Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ



      Το επόμενο πρωινό η  Ραλλού κατέβηκε αργά τα σκαλιά της βεράντας και κάθισε κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων στην μικρή μπροστινή αυλή του ξενοδοχείου. Την βεράντα αυτήν την ώρα την έλουζε ανελέητα ο ήλιος, κι αυτή τον ήλιο τον είχε βγάλει εδώ και χρόνια από τη ζωή της. Έστεκε πάντα σαν εξωτερικός παρατηρητής, καλά προφυλαγμένη από το φως του και παρατηρούσε τους άλλους να ζουν τις ζωές τους.
      Ήξερε πως λίγες ήταν οι ζωές που πραγματικά ζούσαν στον ήλιο. Οι περισσότεροι ζούσαν την αυταπάτη του. Λιγοστοί οι άνθρωποι που γνώριζαν το  μερτικό που είχαν στο φως. Κι αυτοί αποδέχονταν καλύτερα την πραγματικότητά τους και πορεύονταν σ’ αυτήν με αξιοπρέπεια.
      Αξιοπρέπεια. Ήταν μια λέξη που ταλάνισε αρκετά τη ζωή της. Όταν έχασε τον πατέρα της, η μητέρα της κρέμασε πάνω τους τη λέξη σαν παντιέρα κι έπρεπε με δαύτη πια να συνεχίσουν.
      Δε μπορούσε να κλάψει το γονιό της, γιατί η θέση τους κι η αξιοπρέπεια που αυτή όριζε, δεν το επέτρεπε.
      «Μοιρολογούν οι γυναίκες του λαού», είπε η Εριφύλη που σφράγισε τα χείλη της σε μια στεγνή γραμμή και δεν τα άφησε ποτέ πια να χαλαρώσουν σ’ ένα γλυκό λόγο, σ’ ένα χαμόγελο.
      Ούτε να παίξει δεν την άφηνε, γιατί στο δρόμο γυρνούνε μόνο τα χαμίνια. Μια μοναδική φορά η Ραλλού τόλμησε να πει πως ο πατέρας της όχι μόνο της επέτρεπε, αλλά και ενθάρρυνε τα παιχνίδια της.
      «Πατέρα πια δεν έχεις», ήρθε η απάντηση της Εριφύλης κοφτερή σαν  τροχισμένη λεπίδα. Κι έκρυβε θαρρείς μίσος τούτη  η δήλωση, που η Ραλλού αισθάνθηκε κατηγορούμενη για τον πρόωρο χαμό του γονιού της. Έσκυψε το κεφάλι  να σκεφτεί, αν θα μπορούσε να ευθύνεται σε κάτι.
      Και  σιγά σιγά σώπαινε, να μην ακούγεται στο σιωπηλό σπίτι που οι τοίχοι του αντανακλούσαν κάθε ήχο. Το πάτημά της ελαφρύ, τα ρούχα της άτονα.
      Να μην ακούγεται και να μην φαίνεται, αυτή ήταν η μόνη της έννοια. Όσο λιγότερο την πρόσεχε η Εριφύλη, τόσο το καλύτερο.
      Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν το χαμό του πατέρα της, η ανάγκη μάλλον την έκανε να βρει καταφύγια. Το ένα ήταν η σκοτεινή θεόκλειστη πια βιβλιοθήκη του καπετάν Γιάννη. Θησαυρός ολάκερος!
      Χωνόταν στη δερμάτινη πολυθρόνα του κι όταν ένιωθε και ιδιαίτερα θαρραλέα ή σίγουρη πως η μητέρα της δεν θα την ανακάλυπτε, άνοιγε και τα σκίαστρα των παραθύρων για να διαβάσει σε φυσικό φως. Τι δε διάβασε μέσα στους τέσσερις εκείνους τοίχους!
       Ροΐδη και Παπαδιαμάντη. Σαίξπηρ. Καβάφη αλλά και Καββαδία, Βενέζη.
      Ο καπετάν Γιάννης άλλα βιβλία έφερνε κι άλλα έπαιρνε μαζί του στο επόμενο ταξίδι. Αυτή ήταν η μοναδική του συντροφιά μέχρι να γυρίσει στη γυναίκα  και το παιδί του.
      Και μέσα στους τέσσερις αυτούς τοίχους, ταξίδευε και η Ραλλού σε κόσμους μακρινούς. Γκρεμίζονταν τα σύνορα του δικού της περιορισμένου κόσμου, και ταξίδευε, ταξίδευε! Και  θέριευε η λαχτάρα της για πραγματικά ταξίδια.
      Το άλλο της καταφύγιο ήταν η θάλασσα. Ούτε μέρα δεν περνούσε, να μην ανέβει στο ποδήλατό της και να χαθεί στον όρμο που την πήγαινε ο πατέρας της για κολύμπι.
      Ήταν αθέατος από στεριά κι από θάλασσα. Λίγοι μόνο γνώριζαν την ύπαρξή του κι ακόμη λιγότεροι έτρεφαν την παραμικρή διάθεση να τον επισκεφτούν.
      Τα καλοκαίρια πετούσε το ποδήλατό στους θάμνους πιο πάνω και κατέβαινε σαν κατσίκι τα απότομα βράχια με τη βοήθεια κλαδιών και  ριζών που προεξείχαν από το πετρώδες έδαφος. Έφτανε κάτω, πετούσε με μια κίνηση το φόρεμα πάνω απ’ το κεφάλι  και σκαρφαλώνοντας σε βράχια που προχωρούσαν μέσα στη θάλασσα έφτανε στην άκρη τους απ’ όπου έδινε μια και βουτούσε στα κρυστάλλινα νερά.
      Έπειτα βουτούσε κι έπιανε αχινούς. Τους έπαιρνε στα χέρια της, τους σήκωνε ψηλά. Έβλεπε το φως του ήλιου να στραφτοκοπά στις σταγόνες που σκάλωναν στ’ αγκάθια τους. Καμιά φορά άνοιγε κάποιον κι αφού έπλενε το εσωτερικό του καλά σουρώνοντάς το στο ίδιο το καύκαλό τους, ρουφούσε την πολύτιμη ουσία κι ήταν λες και ρουφούσε την αλμύρα της θάλασσας. Κουβαλούσε τη γεύση αυτή  ώρα μετά κι ένιωθε λες και κουβαλούσε τη θάλασσα μέσα της.
      Έπαιζε ώρα μες το αλμυρό νερό, κοκκίνιζαν τα μάτια της μα ένιωθε λες και την ξέπλενε από τα πάντα. Τον πόνο που είχε φωλιάσει στην ψυχή της. Τις ενοχές που αισθανόταν και την μοναξιά που την τύλιγε σαν σκοτεινό πέπλο.
     
      Η Ραλλού σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε στα κάγκελα που ήταν σκεπασμένα από  γιασεμί. Έσκυψε απαλά και ανάσανε το μεθυστικό άρωμα.








       Ο Θράσος άκουσε τα ανυπόμονα βήματα που σκαρφάλωναν τα σκαλοπάτια της εισόδου. Το πρώτο ζευγάρι πόδια άφηνε πίσω του ήχο δυνατό, όχι από το βάρος που κουβαλούσε, αλλά από τη νευρικότητα που όριζε τον κοφτό χτύπο των ποδιών στο πάτωμα. Ανυπόμονα και βιαστικά, λες κι ο χρόνος τους ήταν λιγοστός και πολύτιμος και έπρεπε όλοι να το νιώσουν και να μην τα καθυστερούν για ανούσιους λόγους.
      Το δεύτερο ζευγάρι πόδια είχε σίγουρα βάρος, αλλά κινούνταν αργά, χωρίς νεύρο. Σχεδόν παρατημένα.
      Ο Θράσος δεν σήκωσε το κεφάλι, καθώς περίμενε το νεαρό ζευγάρι. Ήταν η κυρία Πολίτη κι είχε απαντήσει τουλάχιστον σε εφτά e-mail της πέρα από το αρχικό για την κράτηση του δωματίου.
      Είχε στείλει e-mail  για να απαιτήσει στην ήδη κλεισμένη τιμή ημιδιατροφή αντί για πρωινό. Είχε στείλει mail  για να ζητήσει, κύριος οίδε γιατί, προνομιακές τιμές σε άλλες επιχειρήσεις του νησιού, όπως club και εστιατόρια.
      Και όταν ο Θράσος της απαντούσε πως δυστυχώς αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν στην τιμή και στις υπηρεσίες του ξενοδοχείου, δεν παρέλειπε ποτέ να του απαντήσει και να του υποδείξει πως θα έπρεπε να βελτιώσουν την επιχείρησή τους. Κατάφερε μάλιστα από τις λιγοστές εικόνες που είχε το παρωχημένο site του ξενοδοχείου, που ούτε δυνατότητα για online κρατήσεις δεν προσέφερε, να του υποδείξει το χώρο όπου θα έπρεπε να φτιάξουν το spa τους.
      Ο Θράσος δεν είχε καμία περιέργεια για τους ανθρώπους που θαρρούσαν ότι όριζαν τη μοίρα τους και τη ζωή τους, γιατί όχι και των άλλων. Μια φουσκοθαλασσιά αρκούσε για να τους κάνει συνήθως να χάσουν τη γη κάτω απ’ τα πόδια.
      Ο Μιχάλης του έφερε την ταυτότητα και την πιστωτική κάρτα της κυρίας Πολίτη κι έπειτα συνόδευσε το ζευγάρι στο δωμάτιό τους. Τους καλωσόρισε μ’ ένα νεύμα και άφησε τα στοιχεία δίπλα του για να τα καταχωρήσει.
      Με την γωνία του ματιού  είδε να περνά από μπροστά του μία μικροκαμωμένη, πολύ αδύνατη γυναίκα. Τα μαλλιά της ήταν ανοιχτά ξανθά, πιασμένα σε χαμηλή κοτσίδα. Φορούσε στενό υφασμάτινο παντελόνι, πόλο μπλουζάκι κάποιας ακριβής μάρκας που ο Θράσος αναγνώρισε από το σήμα. Ακριβή τσάντα και μοκασίνια. Ήταν η αποθέωση του μπεζ. Τα ρουθούνια της τρεμόπαιζαν νευρικά σαν του αλόγου.
      «Πρέπει να είστε ο κύριος Ουσταμπασίδης» του έτεινε το χέρι. «Αισθάνομαι σα να σας γνωρίζω πια».
      «Καλώς ήρθατε. Πηγαίνετε να τακτοποιηθείτε και να ξεκουραστείτε κυρία Πολίτη. Σας ευχόμαστε καλή διαμονή».
      Γύρισε στην οθόνη του υπολογιστή του για να ολοκληρώσει την καταχώρηση μίας παραγγελίας στο πρόγραμμα που δούλευε. Έπειτα θα την έστελνε ηλεκτρονικά στο μπακάλικο στην πλατεία. Τους έκανε καλές τιμές, μα  θα μπορούσαν να πετύχουν και  καλύτερες αν έκαναν τις προμήθειές τους από μεγάλες αλυσίδες στην απέναντι στεριά. Αλλά ο Θράσος εκτός από τα απορρυπαντικά και τα χαρτικά προμηθευόταν όλα τα φρέσκα προϊόντα από το μπακάλικο του κυρ Σταύρου. Ο γιος του ο Θωμάς χειριζόταν πια την επιχείρηση και σε μισή ώρα από τη στιγμή που του έστελνε την παραγγελία, τα τρόφιμα βρισκόταν στους πάγκους της κουζίνας τους.
      Ολοκλήρωσε και συνέχισε με τις λεπτομέρειες της κράτησης μίας σχολικής εκδρομής. Τριάντα τρεις μαθητές λυκείου. Δεκαεφτά δίκλινα κι ένα τρίκλινο. Κατέβασε την τιμή όσο μπορούσε, και έκλεισε ήδη  τα εξωτερικά δωμάτια του ξενοδοχείου, κάνοντας το σταυρό του. Δεν περίμενε ιδιαίτερο κόσμο εκείνο το διάστημα αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Θα έπαιρνε το ρίσκο να χρειαστεί να βάλει κόσμο πίσω, αν έρθει κανείς τελευταία στιγμή, στα δωμάτια που χωρίς μπαλκόνι έβλεπαν στον κήπο. Και χρειαζόταν και μία καλή ανακαίνιση.
      Όμως σκέφτηκε πότε ήταν για πρώτη φορά σε θέση να πληρώσει ένα όχι ακριβό, αλλά αξιοπρεπές δωμάτιο.
      Βέβαια τα παιδιά σήμερα δεν είναι έτσι. Πολλά από αυτά θα είχαν ήδη κάνει διακοπές σε πανάκριβα ξενοδοχεία ή resorts. Σε κοσμοπολίτικους προορισμούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Σίγουρα όμως όχι όλα.
      Ένας αδιόρατος θόρυβος έφτανε στ’ αυτιά του. Αδιάκοπα και μονότονα και δε θα του έδινε σημασία αν ξαφνικά δεν ερχόταν ο Μιχάλης κρατώντας το τηλέφωνο και ανοίγοντας τα χέρια του σε μία έκφραση απελπισίας και παράδοσης.
      Πάτησε ένα πλήκτρο και του είπε:
      «Η κυρία Πολίτη. Έχει πάθει κρίση γιατί δεν έχει μπανιέρα το δωμάτιό της».
      Ο Θράσος πήρε το ακουστικό νεύοντας του Μιχάλη να φύγει.
      «Κυρία Πολίτη, τι ακριβώς σας έκανε να υποθέσετε πως υπάρχει μπανιέρα στα δωμάτιά μας;».






       Η Αθηνά τράβηξε τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που είχε πάρει το προηγούμενο βράδυ. Κατευθύνθηκε στη Χώρα έχοντας πάρει από το ξενοδοχείο έναν καφέ που τον άδειασε στο μεταλλικό παγούρι που πάντα κουβαλούσε.
      Κατηφόρισε προς το κέντρο, παράλληλα με τη θάλασσα. Ήταν ένα ζεστό πρωινό και η πόλη έσφυζε από ζωή. Όμορφη ώρα και γλυκιά. Η Αθηνά θυμόταν παιδί, τα καλοκαίρια να πηγαίνει στο φούρνο για ψωμί. Κι όπως το έπαιρνε ζεστό στα χέρια της, έτρωγε το μισό ώσπου να γυρίσει στο σπίτι. Γιατί άραγε δεν υπήρχε πια ζεστό ψωμί στους φούρνους;
      Κόσμος βιαστικός έτρεχε μέσα σε σαγιονάρες και σανδάλια. Και ποδήλατα.       Σταμάτησε στην κυκλική πλατεία γύρω από το μεγάλο ρολόι και πήρε από ένα ψιλικατζίδικο ένα χάρτη του νησιού. Τον έβαλε κάτω από τη μασχάλη και χώθηκε στον κεντρικό δρόμο, προχωρώντας αργά ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος.
      Της άρεσε να παρατηρεί τον κόσμο καθώς έκανε τις δουλειές του. Της άρεσε  να βλέπει τους πάγκους στα μανάβικα, να βλέπει τα φρέσκα λαχταριστά φρούτα. Κοντοστάθηκε μπροστά σ’ ένα οπωροπωλείο και θαύμασε τον τρόπο που ο μερακλής έμπορος τα είχε παρατεταγμένα στα πανέρια. Λες και στήθηκαν για την άρση της σημαίας.
      Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στο επόμενο τετράγωνο ήταν ο κήπος μιας εκκλησίας. Χτισμένη τον προηγούμενο αιώνα, αρχές σίγουρα, ο ρυθμός της θύμιζε κτίσμα καθολικής εκκλησίας.  Στον κήπο υπήρχαν πανύψηλα πεύκα, ροδόδεντρα και ορτανσίες.
      Κάθισε στο πέτρινο πεζούλι της αυλής και ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ της. Βίδωσε το καπάκι, ακούμπησε στο πεζούλι δίπλα της το σακίδιο, το άνοιξε κι αφού έριξε μια ματιά έβγαλε από μέσα έναν φάκελο. Τον πήρε και τον κράτησε στα χέρια της.
      Ο φάκελος απ’ έξω ήταν δακτυλογραφημένος και πάνω είχε την ένδειξη «ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ». Με έντονη γραφή πιο κάτω το όνομα και η διεύθυνσή της.  Ο φάκελος είχε φτάσει στα χέρια της μέσω ενός δικηγορικού γραφείου.
      Όταν βρήκε στο γραμματοκιβώτιό της μία επιστολή που της ζητούσε να επικοινωνήσει με το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, στην αρχή αναρωτήθηκε. Έπειτα τον άφησε στην άκρη και με τον καιρό σκεπάστηκε από λογαριασμούς, διαφημιστικά, φυλλάδια για delivery, και την ξαναείδε μπροστά της όταν ξεψάχνιζε το σωρό για να πετάξει το περιεχόμενό του στα σκουπίδια.
      Παρακαλούμε να επικοινωνήσετε με το δικηγορικό γραφείο μας, «ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΚΑΙ ΥΙΟΣ», και παρακάτω η διεύθυνση στην Ομήρου και το τηλέφωνό τους.
      Ήταν έξι το απόγευμα και αντί να τους καλέσει στο τηλέφωνο, ξαναφόρεσε τα παπούτσια της και κατέβηκε κάτω. Το διαμέρισμα που νοίκιαζε ήταν στο κέντρο και σε δέκα λεπτά θα βρισκόταν στο γραφείο.
      Ανέβηκε με τα πόδια δύο ορόφους και χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε με ένα κουμπί από μέσα και προχώρησε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο. Στη μία άκρη, μπροστά από μία μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη φακέλους, ήταν ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο, μία οθόνη επάνω του κι ένα τηλέφωνο.
      Πίσω του καθόταν μία νεαρή γυναίκα. Τα μαλλιά της  πιασμένα σε ένα απόλυτα τιθασευμένο σινιόν και  φορούσε ένα εκρού αμάνικο στενό φόρεμα. Ήταν άβαφα βαμμένη. Η Αθηνά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάνανε τόσο κόπο να βάψουνε ένα πρόσωπο, όλο σε μπεζ αποχρώσεις στο φυσικό του χρώμα δηλαδή.
      Όπως και να είχε η νεαρή γυναίκα φαινόταν να παίρνει πολύ σοβαρά το ρόλο της, αυτόν της ρεσεψιονίστ δηλαδή κι η Αθηνά ήταν σίγουρη ότι δεν σκόπευε να μείνει μόνο σ’ αυτό. Δεν επένδυε τόσο κόπο στην εικόνα της χωρίς λόγο.
      «Καλησπέρα. Λέγομαι Αθηνά Τερζή και πριν λίγο καιρό έλαβα αυτόν το φάκελο που μου ζητούσε να επικοινωνήσω με το γραφείο σας».
      Η άλλη την κοίταξε με τα μάτια στενεμένα σα να την μέμφονταν που την διέκοπτε από κάτι σίγουρα πολύ σοβαρό.
      «Μπορώ να τον δω;», την ρώτησε με απρόθυμη ευγένεια.
      Τον επεξεργάστηκε και σηκώθηκε.
      «Καθίστε παρακαλώ. Θα επιστρέψω αμέσως».
      Κατευθύνθηκε αγέρωχα προς τα μέσα κι αφού χτύπησε μία πόρτα στο βάθος, άνοιξε και πέρασε  χωρίς να περιμένει απάντηση.
      Η Αθηνά άδραξε την ευκαιρία που είχε να περιεργαστεί το χώρο.
      Σκούρο ξύλο, δερμάτινοι  καναπέδες, φθαρμένοι   σαν πρόσωπα αυλακωμένα από το χρόνο. Ανάμεσα στις ξύλινες βιβλιοθήκες πίνακες. Σκοτεινές θαλασσογραφίες.
      Η Αθηνά χαμογέλασε καθώς αναρωτιόταν αν ήταν η σοβαρότητα της δικηγορίας που επέβαλε την αυστηρή και συντηρητική θεματολογία.
      Από  την πόρτα πρόβαλλε  η νεαρή γυναίκα και της ένευσε να περάσει.            
      Μόλις πέρασε στο γραφείο, ένας νέος σχετικά άνδρας σηκώθηκε να τη χαιρετήσει. Τα μαλλιά του ήταν σγουρά και ανακατεμένα, το πρόσωπό του λίγο αναψοκοκκινισμένο. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά, μεταλλικό το κάτω μισό και κοκάλινο το πάνω.
      Η Αθηνά δεν περίμενε πως αυτά τα γυαλιά συνέχιζαν να υπάρχουν.
      «Κυρία Τερζή. Τι απρόσμενη έκπληξη! Ειλικρινά είχα αρχίσει να πιστεύω πως δε θα  σας γνωρίσω ποτέ!».
      Η Αθηνά έμεινε με το χέρι απλωμένο. Έπειτα από την ψυχρή υποδοχή στην είσοδο, η αλλοπρόσαλλη τούτη δήλωση την άφησε άφωνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου