Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Δ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



Ο δήμαρχος   ξεφύσηξε λες και καθόταν στο στήθος του κάποιο βάρος, κι ακούμπησε το χέρι στο λαιμό σα να τον έσφιγγε μια αόρατη γραβάτα.
   «Μετά την γνωμάτευση του αξιότιμου κυρίου αστυνομικού διευθυντή μας, μετά λύπης μου ανακοινώνω, πως δεν έχουμε πια Ήλιο. Ας εφοδιαστούμε λοιπόν με κεριά, γκαζόλαμπες και λάμπες πετρελαίου, έως ότου μας συνδέσει με ηλεκτρικό η ΔΕΗ. Εγώ προσωπικά εγγυώμαι…», ξερόβηξε γιατί δεν του ερχόταν η κατάλληλη λέξη.
   «Ως εκ τούτου, και δι’ αυτού, το θέμα θεωρείται λήξαν», βιάστηκε να ολοκληρώσει και σηκώθηκε να φύγει.
   Σούσουρο ξεσηκώθηκε. Λες και είχαν ξαμολήσει μέλισσες από αμέτρητα μελίσσια, το πολύβουο πλήθος ανήσυχο, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όλοι μιλούσαν αναμεταξύ τους, μια από δω και μια από κει.
   «Όχι», έσκισε μια βροντερή φωνή την φασαρία.
   Παγωνιά χίμηξε. Η σιωπή, σα γιγάντιο χταπόδι άπλωσε τα βαριά πλοκάμια της και τους έπνιξε. Ο Θεοχάρης  στάθηκε με το δεξί του πόδι μετέωρο, να μην μπορεί ν’ αποφασίσει αν θα ολοκληρώσει το βήμα που είχε αρχινίσει. Και όλοι μείνανε σα στήλες άλατος στη θέση τους, καθώς ένα αγόρι άρχισε ν’ ανεβαίνει πάνω σ’ ένα παγκάκι για να το προσέξουν. Τα χλωμά του μάγουλα ήταν ποτισμένα με δάκρυα, μα τα χείλη του ήταν σφιγμένα σε μια γραμμή που φανέρωνε πείσμα.
   «Μπαρδόν;», έκανε μην πιστεύοντας στ’ αυτιά του ο δήμαρχος.
   Ο μικρός τον κάρφωσε με τα μάτια χωρίς να βγάλει άχνα.
   «Είπες όχι παιδάκι μου;», ξανάκανε ο Θεοχάρης σίγουρος πως είχε γίνει παρανόηση.
   Ο πιτσιρίκος κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
   «Τι όχι δηλαδή;».
   «Όχι, το θέμα δεν έληξε», απάντησε με μιαν ανάσα ο μικρός.
   «Παιδιάστικα λόγια», εξήγησε και χαμογέλασε με το στανιό ο δήμαρχος, ξεκινώντας πάλι να φύγει.
   «Ακούστε με!!!», ύψωσε τώρα τη φωνή ο μικρός. «Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι. Ο Ήλιος μας ζέσταινε τόσα χρόνια. Χάιδευε τα λουλούδια μας, φώτιζε τη ζωή μας. Ομόρφαινε τις μέρες μας, έδινε ελπίδα στις νύχτες μας. Στεκόταν πάντα ψηλά, πιστός φίλος, χωρίς ποτέ να μας ζητήσει τίποτα. Χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Τώρα, που ποιος ξέρει τι έπαθε, λέτε πως το θέμα έκλεισε; Αυτό είναι το ευχαριστώ μας; Η ευγνωμοσύνη, που λέτε κι εσείς οι μεγάλοι; Κι αν έπαθε κάτι; Κι αν κινδυνεύει;», κοίταξε κλεφτά γύρω του να δει αν είχε τραβήξει την προσοχή τους.
   «Πρέπει να τον βρούμε», συνέχισε, βάζοντας όλη του την ψυχή στη λέξη πρέπει. «Του το χρωστάμε, πώς και δεν το νιώθετε;».
   Ο Θεοχάρης έστριψε το μουστάκι-βούρτσα μ’ αμηχανία.
   «Χμ, δε λέω παιδί μου, δίκιο έχεις. Αλλά εδώ η αστυνομία και σηκώνει τα χέρια της», τόνισε μ’ επισημότητα.  «Τι  μπορούμε  να
κάνουμε εμείς, ο απλός κόσμος; Θα πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας; Εδώ υπάρχουν αρμόδιοι», του επισήμανε μ’ αποδοκιμασία.
   «Μα μη στενοχωριέσαι. Όποιος τον έκλεψε, μπορεί στο τέλος να τον βαρεθεί και να τον αφήσει να φύγει», τελείωσε και κίνησε και πάλι να κατέβει από την έδρα.
   «Πρέπει να τον βρούμε, σας λέω!», έβαλε τις φωνές ο πιτσιρίκος.
   Ο Θεοχάρης κοκκίνισε .
 «Βρε μπελά που βάλαμε στο κεφάλι μας», σκέφτηκε. Προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του, μίλησε με υπομονή. 
   «Αυτό δεν γίνεται. Εδώ εμείς, οι αρχές της πόλης και σηκώσαμε τα χέρια. Δεν υπεισέρχεται πια το θέμα της αρμοδιότητας μας. Ποιος θα πάει λοιπόν να τον βρει;».
   «Εγώ», βροντοφώναξε ο μικρός.
   «Και ποιος είσαι εσύ, τέλος πάντων;», έκανε φανερά εκνευρισμένος τώρα ο δήμαρχος.
   «Φοίβος Αντωνίου, ο γιος της κυρίας Μαρίας».
   «Της κυρίας Μαρίας;», αναρωτήθηκε ο δήμαρχος.
   «Η μαμά μου καθαρίζει στο δημαρχείο», του εξήγησε ο Φοίβος.
   «Α!, η κυρία Μαρία, βέβαια!», έσυρε τη φωνή του ο Θεοχάρης. Από πού κι ως που έπρεπε να ξέρει αυτήν την κυρία Μαρία, δυσανασχέτησε. Κι αν δεν τους άκουγε τόσο πλήθος, θα του ‘λεγε του μπόμπιρα που θα έστελνε την μαμά του έτσι και συνέχιζε να του ζαλίζει το κεφάλι. Μα βλέπετε στη θέση που κατείχε έπρεπε να κάνει πολλές θυσίες.
   «Λοιπόν Φοίβε», σταθεροποίησε τη φωνή του και πήρε το σοβαρό του ύφος, θέλοντας να τον φοβίσει. «Σου απαγορεύω να βρεις οτιδήποτε. Όχι μόνο τον Ήλιο, μα και το φεγγάρι, και την Πούλια με τον Αυγερινό. Κατάλαβες;», ούρλιαξε χάνοντας πια την ψυχραιμία του.
   «Κι όμως θα τον βρω», ήταν η πληρωμένη απάντηση του Φοίβου, που αμέσως γλίστρησε σα φίδι ανάμεσα στο πλήθος κι άρχισε να τρέχει.
   «Συλλάβετέ τον αμέσως», έβγαλε άγρια φωνή ο δήμαρχος.
   Ο Κουνάβης είχε ήδη ορμήσει στο κατόπι του μικρού. Δυο αστυνομικοί, φορώντας πηλίκια στο κεφάλι τους, τρέξανε προς τα κει που κατευθυνόταν και του φράξανε τον δρόμο.
   «Τον τσάκωσα», αναφώνησε ο ένας τους.
   Όρμησε κι ο Κουνάβης προς τα πάνω του κι έκανε να τον πιάσει απ’ το γιακά, μα ο Φοίβος έσκυψε και του δάγκωσε τη γάμπα του δεξιού ποδιού του.
   «Ωχ», τσίριξε εκείνος, έπιασε με τα δυο χέρια του το πονεμένο πόδι του κι άρχισε να χοροπηδάει πάνω στο γερό.
   Ο Φοίβος έπεσε στα γόνατα και σύρθηκε ανάμεσα απ’ τα πόδια των αστυνομικών. Έδωσε μια και πριν προλάβει κανείς να πει κύμινο είχε εξαφανισθεί από τα μάτια όλων τους.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου