Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

4ο κεφάλαιο



      Θα ήταν δεκατριών χρονών εκείνο το καλοκαίρι. Είχε φάει αθόρυβα με τη μητέρα της. Η Εριφύλη δεν της επέτρεπε να βοηθάει το Λενιώ στο ξέστρωμα του τραπεζιού. Κρυφά χωνόταν η Ραλλού στην κουζίνα κι εκεί μουλωχτά την άφηνε το Λενιώ να ανακατώνεται στις δουλειές της.
      Της μάθαινε να φτιάχνει χαλβά, να τυλίγει ντολμάδες και ν’ ανοίγει φύλλο. Έτσι κι ακούγανε βήματα στο διάδρομο, έδινε μια η Ραλλού και το έσκαγε από το παράθυρο.
      «Η μάνα σου», ήταν η τρομαγμένη φωνή της Λενιώς.
      Εκείνη καθότανε κοντά της κι όταν αρρώσταινε. Της έβαζε πανιά βρεγμένα με ξύδι, στο μέτωπο και στα πόδια για να πέσει ο πυρετός. Της έλεγε ιστορίες  να  ξεγελάσει τον πόνο.
      Έφαγε γρήγορα  κοιτάζοντας την Εριφύλη  να δει αν τελείωνε. Μόλις άφησε στην άκρη  τα μαχαιροπίρουνα, σηκώθηκε κι εκείνη και τράβηξε για το δωμάτιο της. Περίμενε λίγο ν’ ακούσει το αργό βήμα της ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά, να προχωρά στο διάδρομο και να σβήνει πίσω από την πόρτα.
      Περίμενε, ξαπλωμένη με τα παπούτσια πάνω στο κρεβάτι, κοιτώντας το ταβάνι.  Ήταν πια σίγουρη πως η μητέρα της κοιμόταν.
      Άνοιξε το παραθυρόφυλλο και βγήκε στο μικρό μπαλκόνι. Έδωσε μια, πέρασε πάνω από τα κάγκελα όπως έκανε τόσες φορές. Πιάστηκε γερά από τον κορμό της κερασιάς  που ψήλωνε ως πάνω. Περνώντας από κλαδί σε κλαδί,  βρέθηκε στην αυλή.
      Τράβηξε προς τα πίσω, έβγαλε το ποδήλατο από το σπιτάκι του κήπου κι έφυγε από την ξύλινη πόρτα της αυλής. Διέσχισε τον χωματόδρομο κι όταν απομακρύνθηκε αρκετά, ανέβηκε στο ποδήλατο και κατηφόρισε να συναντήσει το δρόμο που τραβούσε παράλληλα με τη θάλασσα.
      Πιο κάτω άφησε το δρόμο κι ακολούθησε ένα χωμάτινο μονοπάτι που θα την έβγαζε στον όρμο της. Όταν είδε το γκρίζο ερπετό να διασχίζει σα σαΐτα το μονοπάτι εμπρός της, ήξερε πως ήταν πολύ αργά για να το αποφύγει. Η ενστικτώδης αντίδρασή της ήταν να πετάξει τον εαυτό της και το ποδήλατο πέρα, μακριά από το μονοπάτι. Το ποδήλατό της γλίστρησε στα χώματα και μαζί μ’ αυτήν άρχισε να πέφτει στα βράχια που κρέμονταν πάνω από τη θάλασσα.
      Η  Ραλλού προσπάθησε να κρατηθεί απ’ ότι έβρισκε, σχίζοντας τα χέρια και τα πόδια της στις πέτρες αλλά και στα αγκάθια των θάμνων  που συναντούσε. Όπως κυλούσε μαζί με το ποδήλατο, το δεξί της πόδι, κουβαλώντας και το βάρος του γδέρνονταν βαθιά.
      Μα δεν ένιωθε τίποτα. Ο φόβος να μην φτάσει στην άκρη των βράχων και γκρεμιστεί,  πότισε αδρεναλίνη το είναι της και πάσχιζε μόνο να κρατηθεί. Κάποια στιγμή κατάφερε να σταματήσει το κατρακύλισμα. Ακούμπησε το κεφάλι της στο χώμα παίρνοντας μία ανάσα. Έπρεπε να ανεβεί. Σκέφτηκε αν ήταν καλύτερα να τραβηχτεί σιγά σιγά από το ποδήλατο και να σκαρφαλώσει επάνω, ή να δώσει μια με τα πόδια της και να το ξεφορτωθεί στα βράχια.
      Κάθε απότομη κίνηση θα μπορούσε να κάνει τις πέτρες  να υποχωρήσουν και να την παρασύρουν μαζί τους και  η κρίση της έγειρε προς την πρώτη  σκέψη. Σφάλισε τα μάτια και προσπάθησε να γεμίσει τα πνευμόνια της αέρα.
      «Μην κουνηθείς», ακούστηκε μια ήρεμη φωνή πάνω της και τα μάτια της θόλωσαν.
      «Μην κουνηθείς, έχω φέρει σκοινί», ακούστηκε ξανά. «Κάνω μια θηλιά τώρα για να πιαστείς και το κατεβάζω. Θα σε τραβήξω».
      Τώρα που ήξερε πως κάποιος ήταν εκεί  να τη βοηθήσει, ένιωσε  αδυναμία να κατακλύζει τα μέλη της. Αισθανόταν την πικρή γεύση του χώματος στο στόμα  και την δεξιά της μεριά  να την τσούζει.
      Μπροστά της σταμάτησε ένα σκοινί που σχημάτιζε μία θηλιά στην άκρη του.
      «Άσε ένα ένα τα χέρια σου και πιάσου».
      Η Ραλλού ρούφηξε όσο πιο πολύ αέρα μπορούσε. Έπειτα άφησε πρώτα τις ρίζες που είχε γραπώσει με το αριστερό της χέρι και έπιασε το σκοινί. Ένιωσε να κινείται, λίγο μόνο, ανεπαίσθητα κι έπειτα σταθερό το σκοινί κάτω απ’ το χέρι της.
      «Τώρα το άλλο». Κρατούσε την ανάσα της.
      «Το άλλο. Τώρα. Θα σε κρατήσω, μην φοβάσαι».
      Πήρε μια βαθιά ανάσα, κρατήθηκε γερά  με το αριστερό και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου  το δεξί χέρι άφησε τις ρίζες κι έπιασε το σκοινί. Τραντάχτηκε ολόκληρη,  το ποδήλατο έφευγε κάτω από τα πόδια της μαζί με χώμα και πέτρες. Ένιωσε τη γη να χάνεται και πιάστηκε όσο πιο γερά μπορούσε. Προσπάθησε να πατήσει με δύναμη βάζοντας αντίσταση.
      «Ωραία,  σε τραβάω. Ανέβαινε τώρα, μικρά βήματα».
      Τα ελάχιστα λεπτά που πέρασαν της φάνηκαν χρόνος. Βήμα βήμα, κι έπειτα ένα ζευγάρι πόδια. Την τραβούσαν με δύναμη πάνω σε σταθερό έδαφος.
      Άφησε το κορμί της πληγιασμένο κι ανήμπορο πάνω στο χώμα. Σαν είδε τον άνθρωπο που είχε γονατίσει δίπλα της  έκανε να σηκωθεί.
      Δεν μπόρεσε να κρατήσει μια κραυγή πόνου.
      Δυο χέρια την κράτησαν από τις μασχάλες, στηρίζοντάς την.
      «Θα σε σηκώσω εγώ!».
      Ύψωσε το  βρωμισμένο της πρόσωπο και μέσα απ’ τα θολά  μάτια κατάφερε να συναντήσει το πιο ζεστό βλέμμα που είχε αντικρίσει ποτέ. Ο πόνος της ξέσκιζε τη σάρκα, αλλά την κατέκλυσε ένα αίσθημα σιγουριάς.
      Ο νεαρός με μάτια σαν κάρβουνο, τα σγουρά μαύρα μαλλιά και το σταρένιο δέρμα, δε θα έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερος από εκείνη. Το βλέμμα του γαλήνιο σα θάλασσα την ήρεμη ώρα καλοκαιριάτικου δειλινού. Πέρασε το χέρι του κάτω από τα γόνατά της. Τη σήκωσε σαν πούπουλο στην αγκαλιά του κι εκείνη κούρνιασε μέσα της. Έπειτα έχασε τις αισθήσεις της.








      Ήταν μεσημέρι και τα τραπέζια στην τραπεζαρία στρωμένα στην εντέλεια. Τα λευκά κολλαριστά τραπεζομάντιλα άψογα τεντωμένα. Την ώρα που ο Θράσος στεκόταν και επέβλεπε με την  εξεταστική του ματιά το χώρο, η  σιδερένια πόρτα του ασανσέρ  έτριξε. Δε χρειαζόταν να γυρίσει , η κυρία Ραλλού πάντα κατέβαινε πρώτη  κι έπειτα αποσυρόταν στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί.
      Την περίμενε στο  τραπέζι της δίπλα στο παράθυρο και τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.
      «Πιπέρια γεμιστά, τ’ αγαπημένα σας». Έκανε να φύγει μα μετάνιωσε.
      «Η Θεώνη σήμερα μαγείρεψε μακαρονάδα με σάλτσα από αχινούς. Την φτιάχνει πολύ σπάνια».
      Μια λάμψη φώτισε το βλέμμα της. 
      «Πες της Θεώνης πως θα δοκιμάσω».
      Της ένευσε καταφατικά και τράβηξε προς την κουζίνα. Ενημέρωσε τη Θεώνη, και καθώς έβγαινε  έπεσε πάνω στην κυρία Πολίτου. Θα ήθελε να κάνει επί τόπου στροφή και να εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλλά  φόρεσε το υπηρεσιακό του χαμόγελο.
      «Μα κύριε Ουσταμπασίδη! Εν έτη 2014 ξενοδοχείο χωρίς μπανιέρες; Εδώ είναι δύσκολο να βρεις δωμάτιο χωρίς τζακούζι πια!».
      «Γνωρίζετε κυρία Πολίτου πως το ξενοδοχείο χτίστηκε το 1897.».
      «Renovation αγαπητέ μου,  renovation! Προσφέρετε φαγητό! Αφού δεν συμπεριλαμβάνετε στην τιμή, μπορούμε να φάμε και εκτός! Έτσι αγάπη μου;», έκανε ένα αδιόρατο νεύμα στον άχρωμο σύζυγό της και συνέχισε.
      «Αλήθεια, θα μας συστήνατε κάποιο εστιατόριο;».
      «Όπου και να φάτε, θα φάτε εξαιρετικά καλά», της απάντησε ο Θράσος. «Και θα πληρώσετε τουλάχιστον τα διπλά χρήματα για να φάτε όπως εδώ», πρόσθεσε μέσα του.
      «Στο επανιδείν λοιπόν», έκανε και στράφηκε προς την έξοδο τινάζοντας την κοτσίδα της.
      Ο Θράσος ένευσε και την παρακολούθησε άνευρα να βγαίνει από το ξενοδοχείο. Του άρεσε να φαντάζεται τη ζωή των πελατών του. Η κυρία Πολίτου θα έχει μία πολύ σημαντική δουλειά κάπου, με ξένο τίτλο σίγουρα. Πωλήσεις, management. Του κώλου τα ενιάμερα. Γυναίκα καριέρας και επιτυχημένη. Ο κύριος Πολίτης, δεν ήταν αυτό το όνομά του, αλλά του Θράσου του ταίριαζε να σκέφτεται πως ο  άβουλος σύζυγος έφερε το όνομα της γυναίκας του. Είχε ίσως κι εκείνος κάποια σημαντική δουλειά.  Όχι αυτοδημιούργητος. Και χρήματα. Πρέπει να είχε κάποια εφόδια που οδήγησαν την κυρία Πολίτου να σηκώσει το βλέμμα της επάνω του.
      Κουρασμένος, παραιτημένος μάλλον, ακολουθούσε την κυρία του χωρίς να μπαίνει στον κόπο να εκφράσει άποψη. Για ποιο λόγο άλλωστε.
      Γύρισε στο γραφείο του σκεφτικός. Το στοίχημα για το ζευγάρι αυτό θα ήταν αν η κυρία Πολίτου θα έμενε εφ’ όρου ζωής ικανοποιημένη από την έξυπνη αγορά που είχε κάνει. Ένας εύρωστος αλλά και άβουλος σύζυγος που θα της επέτρεπε να σχεδιάζει τη ζωή κατά το δοκούν.
      Ή υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει κάποια στιγμή το ανικανοποίητο μέσα της; Να  χαθεί ανάμεσα σε όσα θα έχει χτίσει βασιζόμενη στην  αγάπη της για τον απόλυτο έλεγχο και στο χρήμα του άντρα της και να νιώσει πως στέκεται πάνω σ’ ένα κούφιο και σαθρό οικοδόμημα;
      Κάθισε στο στενό γραφείο του την ώρα που είδε ν’ ανηφορίζουν από την μαρίνα του καταμαράν ένα τσούρμο νέοι με σακίδια στις πλάτες.
      Τότε μια σκέψη τον χτύπησε σαν δροσερό αεράκι και τον ξάφνιασε.
      Κι αν ο κύριος Πολίτης ξυπνούσε μία μέρα κι αποφάσιζε να πάρει πίσω το παλιό του όνομα, την αποφασιστικότητά του και αρχίσει να ανασαίνει πάλι τον αέρα της ελευθερίας;
    Στην εκδοχή αυτή χαμογέλασε με ικανοποίηση και αποφάσισε πως αυτήν θα επέλεγε σαν τέλος της ιστορίας της κυρίας και του κυρίου Πολίτη.





      Η Αθηνά καθόταν μπροστά στον κύριο Γιαννούλη, τον νεώτερο. Το ύφος του ήρεμο και γαλήνιο και δεν φαινόταν να βιάζεται να της εξηγήσει το λόγο για τον οποίο της ζητούσε να τον επισκεφτεί.
      «Κυρία Τερζή. Προσπαθούμε εδώ και δεκαπέντε χρόνια να επικοινωνήσουμε μαζί σας. Άκαρπα! Να θεωρήσω τη σημερινή μέρα σαν μία πολύ σημαντική μέρα στη ζωή μου;».
      Κατέβαλε προσπάθεια να μην απαιτήσει άμεσα να μάθει  το λόγο της επίσκεψής της. Φαίνεται πως διάβασε τη σκέψη της.
      «Δε θα καθυστερήσω περισσότερο. Καταλαβαίνω. Πείτε μου όμως, τι γνωρίζετε για τους συγγενείς του πατέρα σας;».
      Η Αθηνά τον κοίταξε έκπληκτη. Ένιωσε πως βάδιζε σ’ ένα δρόμο κι ένα χέρι ξάφνου την άρπαξε και της άλλαξε κατεύθυνση. Εκατόν ογδόντα μοίρες. Χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να συγκεντρώσει τη σκέψη της.
      «Ο πατέρας μου.. Οι γονείς του ζούσαν στο νησί. Είχαμε πάει κάποια φορά. Ήμουν πέντε χρονών θαρρώ. Ο παππούς Κυριάκος και η γιαγιά Αθηνά».
      Στο νου της τρύπωσε ένα ηλιόλουστο καλοκαίρι. Ένιωσε ξανά τη ζέστη στα πέλματά της γιατί γυρνούσε ξυπόλητη. Ένα ροζιασμένο χέρι που την κρατούσε κι ένα ζεστό χαμόγελο. Κι έντονο άρωμα καλοκαιριού.
      Ο κύριος Γιαννούλης την κοίταζε ερωτηματικά.
      «Τη γιαγιά μου δεν τη θυμάμαι καθόλου. Δεν ξέρω γιατί. Θυμάμαι όμως τον παππού μου». Κοντοστάθηκε λίγο σα να πίεζε τον εαυτό της.  «Δεν μπορώ να φέρω τη μορφή του στα μάτια μου, αλλά τον θυμάμαι να στέκεται δίπλα μου και να μου κρατά το χέρι. Θυμάμαι που  με κρατούσε και τραβούσαμε για τη θάλασσα».
      Ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το βλέμμα του. Η Αθηνά κοκκίνισε.
      «Δεν τους ξαναείδατε;».
       Τον κοίταξε αμήχανα,  γιατί δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει.
      «Έχασα τον πατέρα μου λίγα χρόνια μετά. Η μητέρα μου, δεν ξέρω γιατί, δεν διατήρησε σχέσεις μαζί τους. Ποτέ δε μου μίλησε. Δεν ξέρω καν αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, ή  η απόσταση και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε μετά οδήγησαν στο να απομακρυνθεί».
      Δεν είμαι καν υποχρεωμένη να εξηγήσω τη συμπεριφορά της κυρίας Ιουλίας. Δεν είμαι, σκέφτηκε πιο έντονα.
      Λες και σκεφτόταν δυνατά της απάντησε.
      «Δεν είμαστε εδώ  για να εξηγήσουμε τις πράξεις των άλλων. Θεωρώ πως ο καθένας έχει έναν καλό λόγο γι’ αυτά που πράττει αλλά και για κείνα που δεν πράττει. Ας αρκεστούμε στα γεγονότα».
      Άνοιξε έναν μεγάλο φάκελο που τόσην ώρα ακούμπαγε πάνω τα χέρια του.
      «Ο παππούς σας πέθανε πριν από δεκαπέντε χρόνια ακριβώς. Η γιαγιά σας είχε φύγει πριν από εκείνον. Φαίνεται πως προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη μητέρα σας, αλλά και μαζί σας, χωρίς αυτό να σταθεί εφικτό. Πριν πεθάνει, επικοινώνησε με το γραφείο μας, μέσω ενός δικηγόρου από το νησί και μας όρισε διαχειριστές της περιουσίας του».
      Σταμάτησε και την κοίταξε ενώ η Αθηνά έμοιαζε να μην αντιλαμβάνεται τι άκουγε. Εκείνος συνέχισε.
      «Όταν πέθανε η γιαγιά σας, ο παππούς σας μεταβίβασε όλη την περιουσία τους στο όνομά σας. Δεν ήταν βαθύπλουτος  ο άνθρωπος. Επικοινωνήσαμε με τη μητέρα σας, η οποία όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί μας. Φαντάστηκα πως θα υπήρχαν προηγούμενα, συμβαίνουν αυτά στις οικογένειες. Περιμέναμε αναγκαστικά. Απειλούσε πως θα κινηθεί δικαστικά και σαν μοναδική κηδεμόνας σας θα είχε το νόμιμο δικαίωμα να αποποιηθεί για λογαριασμό σας της κληρονομιάς. Δε θέλαμε να οδηγηθούμε σε αυτό και έτσι απομακρυνθήκαμε διακριτικά».
      Έκανε ένα διάλλειμα προσπαθώντας να δει αν τον παρακολουθεί. Η Αθηνά άκουγε λέξεις, οι οποίες καρφώνονταν στο κεφάλι της χωρίς να βγάζουν νόημα.
      «Περιμέναμε λοιπόν να ενηλικιωθείτε. Τότε αποσύρθηκε όμως  ο πατέρας μου και δυστυχώς η υγεία του δεν του επέτρεπε να μου μεταφέρει όλους τους εκκρεμείς φακέλους του. Χώρια που υπήρξε ένα χρονικό κενό από τη στιγμή που εκείνος αναγκάστηκε εσπευσμένα να αποσυρθεί μέχρι τη στιγμή που ήμουν εγώ σε θέση να αναλάβω το γραφείο. Πριν από μόλις τέσσερις μήνες βρήκα το φάκελο καταχωρημένο ανάμεσα σε ένα σωρό κλειστές υποθέσεις που έπρεπε να φύγουν για το αρχείο. Και σας μιλώ ειλικρινά, τους τελευταίους τέσσερις μήνες κινήσαμε γη και ουρανό ωσότου να σας εντοπίσουμε».
      Η Αθηνά αισθάνθηκε το στόμα της στεγνό. Ο κύριος Γιαννούλης άπλωσε το χέρι και της έδωσε το ποτήρι με το νερό που είχε απιθώσει νωρίτερα μπροστά της. Το σήκωσε και το κατέβασε μονορούφι. Κοίταξε γύρω της σαν χαμένη.
      «Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; Τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω;».
      Της χαμογέλασε υπομονετικά.
      «Μα να αναλάβετε τη διαχείριση της περιουσίας σας φυσικά. Μη φανταστείτε φοβερά πράματα! Είναι ένα σπίτι στο νησί, σε καλή όμως κατάσταση, κάποια κτήματα και ελαιώνες. Κι ένα όχι ασήμαντο ποσό σε καταθέσεις», δήλωσε ικανοποιημένος. Έμοιαζε να φεύγει ένα μεγάλο βάρος από τις πλάτες του.
      «Μετά από τόσα χρόνια; Δεν ακυρώνεται η διαθήκη ή κάτι τέτοιο;», αναρωτήθηκε δυνατά εκείνη.
      «Όχι. Και όσο  για  τα χρήματα ήταν στο όνομά σας όλα αυτά τα χρόνια».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου