Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Γ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



   Η πλατεία φωτιζόταν αχνά λες κι από φως αστεριών που τρεμοπαίζανε, χάρη στις δάδες που είχανε κουβαλήσει οι πολίτες. Μερικοί άνθρωποι ερχόντουσαν κρατώντας κεριά κι άλλοι τις λαμπάδες που είχαν φυλάξει από την Ανάσταση. Που και που άκουγες καμιά φωνή.
   «Καλέ τι μυρίζει; Ωχ κύριος αρπάξαν τα μαλλιά σας».
   «Μπαρδόν, τι άρπαξε είπατε; Ωχ καίγομαι βοήθεια! Καλέστε την πυροσβεστική! Βοήθεια!!!», και ησύχαζε μόνο αφού καταφέρνανε οι γύρω του να του σβήσουν το μαλλί άλλοι με ζακέτες κι οι πιο θαρραλέοι με τα χέρια.
   Ο Θεοχάρης ο δήμαρχος προχωρούσε πατείς με πατώς σε ανάμεσα στο πλήθος για να φτάσει σ’ ένα πρόχειρα στημένο βήμα. ΄Ενας οξύς πόνος στο δεξί του πόδι τον έκανε να πεταχτεί ίσαμε κει πάνω.
   «Ωχ!!! Βλέπε κυρά μου που πατάς κι ακούμπησες και τα εκατό κιλά σου πάνω στον κάλο μου!», ξεφώνισε μουγκρίζοντας από τον πόνο. «Ιπποπόταμε», έκανε μέσα του. Γιατί ως δήμαρχος δεν μπορούσε να λέει ότι κατέβαζε η κούτρα του, ειδικά αν ήθελε να επανεκλεγεί.
   Η στρουμπουλή κυρία γύρισε μπουρινιασμένη, με τα χέρια της τοποθετημένα δεξιά κι αριστερά της μέσης της και χτύπησε νευρικά το τακουνάκι της στο τσιμέντο.
   «Θεοχάρη!!!».
   «…» Ο δήμαρχος έμεινε κάγκελο λες κι είχε πάθει αποπληξία. Μετά από λίγο κατάφερε ν’ αρθρώσει.
   «Μαρίκα μου!!!».
   «Θεοχάρη!», έκανε ακόμη πιο επιτακτικά η κυρία.
   «Μαρίκα; Εσύ;».
   «Μμμ…».
   «Μαρικάκι μου…. Εε, καλέ μες το σκοτάδι, πώς μου φάνηκες κάπως;».
   Οι φλόγες που έβγαζαν τα μάτια της κυρίας τρυπούσαν κι αυτό το σκοτάδι.
   «Πήγαινε τώρα και θα τα πούμε σπίτι», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η κυρία Μαρίκα, που όπως θα καταλάβατε ήταν η γυναίκα του.
   Αυτός, κατέβασε τ’ αυτιά και προχώρησε βιαστικά σαν την βρεγμένη γάτα. Σκουντώντας και σκουντουφλώντας κατάφερε να φτάσει στο βήμα κι άρχισε να ξεροβήχει για να τον προσέξουν και να κάνουν την δέουσα ησυχία. Σαν είδε πως δεν θ’ ακουγόταν ούτε και του χρόνου, έβγαλε μια δυνατή κραυγή που κοκκίνισαν οι φλέβες του λαιμού του.
   «Συμπολίτες μου!!!».
    Ο διαχειριστής της δημαρχίας τον χαμπαριάστηκε και έσπευσε να του πάει μια δάδα για να τον φωτίσει.
   «Αγαπητοί λέω, συμπολίτες μου! Κακότυχοι κάτοικοι της πρώην Ηλιοστάλαχτης. Είμαστε όλοι εδώ σε τούτη την δύσκολη ώρα, σύσσωμοι να ενώσουμε τις δυνάμεις μας ενάντια στον κοινό εχθρό».
   Σταμάτησε για να δει τι εντύπωση προκάλεσαν τα λόγια του.
   «Ως εκ τούτου, και με το δικαίωμα που μου δίνει η θέση του εκλεγμένου άρχοντά σας…».
   «Κατέβα κάτω ρε!!!», ακούστηκε η μπάσα φωνή ενός άνδρα που τον έκρυβε το σκοτάδι.
   Ο Θεοχάρης κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών του και ξερόβηξε.
   «Άρχεται η συνεδρίασις», έκανε με στόμφο κι έστριψε το μουστάκι του.
   «Σύμφωνα με την εμπειρογνωμοσύνη που εγώ ο ίδιος διεξήγαγα, η κατάσταση έχει ως εξής. Σήμερα το πρωί και αφού ο Ήλιος είχε ανατείλει κανονικά και φίνα, στις επτά και μισή ακριβώς ηξηφανίσθη. Δηλαδή έγινε καπνός. Τον κλέψανε; Άγνωστο!». Έμεινε για λίγο να σκέφτεται χωρίς να ξέρει τι να πει.
   «Ως εκ τούτου, καλώ όποιον γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση ταύτη, να προσέλθει στο βήμα!».
   Μέσα από το πλήθος ξεπρόβαλλε ένας σκυφτός ανθρωπάκος. Ήταν ο Κουνάβης και το σώμα του αδύνατο και νευρώδες καμπούριαζε μπροστά, δίνοντας την εντύπωση πως μόνιμα έψαχνε να ‘βρει κάτι που ‘χει χάσει. Ρίχνοντας γρήγορες κλεφτές ματιές, δεξιά κι αριστερά, ανέβηκε πάνω στο βήμα και χούφτωσε το μικρόφωνο μες τα δυο του χέρια.
    «Όποιος έχει σχέση με το έγκλημα να ομολογήσει αμέσως», ακούστηκε η τσιριχτή φωνή του «Εάν ο ένοχος παραδοθεί μόνος του και δείξει μεταμέλεια, η δικαιοσύνη θα του φερθεί με επιείκεια», κάγχασε κι οσμίστηκε την ατμόσφαιρα.
   Ο δήμαρχος είχε γίνει έξω φρενών με τον  Κουνάβη που αναστάτωνε έτσι τον κόσμο, αλλά κρατούσε την ψυχραιμία του, για να προστατέψει και το ίματζ του που λέγαμε και πιο πριν.
   «Ε, ας μην υπερβάλλουμε αγαπητοί μου!», προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα, χαμογελώντας βεβιασμένα.      
   Ο Κουνάβης του ‘γνεψε να σωπάσει, βγήκε μπροστά από την έδρα, λύγισε τα γόνατά, έγειρε το κορμί του μπρος τα μπρος κι άρχισε να χτενίζει το πλήθος με τα μικρά μάτια του που πετούσαν επικίνδυνες λάμψεις.
   Το πλήθος σαν μια μεγάλη μάζα συρρικνώθηκε από το φόβο του. Κόλλησαν  ο ένας πάνω στον άλλο, λες κι αυτό θα τους προστάτευε από τον τρομαχτικό Κουνάβη.
   «Λοιπόν;», έκανε ανυπόμονα ο τελευταίος.
   Κανείς δεν μίλησε. Καρφίτσα να ‘πεφτε θα ακουγόταν. Ο Κουνάβης έδωσε έναν πήδο και βρέθηκε πίσω από την έδρα   «Χμ, χμ», καθάρισε το λαιμό του. «Κατόπιν τούτης της εξονυχιστικής έρευνας της αστυνομίας, βρίσκομαι σε θέση να σας ανακοινώσω το πόρισμα. Όλες οι ενδείξεις δηλώνουν πως ο εγκληματίας έχει διαφύγει. Η αστυνομική και ντετεκτεβική μου πείρα, μου λέει πως θα είναι ήδη μακριά. Εν ολίγοις θα την έχει κοπανήσει. Ως εκ τούτου, το θέμα, το έγκλημα δηλαδή, δεν είναι πλέον στα πλαίσια της αρμοδιότητας της αστυνομίας μας. Επί του θέματος θα επιλυφθεί η Ηλιοπόλ. Για μας ο φάκελος έχει κλείσει», είπε και χτύπησε το χέρι του πάνω στην έδρα, λες και για να δώσει έμφαση στα λόγια του.
   «Θα συμβούλευα ακόμη τον κύριο Δήμαρχο, να κάνει αίτηση στην ΔΕΗ για ρεύμα».
   Ξερόβηξε κάνα δυο φορές ακόμη και κατέβηκε από την έδρα. Δεν το πρόσεξε κανείς, μα στα μάτια του μέσα λαμπύριζε η σπίθα μιας βαθιάς και χαιρέκακης ικανοποίησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου