Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

FIN





      Την ίδια κιόλας νύχτα έφυγε η κυρά Χρυσάνθη. Ήσυχα ξεψύχησε, σα σπουργίτι που έγειρε το κεφάλι του στο βαρυχείμωνο και έσβησε.
      Το προηγούμενο βράδυ όταν την άφησαν πίσω τους, του κάκου προσπάθησε ο Θράσος να μείνει μαζί της. Ξάφνου, όλες οι ανησυχίες που τόσες μέρες πέταγαν γύρω του και τις απωθούσε σαν ενοχλητικές μύγες, βγήκαν στην επιφάνεια.
      «Να χαρείς βρε γιόκα μου, τι σε έπιασε. Αμέτε και οι δυο σας, αφήστε με να ξαποστάσω. Δεν έχω κέφι για βεγγέρες», τον πείραξε και το βλέμμα της σπινθήρισε.
      Ο Μάνος προσπαθούσε να υγράνει το στεγνό του λαιμό. Τα κατάφερε η κυρά Χρυσάνθη να τους ξεφορτωθεί και βγήκαν αμίλητοι στο δρόμο.
      Βάδισε λίγα μέτρα κι έπειτα στάθηκε. Γύρισε ξαφνιασμένος ο Θράσος και τον κοίταξε, μα το ίδιο ξαφνιασμένος στεκόταν κι ο Μάνος.
      «Ξέχασα το κινητό μου νομίζω», έκανε χτυπώντας τα χέρια στις τσέπες και το ύφος του έμοιαζε χαμένο.
      Έκαμε να στραφεί ο Θράσος.
      «Κατέβα εσύ, μη γυρνάς. Πετάγομαι και θα σε προφτάσω».
      Ο Θράσος τον κοίταξε για λίγο να απομακρύνεται. Σήκωσε τους ώμους και βαρύθυμα πήρε το δρόμο της επιστροφής.
      Ο Μάνος ανέβηκε γοργά τα σκαλιά και έσπρωξε την πόρτα.
      «Κυρά Χρυσάνθη μην τρομάξεις, εγώ είμαι».
      Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κι έσπρωξε κάτι από το στήθος της που κύλησε πλάι στα σκεπάσματα.
      «Δεν κλείδωσες την πόρτα», την ψευτομάλωσε και κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι. Άπλωσε τα χέρια και σκέπασε τα δικά της. Ήταν ακόμη πιο κρύα.
      «Δε με μέλουν οι πόρτες και οι κλειδωνιές πια. Και δεν μπορούν να με κλείσουν ούτε μέσα, ούτε απ’ έξω».
      Ο Μάνος ένιωσε ένα δυνατό σφίξιμο να τον στραγγαλίζει.
      «Γιατί δε μας αφήνεις να μείνουμε μαζί σου; Γιατί μας διώχνεις;».
      Η κυρά Χρυσάνθη του χαμογέλασε και αχνά κινήθηκαν τα παγωμένα χέρια της και σκέπασαν τα δικά του.
      «Άσε με γιόκα μου. Ήρθε η ώρα μου. Μη βάνεις θλίψη. Μη σε τρώει. Δε νιώθω να σας αποχωρίζομαι. Νομίζω πάντα τριγύρω σας θα πετάω».
      Του έσφιξε το χέρι.
      «Θα θαρρείς πως ξεμώρανα, αλλά μόνο το σώμα μου μ’ εγκαταλείπει. Έτσι αισθάνομαι. Και είναι καλό Μάνο, γιατί μου ‘γινε βάρος. Βάρος, να το σέρνω μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα. Να πονά, να με βαραίνει, να με τραβά θαρρείς στο χώμα. Από αυτό το σώμα, που κίνησε να σαπίζει θα λευτερωθώ και θα ‘μαι λεύτερη για πάντα. Γι’ αυτό σταμάτα να κάνεις σαν κοπελούδα κι όταν έρθει εκείνη η ώρα να μην κοιτάτε στο χώμα να με βρείτε. Να κοιτάτε ψηλά στα σύννεφα, στον ήλιο, ανάμεσα στα κλαδιά στα δέντρα, δίπλα στα πουλιά που θα πεταρίζουν. Γιατί εκεί θα είμαι, δε θα είμαι στο χώμα. Λεύτερη. Ελαφριά».
      Ο Μάνος έγειρε πάνω στην εύθραυστη αγκαλιά της κι άφησε τα δάκρυα που με τόσο κόπο συγκρατούσε να χυθούν. Τα άφησε να κυλούν, χωρίς να αρθρώνει κουβέντα, να κυλούν και να μουσκεύουν την ποδιά της.
      «Σς, σώπα. Σώπα τώρα. Δεν κάνει αυτό που κάμεις. Δεν κάνει. Πρέπει να μ’ αφήσεις να φύγω. Μη με κρατάς».
      Ο Μάνος κατάφερε σιγά σιγά να επιβληθεί και πάλι στον εαυτό του. Σκούπισε τα δάκρυά του, πήρε βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να ανακτήσει την αναπνοή του που δεν έβρισκε το δρόμο της.
      Έσκυψε και φίλησε το δροσερό της μάγουλο και την έσφιξε απαλά στην αγκαλιά του, μην και θρυμματιστεί.
      Βγήκε, έκλεισε την πόρτα πίσω του και κατηφόρισε προς το ξενοδοχείο.
      Την βρήκαν την άλλη μέρα, γαλήνια σαν μορφή αγίου, με μια φωτογραφία του Θράσου σφιγμένη πάνω στο στήθος της, κάτω απ’ τα σταυρωμένα χέρια.








      Η Αθηνά είχε ετοιμάσει το φάκελο να τον καταθέσει στον συνεταιρισμό, για έκδοση άδειας. Όλα ήταν έτοιμα.
      Είχε την απαραίτητη έκταση που χρειαζόταν για να χαρακτηριστεί αγρότισσα και να διατηρήσει το δικαίωμα σε αγροτικές ενισχύσεις.
      Ο βολβός  του κυκλάμινου συλλέγονταν αρχές της άνοιξης και αφού χωρίζονταν σε δύο μέρη, χωρίς να καταστραφεί το φυτό, φυτεύονταν ώστε ανανεωμένο να ξαναφυτρώσει.
      Όμως μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή η Αθηνά ήθελε να προσπαθήσει να κάνει κάτι και με τις ελιές, τις εγκαταλειμμένες τόσα χρόνια, μήπως προλάβει και γλιτώσει ένα μικρό μέρος της σοδειάς.
      Το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του και από τα λίγα πράγματα που μπορούσε πλέον να κάνει, είναι να καθαρίσει τον ελαιώνα από τα αγριόχορτα, να τον σκάψει έπειτα από τόσα χρόνια που αφέθηκε στην τύχη του και να τον λιπάνει.
      Και μιας και υπήρχε γεώτρηση, θα φρόντιζε για τη δημιουργία ενός συστήματος άρδευσης και για να ενισχύσει τη φετινή παραγωγή αλλά και να για να μείνει για τις επόμενες χρονιές.
      Εν τω μεταξύ η Κατερίνα είχε πάρει την άδεια όλων των ντόπιων παραγωγών για να μπορέσει η Αθηνά να περισυλλέξει μέσα από ελαιώνες  και αγρούς τους βολβούς. Με χαρά τους της τη δώσανε, όταν τους ζήτησε εργατικά χέρια για την περίοδο του χειμώνα που γι’ αυτούς νεκρή περίοδος ήταν και από εργασίες μα και από οικονομική σκοπιά.
      Με τη βοήθεια της Κατερίνας η Αθηνά αγόρασε σωλήνες και διακόπτες από τον γεωπόνο που τηρούσε εμπορικό μαγαζί στο νησί, και το πρώτο αμέσως Σάββατο βρέθηκαν οι δυο τους μαζί με τον Άγγελο στον ελαιώνα. Πιάσανε να τους απλώνουν και να τους συνδέουν μεταξύ τους ανάμεσα στα λιόδεντρα.
      Ο ήλιος έκαιγε λες και τα φυλλώματα ήταν μαγνήτες που τον τραβούσαν. Ιδρωμένοι και σκονισμένοι έσερναν τους σωλήνες και τους τοποθετούσαν σε σειρά. Είχαν φάει από νωρίς κάποια σάντουιτς που είχε ετοιμάσει η Αθηνά και τώρα έπιναν νερό από τα παγούρια τους.
      Μέσα στον καυτό ήλιο και το σύρσιμο των σωλήνων δεν άκουσαν το Μάνο που πλησίασε, μέχρι που στάθηκε ανάμεσά τους.
      «Ώρα για διάλειμμα. Η Θεανώ στέλνει τη σπιτική λεμονάδα της».
      Ακούμπησε το σακίδιό του στο τραπέζι που είχαν βγάλει έξω και τοποθετήσει κάτω από μία αιωνόβια ελιά.
      Τράβηξαν κοντά τις καρέκλες και ο Μάνος τους σέρβιρε στα μεταλλικά κύπελλα που έβγαλε από το σακίδιο. Καθώς κατέβαζαν με λαχτάρα το δροσερό και απολαυστικό περιεχόμενό τους ο Μάνος έβγαλε ένα ακόμη κλειστό δοχείο, το άνοιξε κι εμφανίστηκε η περίφημη ροδακινόπιτα.
      «Είπα της Θεανώς πως ένα ολόκληρο γλυκό είναι μάλλον υπερβολή, μα κόντεψε να μου τις βρέξει». Έτσι σερβιρίστηκαν από ένα γενναιόδωρο κομμάτι και απολάμβαναν τη δροσιά και τη γλύκα του μέσα στη ραστώνη του μεσημεριού.
      Ότι περίσσεψε το μετέφερε ο Μάνος στη δροσιά της αποθήκης και ακολούθησε την Κατερίνα που με περηφάνια του έδειχνε την πρόοδο τους.
      Ο Άγγελος με την Αθηνά συνέχισαν να κουβαλούν ένα μακρύ από βαρύ λάστιχο εύκαμπτο σωλήνα και ήταν αρκετά απορροφημένοι καθώς το μήκος του τον έκανε ασήκωτο.
      Με την άκρη των ματιών της είδε η Αθηνά την Κατερίνα να παίρνει ένα φτυάρι στα χέρια της και να τραβά ανάμεσα στην αποθήκη και στο στημένο τραπέζι. Το κάρφωσε κάθετα σε ένα σημείο πάνω στο στεγνό χώμα, σήκωσε το πόδι και το πάτησε με δύναμη.
      «Πατόφτυαρο», της ήρθε στο νου αμέσως η λέξη μα το μυαλό της έμεινε θολωμένο να επεξεργάζεται την άχρηστη πληροφορία.
      Χλόμιασε καθώς την παρακολουθούσε να σκάβει το χώμα. Ο σωλήνας έπεσε από τα χέρια της και κάπου πίσω της και βαθιά άκουσε μια κραυγή διαμαρτυρίας από τον Άγγελο.
      Ο Μάνος που έβγαινε εκείνη τη στιγμή από την αποθήκη αντίκρισε την εικόνα της Αθηνάς που έμοιαζε να έχει πετρώσει. Με μια ματιά είδε την Κατερίνα πιο δίπλα.
      «Τι σκάβεις εδώ πέρα;», ρώτησε αδιάφορα και στάθηκε με ανοιχτά τα πόδια στο χώμα αριστερά τους. Τα πόδια του πάτησαν με τόση δύναμη λες και δήλωναν πως σκοπεύουν να απλώσουν ρίζες εκεί.
      «Μου φάνηκε πως σε αυτό το σημείο έχει πολύ πυκνοφυτεμένους βολβούς. Σκέφτηκα να δοκιμάσω να χωρίσω μερικούς στη μέση, να τους ξαναφυτέψω και να δω αν θα πιάσουν».
      Ο Μάνος της χαμογέλασε.
      «Πολύ δημιουργική η ιδέα σου, αλλά θα σου ζητήσω να την αναβάλλεις για λίγες ημέρες. Βλέπεις, σύμφωνα με τα σχέδια, εδώ υπάρχει υδραυλική εγκατάσταση που τροφοδοτεί την αποθήκη με νερό από τη γεώτρηση. Το συνεργείο θα περάσει να την ελέγξει αύριο μεθαύριο. Καθώς φαίνεται να λειτουργεί ακόμη, καλό θα είναι να μην ρισκάρουμε να κάνουμε καμιά ζημιά».
      Η Κατερίνα ακούμπησε το φτυάρι στον τοίχο πίσω της.
      «Αλήθεια, έχει η αποθήκη νερό;».
      «Φυσικά», της απάντησε ο Μάνος και την τράβηξε απαλά μέσα.
      «Δε νομίζω να είναι πόσιμο, αλλά τη δουλειά του την κάνει», ακούστηκε η φωνή του και το νερό της βρύσης στη συνέχεια να επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του.
      Η Αθηνά πήρε δυο βαθιές ανάσες και σκούπισε τον παγωμένο ιδρώτα από το πρόσωπό της. Έσκυψε και σήκωσε τον σωλήνα ξανά.

   



       Οι δυο μέρες που ακολούθησαν κύλησαν σαν σε όνειρο για τη Ραλλού και το Νικόλα και κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να πει με σιγουριά πως συνέβησαν.
      Το ίδιο απόγευμα έκλεισε η αρχική συμφωνία με τους Ιταλούς κι ο Νικόλας που είχε προειδοποιήσει τη Ραλλού φόρτωσε τα λιγοστά τους πράγματα σε ταξί και φύγανε για ένα ξενοδοχείο στην Πλάκα.
      Πέταξαν τα πράγματά τους σε διπλανά δωμάτια και πήραν πάλι τους δρόμους που τους έλουζαν τα χρώματα του δειλινού. Στους ίδιους δρόμους που πλανήθηκε η Ραλλού νωρίτερα και τώρα είχαν γλυκάνει στα μαβιά και στα ρόδινα.
      Ο Νικόλας της πρότεινε να πάνε για φαγητό, μα η Ραλλού δεν μπορούσε, δεν την κρατούσαν τα πόδια της. Ήταν λες κι έπρεπε να καλύψουν κάθε σπιθαμή του νέου τούτου κόσμου.
     Μετά βίας στάθηκαν σε ένα καφενεδάκι στα πόδια της Ακρόπολης να πιουν μια λεμονάδα και να πάρουν ένα υποβρύχιο.
      Η Ραλλού άφησε το βλέμμα να ξεκουραστεί πάνω στα καταπράσινα εδάφη του Θησείου μπροστά τους, με τις χαμηλές ελιές και τα κυπαρίσσια σκόρπια.
     «Λες και δεν αντίκρισαν ομορφιά ξανά τα μάτια μου, τι θάμα είναι τούτο Νικόλα».
      Εκείνος τη χάιδεψε τρυφερά με το βλέμμα και χαμογέλασε με τον παιδικό ενθουσιασμό της. Σαν παιδί που πρωτοαντίκριζε τον κόσμο.
      Σκέφτηκε πως θα την πίεζε αργότερα να βάλει στο πρόγραμμά της τέτοιες μικρές αποδράσεις. Στην ανάγκη θα δημιουργούσε εκείνος τους λόγους για να την πείθει να φεύγει από το νησί πού και πού. Και τη δυνατότητα είχε, μα και το χρωστούσε στον εαυτό της. Μικρό κορίτσι ακόμη, κι οι ώμοι της κουβαλούσαν τις έννοιες και τα βάσανα μια μικρής αυτοκρατορίας. Και της οικογένειάς της.
      Απόλαυσε με λαχτάρα τη βανίλια από το υποβρύχιο κι έπειτα τύλιξε με τις παλάμες της το ποτήρι με την παγωμένη λεμονάδα και το έφερε στο στόμα. Το κατέβασε με ηδονική αργή απόλαυση, λες και ρουφούσε τη ζωή την ίδια.
      Μια σκιά στεφάνωσε τα μάτια του Νικόλα, στιγμιαία, σα μακρινή αστραπή, που αναρωτιέσαι αν πράγματι την είδες ή ήταν αποκύημα της φαντασίας σου. Όμως στο βλέμμα του Νικόλα άλλη σκιά δεν υπήρξε.
      Κι όταν η Ραλλού στράφηκε με πρόσωπο φωτεινό σαν τον Ήλιο πριν πάρει να δύει, εκείνος είχε θάψει τη λαχτάρα του, που ήταν πιο ζωτική κι από την ανάσα του στα πιο βαθιά μύχια της ύπαρξής του. Δεν υπήρχε περίπτωση να ακουμπήσει άλλο ένα βάρος,  άλλη μια έννοια στους ώμους της ψυχής του μικρού τούτου κοριτσιού που τόση ανάγκη είχε να ρουφήξει τη ζωή του παιδιού που της είχαν στερήσει.









      Όταν ο Μάνος γύρισε νωρίς το απόγευμα στο ξενοδοχείο, ο ήλιος ήταν ακόμη στο ζενίθ του.  Η κάψα άφηνε τους δρόμους άδειους, μα εκείνος ένιωθε να λούζεται από ευγνωμοσύνη για την ώρα τούτη του μεσημεριού, που τώρα, στέγνωνε τον κόσμο στο πέρασμά της μα παράλληλε ζύμωνε κι οδηγούσε την πλάση στην τελική ωρίμανσή της.
      Καθώς η κατηφόρα του δρόμου τον έφερε σιγά σιγά στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της χώρας, στάθηκε σε ένα άνοιγμα απ’ όπου αριστερά και κάτω έβλεπε να υψώνεται το λευκό αρχοντικό κτίριο του ξενοδοχείο, δεξιά και πάνω οι πιο ταπεινές γειτονιές της, με τα χαμηλά σπιτάκια πνιγμένα στις μπουκαμβίλιες και τα γιασεμιά.
      Τα πόδια του στάθηκαν ανοιχτά για μια στιγμή, και σάστισε όταν κρύο  αεράκι τον χτύπησε. Ένιωσε μια απρόσμενη δροσιά να τον τυλίγει σαν όταν μέσα στο νερό της θάλασσας πέφτεις σε παγωμένο ρεύμα.
      Έμεινε παραξενεμένος για λίγο κι έπειτα έστρεψε το κεφάλι στο βάθος και το μάτι του στάθηκε στο δρομάκι που ανέβαζε στο σπίτι της κυρά Χρυσάνθης.
      Έκλεισε τα μάτια και τον τύλιξε άρωμα βασιλικού, αυτό που πάντα έφερναν τα χέρια της. Η ανάσα του κόπηκε, τα μάτια του έγιναν θάλασσες. Στάθηκε λίγα λεπτά έτσι ακίνητος, καταμεσής του δρόμου, ρουφώντας με λαχτάρα το άρωμα τούτο που είχε πλημμυρίσει την πλάση και του έφερνε ζάλη, μα και μια αίσθηση ανακούφισης συνάμα.
      Έπειτα άνοιξε τα μάτια, με δυσκολία, σα να έπρεπε να αποχωριστεί κάτι αφόρητα αγαπημένο και ριζωμένο στην ψυχή του βαθιά.
      Αναποφάσιστος για μια στιγμή, το βλέμμα του έτρεξε ανάμεσα στην επάνω γειτονιά και στο ξενοδοχείο. Και ήταν λες κι ένα αόρατο χέρι ακούμπησε απαλά τον ώμο του και τον ώθησε προς το ξενοδοχείο.
      Βρήκε το Θράσο να μιλάει στο τηλέφωνο. Μπροστά του στοίβα τα χαρτιά. Ο υπολογιστής ανοιχτός στο σύστημα των κρατήσεων.
      Στάθηκε για λίγο έξω από το γραφείο, μα κατάλαβε πως θα αργούσε. Απομακρύνθηκε και πήγε στο δωμάτιό του να πλυθεί μιας και ήταν μέσα στη σκόνη και στον ιδρώτα.
      Για την κυρά Χρυσάνθη δεν υπήρχε πια καμιά βιάση. Ότι βιαζόταν στη ζωή της τώρα πια θα μπορούσε να περιμένει.
      Όταν γύρισε στη ρεσεψιόν ο Θράσος είχε τελειώσει. Τον είδε και στράφηκε προς το μέρος του.
      «Πώς πήγαν οι γεωργικές εργασίες; Φαινόσουν κατάκοπος».
      Ο Μάνος τον κοίταξε. Είδε έναν άνθρωπο μεσήλικα κι αναρωτήθηκε πότε πέρασαν τα χρόνια από πάνω τους. Πως δεν το είδε τόσο καιρό; Ήταν η αναχώρηση της κυρά Χρυσάνθης που τον έκανε να δει το Θράσο όπως ήταν; Έναν άντρα που η νιότη του τον είχε αφήσει προ καιρού;
      Μα αυτό θα πει μεγαλώνω, σκέφτηκε. Να μην υπάρχει πια γονιός να έχει την έννοια σου. Όσο έχεις μια κυρά Χρυσάνθη, να σκέφτεται να σου φτιάξει το αγαπημένο σου φαγητό, είσαι πάντα παιδί. Το παιδί κάποιου, μα και στη συνείδησή σου παιδί.
      Και τώρα εγώ είμαι η οικογένειά του και αυτός η δική μου. Μείναμε οι δυο μας.








      Το σούρουπο είχε αρχίσει να πέφτει και τα μαβιά και πορτοκαλιά χρώματα παντρεύονταν με το λευκό του γιασεμιού και το φούξια της μπουκαμβίλιας.
      Η Αθηνά αναστατωμένη μπαινόβγαινε ανάμεσα στο σπίτι και στον κήπο και παρά την πρόοδο που σημείωναν όλες οι εργασίες τόσο στο κτήμα όσο και στις γραφειοκρατικές διαδικασίες, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
      Εκνευρισμένη πήρε ένα παγωμένο νερό από το ψυγείο, το σήκωσε και άρχισε να το κατεβάζει.
     Ήταν θυμωμένη με τον εαυτό της που άφηνε να την στοιχειώνουν μυστικά άλλων. Στριφογύρισε λίγο ακόμη σα λιοντάρι στο κλουβί  κι αποφάσισε ότι δε θα αφήσει άλλο σκελετούς κρυμμένους στη ντουλάπα. Θα έβαζε ένα τέλος.
      Φόρεσε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και τράβηξε αποφασιστικά προς την έξοδο.
      Όσο ήρεμη ήταν η φύση την ώρα του δειλινού, τόσο αναστατωμένο ήταν όλο το είναι της. Σαν τσαγερό που αν δεν το κατεβάσουν  στη στιγμή από τη φωτιά θα αρχίσει να φτύνει αφηνιασμένα ατμούς και καυτό νερό.
      Η φόρα της κόπηκε απότομα όταν αντίκρισε πίσω από την πόρτα που άνοιξε την κυρία Ραλλού. Στην άκρη του κήπου στεκόταν ο Μάνος με τον κύριο Νικόλα.
      «Ετοιμαζόσουν να βγεις παιδί μου;», ακούστηκε η φωνή της Ραλλούς.
      Έγνεψε καταφατικά.
      «Ναι, σκόπευα να πεταχτώ ως το κτήμα».
      «Θα μου άρεσε πολύ να περπατήσω ως εκεί μαζί σου. Κάποτε το κτήμα του παππού σου ήταν το δεύτερο σπίτι μου. Ή μάλλον το μοναδικό μου σπίτι».
      Η Αθηνά στάθηκε στη δήλωση της κυρίας Ραλλούς και ήρθαν στο μυαλό τα γράμματα με το μυστηριώδες Ρ. για υπογραφή.
      Η Ραλλού δεν περίμενε απάντηση. Έκανε ένα βήμα προς τον κήπο και στάθηκε στο πλάγι περιμένοντας την Αθηνά να την ακολουθήσει.
      Εκείνη κοντοστάθηκε για λίγο παραζαλισμένη, κι έπειτα έκλεισε πίσω της την πόρτα και προχώρησε προς την έξοδο.
      Ο Μάνος κι ο  Νικόλας την χαιρέτησαν με ένα νεύμα του κεφαλιού και τις άφησαν να προπορευτούν.
      Κατηφορίζοντας το δρόμο τον λουσμένο στις ευωδιές που την ώρα τούτη απόσταζε ο τόπος χύνοντας τες σαν βάλσαμο επάνω του η Αθηνά δεν διαμαρτυρήθηκε καν για την αργή πορεία τους. Ήταν τόσο αποπροσανατολισμένη από την ξαφνική και παράδοξη τούτη εισβολή που δεν μπορούσε να αντιδράσει.
      Και μαθημένη όπως ήταν να περπατά πάντα με ρυθμό τάχιστο θα έπρεπε να την ξενίσει φυσιολογικά ο περίπατος τούτος. Με το ρυθμό που πηγαίνανε και στο χρόνο που θα τους έπαιρνε να φτάσουν στο κτήμα η ίδια θα μπορούσε να πάει και να γυρίσει δύο φορές τουλάχιστον.
      «Τον παππού σου τον γνώρισα παιδί. Είχα ορφανέψει από πατέρα και το σπίτι μου είχε γίνει το πιο ξένο μέρος για μένα. Με μάζεψε ένα μεσημέρι που είχα κουτρουβαλιαστεί με το ποδήλατο στα βράχια, κι από τότε εκείνος έγινε ο άνθρωπός μου και η αποθήκη στο κτήμα σπίτι μου.
      Μαζί μεγαλώσαμε, μαζί γνωρίσαμε τον τόπο, μαζί ονειρευτήκαμε. Και κάναμε όνειρα πολλά. Θέλαμε να σπουδάσουμε μαζί, να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας, και το κτήμα με τις ελιές θα γινόταν το σπίτι μας».
      Είχαν αρχίσει να βγαίνουν από το δρόμο και να κατηφορίζουν το φιδίσιο μονοπάτι όταν  η Αθηνά πρόσεξε πως ο βηματισμός της κυρίας Ραλλούς είχε γίνει ελαφρύς, το πρόσωπό της λαμπερό σα να το είχε στεφανώσει φωτοστέφανο κι έμοιαζε να ίπταται πάνω από το έδαφος.
      «Τελείωνα το σχολείο και η μητέρα μου συνεννοήθηκε με την οικογένεια του άντρα μου. Ο γάμος έγινε πριν το καταλάβω. Δεν ωφελούσε τίποτε και τίποτε δεν μπόρεσα να κάνω για να το σταματήσω.
      Νόμισα πως ήταν το τέλος της ζωής μου, πιο απάνθρωπο θηρίο δεν συνάντησα στον κόσμο τούτο. Κάθε κακό υπήρχε μέσα του και σκόρπαγε μόνο πόνο και δυστυχία.
      Το μόνο που με κράτησε στη ζωή ήταν πως βρήκα το θάρρος και έφερα στον κόσμο την Αναστασία μου, παιδί του παππού σου. Κι άρχισε και πάλι ένα φως να λάμπει».
      Φτάσανε στο κτήμα και είχε πάρει να νυχτώνει.
      Η Αθηνά ξεκλείδωσε και έβγαλε μερικές καρέκλες. Ο Μάνος κι ο Νικόλας δεν φαινόντουσαν πουθενά, ενώ η κυρία Ραλλού στεκόταν καταμεσής στο ξέφωτο μπροστά απ’ το πέτρινο κτίριο, με το κεφάλι υψωμένο να την λούζει το φως του φεγγαριού. Κι έμοιαζε σα να συνομιλούσε με τ’ άστρα.
      Πέρασε λίγη ώρα και η Αθηνά ανήσυχη και τρομαγμένη στάθηκε δίπλα της.
      «Ένα βράδυ ακολούθησα τον άντρα μου αργά τη νύχτα στο εργοστάσιο. Είχα αρχίσει να ακούω διάφορα, και ήθελα να διαπιστώσω μόνη μου την αλήθεια. Εκεί τον είδα να βιάζει ένα αγόρι δεκατεσσάρω, δεκαπέντε χρονώ. Ήταν γιος εργάτη και το απειλούσε πως θα πετάξει τον πατέρα του στο δρόμο».
      Στράφηκε προς το μέρος που περίμενε να εμφανιστεί ο Μάνος και ο Νικόλας.
      «Δεν ξέρω που βρήκε το κουράγιο το παιδί, αλλά κάποια στιγμή είδα τον άντρα μου να σωριάζεται. Του είχε πετύχει αρκετά χτυπήματα με ένα μαχαίρι που κουβάλαγε μαζί του. Βγήκα μπροστά και τον βοήθησα να φορτώσει το κουφάρι σε μια βάρκα. Τον έστειλα εδώ να βρει τον παππού σου».
      «Νομίζω πως μετά από κοντά εξήντα χρόνια θα ξανασυναντήσω τον άντρα μου. Ή ότι απέμεινε από αυτόν», συμπλήρωσε περιφρονητικά.
      Η Αθηνά ταλαντεύτηκε.
      «Στο χέρι σου είναι να αποφασίσεις τι θα κάνεις με όσα γνωρίζεις. Ούτε χρειάζεται να ανησυχήσεις. Κι εγώ κι ο Νικόλας έχουμε φτάσει σε τέτοια ηλικία που δε θα μας πειράξουν. Αποδείξεις δεν υπάρχουν. Το έγκλημα θα έχει παραγραφεί», συμπλήρωσε με απόλυτη αδιαφορία λες και μιλούσαν για τον καιρό.
     «Αν όμως αποφασίσεις να μη μιλήσεις», συνέχισε, «θέλω να σου ζητήσω μία χάρη ακόμη. Άσε το Μάνο και το Νικόλα να πάρουν…», έδειξε με μία κίνηση του κεφαλιού τη γη.
      «Θέλω να μείνω μόνη μου εδώ πέρα. Αισθάνομαι πως είναι εδώ σήμερα, μαζί μου», σήκωσε ξανά το κεφάλι προς τον ουρανό και την έλουσαν τα άστρα.
      Η Αθηνά μετά βίας κατάφερε να σηκώσει τα πόδια της και να πορευτεί προς το μέρος του Μάνου. Ο Νικόλας έκανε να τραβήξει προς το μέρος της Ραλλούς μα κάτι τον συγκράτησε.
      Η εικόνα της ίσως, φωτεινή σα να ήταν άστρο κι αυτή, τα μαλλιά της πάλλευκα μέσα στη νύχτα, να κατηφορίζει σα να μην πατάει στη γη προς τη θάλασσα.
      «Λοιπόν Αθηνά», την άγγιξε απαλά ο Μάνος στο μπράτσο.
      Εκείνη αναθάρρεψε λίγο, σαστισμένη, κι έπειτα του ένευσε καταφατικά.










      Λίγο πιο πάνω τους καρτερούσε ο Θράσος με ένα αγροτικό αυτοκίνητο που είχε δανειστεί από τον κυρ Μιχάλη. Δεν επέμενε στην ερώτηση του προς το Μάνο, όταν του είπε πως θα χρειαστούν τη βοήθειά του.
      Τους είδε να πλησιάζουν το αυτοκίνητο και να αφήνουν κάτι που έμοιαζε με χαρτόκουτο στην καρότσα. Στη συνέχεια άνοιξαν την πόρτα του συνοδηγού και στριμώχτηκαν και οι τρεις μέσα.
      «Πέρνα από τα νεκροταφεία», του ψιθύρισε ο Μάνος.
      Ο Θράσος ήταν πολύ κουρασμένος από την κηδεία της μητέρας του για να ανοίξει συζήτηση. Τον κοίταξε μόνο για μια στιγμή ξαφνιασμένα κι έπειτα ξεκίνησε.
      Στάθηκε ακριβώς στην είσοδο των νεκροταφείων, έξω από τη Χώρα. Ο Μάνος κατέβηκε κάτω και ο Νικόλας τον συνόδεψε. Η Αθηνά έκανε να τους ακολουθήσει μα την σταμάτησαν.
      Μπήκανε σε ένα μικρό κτίριο, πίσω από το εκκλησάκι που δέσποζε δεξιά της εισόδου.
      «Το φακό κυρ Νικόλα».
      Ο Νικόλας φώτισε πάνω στην πόρτα που ήταν ακλείδωτη και υποχώρησε στο πρώτο άγγιγμα.
      Το λιγοστό φως του φακού φώτισε το στενό και αραχνιασμένο χώρο. Στους τοίχους τριγύρω ράφια γεμάτα μπλε κουτιά, και κάποια ανοιχτά και πεσμένα κατάχαμα. Κάνα δυο οστά και μία νεκροκεφαλή ανάμεσά τους.
      Ο Μάνος εντόπισε ένα κενό σε ένα άνοιγμα και έσπρωξε το παράταιρο κουτί του αρκετά πίσω όμως, ώστε να μην φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Έπειτα κοίταξε ικανοποιημένος το χώρο και έγνεψε του Νικόλα βγαίνοντας.
      Ο Νικόλας έμεινε λίγα δευτερόλεπτα ακόμη, να κοιτά το σημείο όπου είχε αποθέσει το κουτί. Έπειτα έσβησε το φως και βγήκε τραβώντας την πόρτα πίσω του.
      Σα γύρισαν στο ξενοδοχείο ο Νικόλας δεν τους ακολούθησε μέσα. Κάθισε σε μία λευκή φερ φορζέ πολυθρόνα, την οποία τράβηξε σε μία σκοτεινή ανατολική άκρη της βεράντας, με το βλέμμα του καρφωμένο στη θάλασσα, προς τη μεριά του κτήματος.
      Πέρασαν έτσι λίγες ώρες κι ένα πεφταστέρι έσκισε τον ουρανό.  Όταν πήρε να ανατέλλει σηκώθηκε αργά και κουρασμένα. Βγήκε στο δρόμο και πήρε να ανηφορίζει.
      Όταν έφτασε στο κτήμα την είδε αμέσως. Ήταν καθισμένη στα ριζά μας ελιάς, ακουμπισμένη στη ράχη του δέντρου, με το κεφάλι γερμένο ελαφρά στο πλάι.       Τα λευκά της μαλλιά στεφάνωναν το πρόσωπό της που ήταν γαλήνιο, χαμογελαστό θαρρείς.
      Ο Νικόλας άκουσε ένα θρόισμα μέσα από τις φυλλωσιές της ελιάς και είδε δυο αηδόνια να πετούν συντροφεμένα. Χαμογέλασε αχνά και κάθισε κάτω, δίπλα στη Ραλλού. Ακούμπησε την πλάτη του στον κορμό του αιωνόβιου δέντρου.
      Άπλωσε το χέρι και πήρε το δικό της, παγωμένο μέσα στο δικό του. Έγειρε το κεφάλι πίσω και τα βλέφαρά του γείρανε.
      Μέσα στο δροσερό πρωινό ένιωσε μια γλυκιά θέρμη να τον τυλίγει.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου