστε μέρος του; Θα είμαστε κομμάτι αυτού του μέλλοντος;».
      Η Ραλλού κοντοστάθηκε για κλάσματα δευτερολέπτου κι έπειτα γέλασε.
      «Τι λες βρε Νικόλα; Θέλει μια ολάκερη περιουσία. Δεν έχω δικαίωμα για τέτοιο ρίσκο. Δεν τα έβγαλα εγώ αυτά τα λεφτά».
      Την κοίταξε λες κι αναμετριόταν με τις σκέψεις της.
      «Όχι Ραλλού. Δεν τα έβγαλες εσύ αυτά τα λεφτά. Μεγάλο μέρος τους τα έβγαλαν οι άνθρωποι αυτοί που παλεύουν με το ξύλο όλοι τους τη ζωή. Και χρωστάς δουλειές, δουλειές γι’ αυτούς, δουλειές για τα παιδιά τους αύριο. Χρωστάς στον τόπο τους να δίνεις ψωμί και στα παιδιά τους».
      Συνοφρυώθηκε και κοίταξε τα χαρτιά και πάλι, αλλά αυτήν τη φορά το βλέμμα της το βάραινε η λύπη.
      «Παρόλα αυτά Νικόλα. Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Είναι ένα ρίσκο που αν αποτύχει, πρώτα απ’ όλα θα συμπαρασύρει τους ανθρώπους αυτούς και τις οικογένειές τους».
      Το δικό του βλέμμα όμως ήταν γαλήνιο.
      «Υπάρχουν άτοκα δάνεια και επιχορηγήσεις. Ο τόπος αναπτύσσεται και όποιος είναι αποφασισμένος να πάρει μέρος στην ανάπτυξη, στηρίζεται. Υπάρχουν κίνητρα», συμπλήρωσε και πετάχτηκε επάνω. «Δώσε μου μία ώρα».
      Γύρισε μ’ έναν πάκο χαρτιά παραμάσχαλα. Βασιλικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις. Η Ραλλού άκουγε γεμάτη ενδιαφέρον μα και τρόμο. Όταν τελείωσε τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα.
      «Θέλω να μου τα δώσεις όλα αυτά και να μου αφήσεις χρόνο».
      Εκείνος πρόθυμα τα τακτοποίησε σε χωριστούς φακέλους. Προσφορές, αποφάσεις, νομοθεσία.
      «Και κάτι ακόμη», συμπλήρωσε νευρικά, καθώς απομακρυνόταν από το γραφείο.
      «Δε θα μου ξανακάνεις κουβέντα για όλα τούτα, μέχρι να το αναφέρω εγώ».







      Το επόμενο καλοκαίρι ο Μάνος επισκεπτόταν για πολλοστή φορά το νησί. Δεν υπήρχε τριήμερο που να μπορούσε να ξεκλέψει, Πάσχα ή Χριστούγεννα που να έμενε μακριά από το Θράσο.
      Η μητέρα του ζούσε κοντά του στην Αθήνα κι έτσι δεν ένιωθε τύψεις σαν την άφηνε καμιά φορά γιορτινές μέρες. Με τον πατέρα του πάλι διατηρούσε τυπικές μόνο σχέσεις, είχαν χωρίσει με την μητέρα του όταν ήταν ακόμη τεσσάρων. Εκείνος είχε κάνει καινούρια οικογένεια και οι σχέσεις τους περιορίζονταν σε κάποιο τηλέφωνο για χρόνια πολλά όταν έπρεπε.
      Το πώς η κυρά Χρυσάνθη ψυχανεμίστηκε το δέσιμο ανάμεσα στους δύο άντρες κανείς δεν μπορεί να το πει. Ούτε τι ακριβώς καταλάβαινε. Στην αρχή ήταν ένα κάλεσμα για ένα ουζάκι. Έπειτα για φαγητό. Ταπεινά πράγματα. Γιαπράκια και σαρδέλες στα κληματόφυλλα.
      Στο τέλος ο Μάνος έφτανε να σταματά κάθε μεσημέρι γυρνώντας απ’ το πρωινό του μπάνιο στης κυρά Χρυσάνθης. Εκείνη τον δρόσιζε κάτω απ’ την κληματαριά. Πότε υποβρύχιο, πότε δικιά της βυσσινάδα και πότε γλυκό καρπούζι. Το νερό από το πηγάδι, παγωμένο.
      Καθόταν εκεί στον ίσκιο που τους χάριζε η πυκνόφυλλη κληματαριά με μια πολυλογού σιωπή να τους συντροφεύει.
      Το βλέμμα της τον χάιδευε με τρυφεράδα αστείρευτη και η πιο εύγλωττη έκφραση της υπήρξε το άγγιγμα του χεριού της στο πλάι του κεφαλιού του. Λίγο να χαϊδεύει το μαλλί, λίγο να στέκεται πάνω στο μάγουλο. Το άγγιγμά της αυτό έλεγε όλα όσα δε θα έλεγε η ίδια, όλα όσα δε χρειαζόταν να πει γιατί τα έλεγαν τα μάτια της. Και μια της φράση.
      «Γιε μου».
      Και δε χρειάστηκε καιρός για να νιώσει ο Μάνος πως σε κείνο τα χαμηλό μικρό σπιτάκι που η καρδιά του χτυπούσε κάτω απ’ την κληματαριά βρήκε άλλη μια μάνα. Μια μάνα που τον έκλεισε μες την καρδιά της, ακριβώς δίπλα στη θέση του παιδιού της.
      Κάποια μεσημέρια καυτά που δεν περίμεναν αφίξεις, ο Θράσος ξέκλεβε χρόνο και κατέβαιναν με τον Μάνο για μπάνιο. Πόσο ανεξίτηλη χαράζεται στη μνήμη του ανθρώπου η λαύρα του καλοκαιριάτικου μεσημεριού. Εκείνη τη στιγμή που λες πως η πλάση κρατά την ανάσα της, το αεράκι κοντοστέκεται ακίνητο,  μην και ξυπνήσει κανείς από το λήθαργο που τον ρίχνει μέσα η ζέστη.
      Ώσπου να κατέβουν στον κόλπο τους η πυρά του ήλιου τους είχε αφήσει άπνοους. Η σκόνη από τα χώματα είχε ανακατευτεί με τον ιδρώτα τους. Βούταγαν τότε στα νερά κι ένιωθαν πως ξαναγεννιόντουσαν και αναδύονταν στην επιφάνεια σα να  αντίκριζαν για πρώτη  φορά τον κόσμο.
      Με το φως να αστράφτει στο νερό πάνω τους και να διαλύεται στα εκατομμύρια μόριά του. Να διαθλάται και να αναπαριστά την ίδια τη γέννηση του κόσμου.
      Όταν έβγαιναν από το νερό ήταν αποκαμωμένοι, δυο αγάλματα τσακισμένα που χύνονταν πάνω στο ψιλό βότσαλο και στράγγιζαν εκεί ώσπου να ξαναβρούνε την ανάσα τους. Κι ήταν το φως που χύνονταν επάνω τους και φώτιζε τα πιο σκοτεινά μύχια της ύπαρξής τους.





      Η Ραλλού είχε εδώ και καιρό ένα ολάκερο μελίσσι στο κεφάλι της. Έτσι και μια ιδέα τρύπωνε στο μυαλό ήταν αδύνατο να μείνει αβασάνιστη. Στριφογύριζε μέσα της μέχρι να βρει τη λύση.
      Και δεν ήταν πως αν κατέληγε σε κάτι, κάτι που της υποδείκνυε η λογική θα ησύχαζε. Έπρεπε  η λύση εκείνη να ικανοποιεί και την καρδιά της. Κι αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν έβρισκε ησυχία.
      Η σκέψη του να τολμήσουν όσα της έλεγε ο Νικόλας της έφερνε πανικό. Κόβονταν τα πόδια της στην ιδέα του ρίσκου. Του ρίσκου μιας περιουσίας που μπορεί τυπικά να ήταν δική της, αλλά δεν την είχε δημιουργήσει η ίδια.
      Όμως τα λόγια του Νικόλα γυρνούσαν σαν στρόβιλος στο μυαλό της. «Έχεις ευθύνη για τους εργαζόμενους σου. Και για τα παιδιά τους. Να προστατέψεις τις δουλειές τους. Και να τις παραδώσεις και στις επόμενες γενιές».
      Κάποια στιγμή, αφού υπέγραφε τα έγγραφα παράδοσης ενός σκαριού, κι αφού τελείωσε με κάποιες παραγγελίες, μην αντέχοντας την αφόρητη ζαλάδα στο κεφάλι της κατηφόρισε προς τη θάλασσα.
      Μπροστά της οι ξύλινες γέφυρες που κατέβαζαν τα σκάφη στη θάλασσα. Ή που τα ανέβαζαν αντίστοιχα όταν ερχόντουσαν για επισκευή. Οι εργάτες κινιόντουσαν στο χώρο σα μέλισσες σε μελίσσι.
      Τράβηξε αριστερά και παρότι ήθελε να μείνει μόνη δεν μπόρεσε να αποφύγει τον πεθερό της με την μικρή Αναστασία που μάζευαν βότσαλα.
      Η μικρή ξυπόλητη, με τα στρουμπουλά λευκά της ποδαράκια να ξεχωρίζουν κάτω από το κίτρινο φουστάνι της, έτρεχε με το αστείο βήμα το παιδιού που έμαθε να περπατάει αλλά τα βήματά του είναι ακόμη ελαφρά και ασταθή λες και τρέχει επάνω σ’ ένα σύννεφο.
      Η Αναστασία την είδε μα δεν της έδωσε σημασία γιατί διάλεγε με απόλυτη προσήλωση ένα ένα μαύρα γυαλιστερά βότσαλα και τα άπλωνε σε σχέδιο το ένα δίπλα στο άλλο στην ακροθαλασσιά.
      Ο πεθερός της καθόταν κάτω και βοηθούσε στο σχηματισμό. Της έγνεψε να καθίσει δίπλα του. Έμειναν έτσι για λίγο, απορροφημένοι από το έργο της μικρής Αναστασίας. Ήταν τόσο χαρούμενη με το πόνημά της που το πρόσωπό της έφεγγε σαν φεγγάρι. Τα μαλλιά της, που μετά βίας έφταναν στον αυχένα της, ήταν πιασμένα μ’ ένα ασημένιο κοκαλάκι στο ένα πλάι.
      «Η δουλειά πάει καλύτερα από ποτέ. Οι παραγγελίες όλο και μεγαλώνουν. Έχεις προσλάβει περισσότερο προσωπικό και όλοι τους πίνουν νερό στο όνομά σου. Κι όμως κάτι σε βασανίζει παιδί μου».
      Η Ραλλού χαμογέλασε ήρεμα στον ηλικιωμένο άντρα που τα τελευταία χρόνια είχε τόσο ημερέψει και γαληνέψει. Χαμογέλασε στη σκέψη πως το εγγόνι του κατάφερε να ξεσκεπάσει τον τρυφερό του χαρακτήρα, του έδωσε σκοπό στην ύπαρξή του και γαλήνη στα γεράματά του.
      Κοίταξε την Αναστασία που τοποθέτησε δυο βότσαλα ακόμη δίπλα στα άλλα κι έπειτα χτύπησε τα αφράτα της χεράκια με ενθουσιασμό.
      Πήγε να τον καθησυχάσει λέγοντας κάτι για τα λογιστικά βιβλία, αλλά σταμάτησε απότομα. Στον άνθρωπο που είχε απέναντί της εμπιστευόταν το παιδί της. Άξιζε λίγο παραπάνω σεβασμό.
      Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε του αποκαλύπτει τις σκέψεις του Νικόλα. Η Ραλλού δεν είχε μείνει μόνο εκεί. Είχε κάνει κι η ίδια τις έρευνές της, έλεγξε τις νέες συνεργασίες που θα ανοιγόταν, τις ανάγκες της αγοράς και τις νέες αγορές που θα δημιουργούνταν. Ο πεθερός της την άκουγε με προσοχή. Εκείνη ολοκλήρωσε και η σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
      «Όταν δημιουργείς κάτι μεγάλο και το αφήνεις στα παιδιά σου, το μόνο όνειρό σου είναι να το πάρουν και να το πάνε παραπέρα. Να δημιουργήσουν κι αυτά και να προχωρήσουν τη δουλειά, γιατί δουλειά που δεν προχωρά, σβήνει. Οι εποχές αλλάζουν, δεν μας περιμένουν».
      Σώπασε για λίγο.
      «Ο Δημήτρης δεν είχε τέτοιες ανησυχίες. Δεν είχε, πώς να το πω, όραμα. Γιος μου ήταν και δεν θα έπρεπε να το λέω αυτό…».
      Η φωνή του έσβησε. Απέμειναν για λίγο με το βλέμμα να σταματά στον καθρέφτισμα του πελάγους κι έπειτα εκείνος συνέχισε.
      «Τι σε φοβίζει Ραλλού; Αφού ξέρεις πως είναι το μόνο μέλλον στη δουλειά, τι σε σταματάει;».
      «Δεν μπορώ να πάρω τόσο μεγάλες αποφάσεις. Δεν έχω το δικαίωμα. Μπορεί να πέρασαν όλα τούτα στα χέρια μου αλλά δικά μου δεν είναι. Εσείς τα χτίσατε, κι ο πατέρας σας, με τα δυο σας χέρια».
      Τα μάτια του τη χάιδεψαν με τρυφερότητα.
      «Και με τα τούτα τα χέρια θα συνυπογράψω όλες σου τις αποφάσεις. Σε περίπτωση που φοβάσαι να σηκώσεις το βάρος. Και για να σε προφυλάξω, να μην βρεθεί κανείς να πει τίποτε εις βάρος σου. Αλλά να ξέρεις κόρη μου, σε παρακολουθώ τόσον καιρό και μέσα μου το ξέρω από την αρχή σχεδόν ότι δε θα δειλιάσεις να σηκώσεις βάρη. Και περιμένω ήσυχα στη γωνία μου να δω με χαρά πότε θε να ‘ρθει αυτή η στιγμή».






      Η Αθηνά κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και βγήκε από το ξενοδοχείο. Τράβηξε τον κατηφορικό δρόμο με τα αρχοντόσπιτα στο δεξί της χέρι και τη θάλασσα να αστράφτει αριστερά της.
      Θυμόταν με βεβαιότητα πως είχε προσπεράσει μία από τις πρώτες ημέρες της στο νησί το αστυνομικό τμήμα. Δεν θυμόταν το πού, αλλά η εικόνα ενός δίπατου κτιρίου με ξύλινα σκαλιά κι ένα ίδιου χρώματος γκρίζο γαλάζιο μπαλκόνι απ’ όπου κρεμόταν η ελληνική σημαία ήταν καρφωμένη στο μυαλό της.
      Και μια πινακίδα που να γράφει «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ» τόσο παλιακή, που περίμενες τον Φοίνικα να ξεπροβάλλει από το πουθενά τριγύρω.
      Το κτίριο στεκόταν στη μέση ενός οικοπέδου με χιλιοπατημένο και ξεραμένο στα περισσότερα σημεία το χορτάρι. Δυο πεύκα δεξιά και αριστερά προς τις γωνίες του οικοπέδου, έριχναν τη σκιά τους.
      Στάθηκε μπροστά στην ανοιχτή καγκελόπορτα. Έριξε μια ματιά στο κτίριο μπροστά της. Δυο άντρες με στολή στέκονταν δίπλα στην πόρτα και κουβεντιάζανε. Πού και πού κάποιος γλιστρούσε δίπλα της και κατευθυνόταν προς το εσωτερικό.
      Έκλεισε τα μάτια και είδε τον εαυτό της να μπαίνει διστακτικά μέσα και να διασχίζει την πρώτη ανοιχτή πόρτα που βρίσκει μπροστά της. Για κάποιο λόγο βλέπει σκόνη να αιωρείται στην ατμόσφαιρα μπροστά να σκαλώνει πάνω στο φως του ήλιου.
      Παίρνει μια βαθιά ανάσα κι ετοιμάζεται να πει:
      «Αθηνά, θα ήθελες να μου κάνεις παρέα για έναν καφέ;».
      Πετάχτηκε ως επάνω κι ένιωσε τον ιδρώτα να κυλά στους κροτάφους της. Στράφηκε για να αντικρίσει το Μάνο.
      Έμεινε άφωνη να τον κοιτά κι εκείνος αγκάλιασε απαλά τους ώμους της.
      «Έλα. Υπάρχει μια πανέμορφη αυλή εδώ κοντά».
      Κρατώντας την απαλά την παρέσυρε στο δρόμο δίπλα του κι έστριψε ένα στενό μόλις πριν τη θάλασσα. Η πρώτη φορά που η Αθηνά κατάλαβε πως την έσπρωχνε σαν άβουλο πιόνι ήταν όταν διαπίστωσε πως την οδηγούσε  σε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο σπίτια, που έμοιαζε να οδηγεί στην αυλή τους.
      Κοίταξε απορημένη, μέχρι που μπήκαν πράγματι σε μια μικρή αυλίτσα. Δυο ψιλόλιγνα κυπαρίσσια όριζαν το χώρο και τρία τέσσερα τραπεζάκια, ίσα που χωρούσαν. Μπροστά τους ένας πετρόχτιστος τοίχος τους χώριζε από τη θάλασσα χαμηλά.
      Ο Μάνος της έδειξε ένα τραπεζάκι στη σκιά και τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
      «Έμοιαζες χαμένη. Τι έκανες έξω από την αστυνομία;».
      Τον κοίταξε αμίλητη κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα στο πέλαγος. Ένιωθε την καρδιά να καίει στο στήθος της, το στόμα της στεγνό. Δεν κατάλαβε πως ο Μάνος είχε παραγγείλει κάτι, μέχρι που ένας σερβιτόρος απίθωσε μπροστά της ένα ποτήρι λαχταριστή βυσσινάδα. Το ποτήρι που έκρυβε το παγωμένο ποτό ήταν ιδρωμένο.
      «Σκέφτηκα πως χρειάζεσαι κάτι να σε δροσίσει και να σε στυλώσει».
      Έπιασε με τα δυο χέρια το ποτήρι, κι άφησε τη δροσιά να διαπεράσει τις παλάμες της. Έπειτα το σήκωσε και κατέβασε δυο γουλιές με ανακούφιση.  
      Η πέτρινη τούτη γωνιά λουζόταν στη δροσιά της θαλασσινής αύρας και τα κλαριά του κυπαρισσιού θρόιζαν, αφήνοντας ένα απαλό γουργουρητό.
      Κατέβασε το δροσερό ποτό με ανακούφιση, λες και προσπαθούσε να σβήσει μία φλόγα που έκαιγε τα σωθικά της και στέγνωνε την ύπαρξή της.
      Ένιωθε τα μάτια της να φλέγονται, το δέρμα της να στεγνώνει. Συνέχισε να κατεβάζει αργά το περιεχόμενο του ποτηριού και ακούμπησε το βλέμμα κουρασμένα στα κρυστάλλινα νερά. Το φως αστραφτοκοπούσε επάνω τους και σκόρπαγε ακόμη περισσότερη δροσιά στο σκιερό καταφύγιό τους.
      Ο Μάνος έπινε αθόρυβα τον καφέ του, αφήνοντας την Αθηνά χαμένη στον κυκεώνα των σκέψεών της που έμοιαζαν να την πνίγουν, σαν ένα ατσάλινο χέρι που της έσφιγγε το λαιμό.
      Πέρασαν έτσι αρκετή ώρα, αμίλητοι.
      «Ο τόπος αυτός έχει θεραπευτική ιδιότητα. Λες και σκορπάει βάλσαμο και κλείνει πληγές».
      Η Αθηνά δεν στράφηκε κι έμοιαζε να μην έχει ακούσει.
      Συνέχισαν να κάθονται σιμά, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του για ώρα πολύ. Έπειτα εκείνη στράφηκε προς τη μεριά του.
      «Οι πληγές δεν είναι για να κλείνουν. Είναι σημάδια πάνω στο χάρτη της ζωής σου. Και θα είναι εκεί να τα κουβαλάς, ως την στερνή σου τη στιγμή».
      «Οι πληγές δεν σβήνουν Αθηνά, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά επουλώνονται. Όμως για να γίνει αυτό πρέπει να το επιτρέψουμε εμείς. Είναι απόφασή μας. Όμως ο τόπος αυτός έχει μια ενέργεια, μια ενέργεια που πλανάται τόσο έκδηλα γύρω σου που είναι σχεδόν απτή. Είναι μυστηριακός».
      Της χαμογέλασε αχνά. Έμειναν πάλι αμίλητοι.
      «Η ζωή μου ανατράπηκε με άσχημο τρόπο μία μόνη φορά σαν έχασα τον πατέρα μου. Από τότε ήταν προγραμματισμένη και ανακουφιστικά σταθερή. Ήξερα τι θα μου ξημέρωνε η επόμενη μέρα, ο επόμενος μήνας και ο επόμενος χρόνος. Πίστεψα πως εξόρκισα το κακό και είχα έλεγχο απόλυτο στη ζωή μου. Και πως δε θα ερχόταν ξανά η στιγμή να ‘ρθει κάτι και να την ανατρέψει. Αισθανόμουν ασφάλεια».
      Έστρεψε το φλεγόμενο βλέμμα της πάνω στα νερά, λες και αποζητούσε να το σβήσει στη δροσιά τους.
      «Και τώρα αισθάνομαι ξάφνου πως άφησα το ένα μου πόδι να πατάει στον παλιό μου κόσμο και το άλλο να αιωρείται πάνω απ’ έναν καινούριο. Έναν κόσμο που νιώθω να με καλεί ν’ αφήσω πίσω όλα όσα έχω καταφέρει, την ασφάλεια στη ζωή μου και να ρισκάρω κινδυνεύοντας να ανατρέψω τα πάντα».
      Τα είπε κι ένιωσε τα πνευμόνια της να καίνε από την προσπάθεια. Ο Μάνος χαμογέλασε αχνά. Έσπρωξε προς το μέρος της το ποτήρι με το νερό. Την άφησε να το κατεβάσει με την ησυχία της γιατί ένιωθε πως ήταν άθλος γι’ αυτήν να πει όσα του είπε.
      «Ίσως κάνω λάθος και διόρθωσέ με Αθηνά. Αλλά φαίνεται σαν η ασφάλεια και η σταθερότητα που έχεις κερδίσει να μην  έχει να κάνει με τη δουλειά σου, ή τον τρόπο της ζωής σου. Νομίζω πως έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν έχεις αφήσει κανέναν άνθρωπο να είναι τόσο σημαντικός για σένα, ώστε να υπάρχει κάποια πιθανότητα να σε πληγώσει. Ή να πληγωθείς αν του συμβεί κάτι, όπως συνέβη στον πατέρα σου. Η ασφάλειά σου δεν είναι η δουλειά σου, το εισόδημά σου, ο αυστηρός προγραμματισμός που αποκλείει τις εκπλήξεις. Είναι το χοντρό τοίχος μοναξιάς που έχεις χτίσει γύρω σου και σου διασφαλίζει πως δε θα νιώσεις απώλεια ξανά. Και τώρα κάτι έγινε και ο τοίχος αυτός πάει να γκρεμιστεί. Πας να δέσεις κατά κάποιο τρόπο τη ζωή σου με τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Αυτό είναι που πάει να σπάσει το μοτίβο σου, αυτό είναι που σε αφήνει χωρίς ανάσα στο στήθος».
      Η Αθηνά τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, μην τολμώντας να αρθρώσει λέξη.
      Ο Μάνος σηκώθηκε και την άφησε να παλεύει με τις σκέψεις της.
 





      Ο μικρός με το καστανόξανθο μαλλί που χαμήλωνε πίσω στο σβέρκο του σε μπούκλες στάθηκε κάτω απ’ το κούφωμα της πόρτας. Στύλωσε τα πόδια του και τέντωσε το κεφάλι.
      Η μητέρα του καθόταν πίσω από το γραφείο του πατέρα και το κεφάλι της ακουμπούσε στο χέρι της. Άφηνε η εικόνα της μια αίσθηση κούρασης και εγκατάλειψης.
      Μια βαριά ησυχία είχε απλωθεί στο σπίτι και ο πιτσιρίκος για κάποιο λόγο δεν ήξερε αν ήταν ανακουφιστική έπειτα από ένα ατελείωτο διάστημα χαμηλόφωνους, σχεδόν σιωπηλούς καυγάδες. Η ησυχία έκρυβε απειλή.
      Έκανε δυο αβέβαια βήματα μπροστά. Βήματα κλονισμένα γιατί η κυρία Ευτέρπη ήταν ο βράχος του, ο δυνατός βράχος που στήριζε το σπίτι, την ύπαρξή του και τον κόσμο του όλο.
      Αυτή η κουρασμένη γυναίκα με τους σκυφτούς ώμους, δεν θύμιζε με τίποτε τη μητέρα του με το στητό της κορμί και το ήρεμο χαμόγελο.
      Ήταν λες και ο πανικός που απειλούσε να τον πνίξει, ξεχύθηκε απ’ εντός του και τη χτύπησε, γιατί το ξανθό κεφάλι της υψώθηκε απότομα.
      «Μάνο», έκανε έκπληκτη, μα η έκπληξή της κράτησε δευτερόλεπτα. Σηκώθηκε και το γνωστό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της και αργά μα σταθερά έδιωξε κάθε έννοια και σύννεφο από τα μάτια της.
      Προχώρησε προς το μέρος του και άνοιξε τα χέρια. Τον ύψωσε ψηλά και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Τον απίθωσε στο φαρδύ περβάζι του παραθύρου που έβλεπε στην Πλάκα και την αρχαία αγορά.
      Το βλέμμα της ήρεμο πια χάιδεψε το δικό του με τη γαλήνη και την σταθερότητα που τον έκανε να αισθάνεται πως ο κόσμος του είναι ασφαλής.
      «Θέλω να σου πω Μάνο μου. Ο πατέρας σου θα μείνει αλλού. Πρέπει να είναι κοντά στη δουλειά του, δεν γίνεται να χάνει άλλο χρόνο, να τρέχει από δω στον Πειραιά και πίσω. Θα μείνουμε οι δυο μας εδώ».
      Του χαμογέλασε σκανδαλιάρικα.
      «Ευτυχώς που η δική μου δουλειά θα μπορεί πάντα να γίνεται από το σπίτι κι έτσι δε θα χρειαστεί ποτέ να αλλάξει κάτι. Εμείς είμαστε πιο τυχεροί, δε χρειάζεται να αλλάξουμε τη ζωή μας. Πρέπει να τον καταλάβεις αγάπη μου, ήταν πολύ δύσκολο και για εκείνον. Κι όταν αγαπάμε κάποιον, δεν θέλουμε να κουράζεται, θέλουμε το καλύτερο για αυτόν», του χαμογέλασε με βεβαιότητα.
      Ο Μάνος σκέφτηκε πως είναι πολύ τυχερός που η δουλειά της μητέρας του είναι στο σπίτι κι όχι το αντίθετο. Δε θα άντεχε να μείνει ο πατέρας και  να φύγει η μητέρα του. Άπλωσε το χέρι και το τρύπωσε μέσα στο δικό της.
      Άφησαν κι οι δυο το βλέμμα να πλανηθεί στα υγρά καταπράσινα εδάφη που πλαισίωναν την αρχαία αγορά. Τα ξημερώματα είχε πέσει ανοιξιάτικη βροχή και τώρα η φύση άνοιγε στον ήλιο σαν σπίτι που ανοίγει τα παραθυρόφυλλά της.
      «Νομίζω πως είναι πολύ κατάλληλη στιγμή να πάμε έναν περίπατο. Μπορείς να μαζέψεις σκουλήκια για τα χελιδόνια της αυλής», προσπάθησε να του κάνει την καρδιά υποκύπτοντας στην καινούρια αγαπημένη του συνήθεια. Σε λίγη ώρα ήταν ντυμένοι και οι δυο με γαλότσες και ελαφριά αδιάβροχα και κατηφόριζαν το δρόμο μπροστά τους για να φτάσουν στην αρχαία αγορά.
      Το χέρι του χανόταν στο δικό της όμορφο χέρι με τα μακριά λεπτά του δάχτυλα.
      Ύψωσε το πρόσωπό  στο απαλό φως του ήλιου και το άφησε να χυθεί επάνω του και μέσα στο απλοϊκό μυαλό του μικρού παιδιού αποτυπώθηκε ανεξίτηλα τούτη η εικόνα.
      Εκείνος και η μητέρα του, πιασμένοι χέρι με χέρι να βαδίζουν στο φως. Η εικόνα αυτή τον γέμισε σιγουριά κι έκλεισε με ευγνωμοσύνη τα μάτια, αφήνοντας με εμπιστοσύνη την ύπαρξή του όλη στο χέρι της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου