Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΣΤ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



   Ξύπνησε από μια υγρή ζέστη που χάιδεψε το πρόσωπό του. Κοίταξε ψηλά, μα η κουκουβάγια δεν ήταν πια εκεί.
   «Θα το ονειρεύτηκα», σκέφτηκε.
   Το κορμί του είχε πιαστεί από τον ύπνο πάνω στο σκληρό έδαφος της σπηλιάς. Σαν μια φορά που είχε πάει με τη γιαγιά του να ξημερώσουνε της Παναγίας σ’ ένα ξωκλήσι της Παναγιάς της Κρημνιώτισσας και κοιμηθήκανε κατάχαμα έξω στο προαύλιο.
   Τεντώθηκε κι άνοιξε το στόμα του σ’ ένα μεγαλειώδες χασμουρητό.
      Το στόμα του ξανάνοιξε με σκοπό να χασμουρηθεί πάλι, μα έμεινε εκεί να χάσκει ορθάνοιχτο, όταν αντίκρισε μπροστά του αυτό που το χθεσινοβραδινό σκοτάδι τον εμπόδιζε να δει.
   Ένα πλέγμα από στενές, κρεμαστές γέφυρες κυριαρχούσε σ’ έναν πελώριο θόλο. Οι γέφυρες διασχίζανε τον θόλο προς κάθε κατεύθυνση και κρέμονταν στο απόλυτο κενό. Ο Φοίβος πλησίασε στο χείλος ενός γκρεμού, απ’ όπου ξεκινούσε μία γέφυρα, η οποία προχωρούσε και διακλαδιζόταν.   Μόνο και που κοίταζε τον έπιανε ίλιγγος.
     Σήκωσε διστακτικά το πόδι κι άρχισε να προχωρά κρατώντας την ανάσα του. Έφτασε μπροστά σε μια διακλάδωση και δίστασε για μια στιγμή πριν αποφασίσει πιο μονοπάτι να ακολουθήσει.    
     Σε λίγο στεκόταν μπροστά σε μιαν αψιδωτή πέτρινη είσοδο. Πιάστηκε από το τοίχωμα της σπηλιάς μα τράβηξε αηδιασμένος το χέρι του. Το σκούπισε από το παντελόνι του, καθώς είχε ακουμπήσει σε μια γλοιώδη και υγρή επιφάνεια.
   Στη μύτη του μια βρώμα ασυγκράτητη και απροσδιόριστη. Λίγο του ‘φερνε προς τα ψάρια που πουλούσε ο κύριος Σκουμπρής με το καρότσι του. Και λίγο με τη βρώμα που ανέδυε ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς τους πέρσι το καλοκαίρι, όταν απεργούσαν οι σκουπιδιάρηδες, γιατί θέλανε να τους χορηγεί η δημαρχία ψαθάκια για τον ήλιο κι αντηλιακά.
     Προχωρούσε προσπαθώντας να αναπνέει από το στόμα. Έφτασε μπροστά σ’ ένα άνοιγμα και προσπάθησε να δει μέσα του για να αντικρίσει το πιο παράδοξο θέαμα.
     Μια τηλεόραση έπαιζε απέναντι του. Στο πάτωμα μια γλοιώδη γκρίζα μάζα διάσπαρτη με σκουπίδια. Φλούδες από φρούτα, άδεια κονσερβοκούτια, χαρτιά, μουχλιασμένα τρόφιμα. Ο Φοίβος έκανε ένα μορφασμό αηδίας.
     Έβαλε το χέρι μπροστά στο στόμα του καθώς του ήρθε να κάνει εμετό. Τότε από τον καναπέ πετάχτηκε κάτι που του έκοψε την ανάσα. Ήταν κάτι… ένα πλάσμα αποτρόπαιο. Απ’  το κεφάλι του ξεκινούσαν μαλλιά σαν χοντρά πλοκάμια που κάλυπταν όλο του το σώμα.     Ένα αργόσυρτο ρέψιμο κόντεψε να στείλει τον Φοίβο στον άλλο κόσμο.
     «Ποιος είναι;», ακούστηκε τσιριχτή η φωνή του.
     Ο Φοίβος κόλλησε στον τοίχο του διαδρόμου και κράτησε την ανάσα του.
      Μ΄ ένα αηδιαστικό σπλατς το πλάσμα προχώρησε προς το μέρος του.
          «Δεν μιλάς, ε;», τσίριξε το πλάσμα κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. «Μην ανησυχείς και θα βρεις το μάστορά σου! Όπου να ‘ναι έρχεται ο φίλος μου ο Κουνάβης. Εκείνος θα σε βρει και θα σε δέσει χειροπόδαρα!».
     Ο Φοίβος κατάλαβε δυο πράγματα. Πώς κάτι βρωμούσε εδώ πέρα, εκτός από την αφόρητη σαπίλα που ήταν απλωμένη παντού. Κι ακόμη πως το πράγμα αυτό δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του.
     «Φυσικά και μιλάω!», έκανε προσπαθώντας να μη δείχνει το φόβο του. «Απλά νόμιζα πως με έβλεπες!».
     «Δε βλέπω και πολύ καλά», τσίριξε εκείνο. «Τι κάνεις εδώ κάτω;».
     Ο Φοίβος σκέφτηκε για λίγο.
     «Έχασα μάλλον το δρόμο μου. Μπήκε η γάτα μου στη σπηλιά και προσπαθούσα να τη βρω, και βρέθηκα εδώ πέρα».
     «Δεν άκουσα καμιά γάτα εγώ», τσίριξε δύσπιστα το πλάσμα.
     «Δε θα ήρθε κατά δω», έκανε ανέμελα ο Φοίβος.
     «Πάνε να κάτσεις μπροστά στην τηλεόραση για να σε δω», τον πρόσταξε το πλάσμα.
     Ο Φοίβος κοίταξε ένα γύρω το υγρό δωμάτιο που ήταν κλειστό απ’ όλες τις άλλες μεριές του κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω.
     «Εσύ ποιος είσαι;», θέλησε να κερδίσει χρόνο ο Φοίβος.
     «            .».
     «Και τι κάνεις εδώ πέρα;».
     «Εδώ ζω», έκανε κοφτά και προχώρησε προς το μέρος του. «Με πειράζει το φως», έκανε.
     «Και πώς ζεις;», θέλησε να μάθει  ο Φοίβος ενώ συνάμα φρόντιζε να κρατά και μιαν απόσταση ασφαλείας.
     «Με φροντίζει ο φίλος μου. Ο Κουνάβης». συμπλήρωσε μ’  ένα δυνατό ρέψιμο.
     Εκείνη την ώρα ο ήχος από πόδια που τρέχανε με δύναμη πάνω στα πέτρινα μονοπάτια τράβηξε την προσοχή τους.
     «Κουνάβη;», έκανε το πλάσμα.
     Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Φοίβος άρχισε να τρέχει πίσω προς την είσοδο. Μια μακριά καμπουριαστή σκιά που πλησίαζε τον έκανε να κρυφτεί στα πλαϊνά τοιχώματα, όπου και κουλουριάστηκε σ’ ένα κοίλωμα χαμηλά. Από κει μπόρεσε να δει ένα ζευγάρι πόδια να περνά από μπροστά του κι η φωνή που σε λίγο άκουσε τον βεβαίωσε για τον ιδιοκτήτη του.
     «Χλέμπα ετοιμάσου. Ήρθε η ώρα μας! Ο Ήλιος πήγε στον αγύριστο!», ακούστηκε υποχθόνια η φωνή του.
     Ο Φοίβος πετάχτηκε επάνω και εκτοξεύτηκε σα σφαίρα στην είσοδο του διαδρόμου. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν αρχίσει να τρέχει φρενιασμένα ήταν η στριγκή φωνή του Κουνάβη.
     Τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά. Ούτε κατάλαβε πως πότε τρέχοντας και πότε γλιστρώντας ανάμεσα σε κοφτερούς βράχους βρέθηκε έξω. Αποκαμωμένος έπεσε κάτω.




     Κάτι απαλό γαργάλησε  το λαιμό του. Σηκώθηκε για να δει να γλιστράει από πάνω του κάτι τόσο δα. Το πρόλαβε και το κράτησε μες την παλάμη του.
     «Φχαριστώ», ακούστηκε τσαχπίνικα μια φωνή κι ήταν αρκετή για να τον κάνει να τιναχτεί. Κοίταξε καλύτερα. Πάνω στο χέρι του στεκόταν ένας μικροσκοπικός μπόμπιρας. Σήκωσε το στρουμπουλό του χεράκι και παραμέρισε το κίτρινό κασκέτο του για να σιάξει τα ολόρθα κοντά καστανά μαλλιά του. Έπειτα έστρωσε την τσαλακωμένη τζιν φόρμα του.
     «Τι είσαι;», κατάφερε να αρθρώσει ο Φοίβος, ενώ συνειδητοποιούσε πως είχε μπροστά του έναν πιτσιρίκο όχι μεγαλύτερο από εφτά ετών μα στο μέγεθος  μιας μεγάλης πεταλούδας.
     «Βόας σφικτήρας! Πλάκα μας κάνεις κύριος! Δε βλέπεις;», του απάντησε εκείνος με αναίδεια.
     Τεντώθηκε ραχατλίδικα και χασμουρήθηκε.
     «Καλά τον πήρα για λίγο! Κι είχε μια ζέστη στο λαιμό σου!».
     Ο Φοίβος προσπάθησε με βία ν’ αρθρώσει κάτι.
     «Μα είσαι άνθρωπος;».
     «Άνθρωπος; Εγώ; Μπα!», έμεινε για λίγο σαστισμένος κι έπειτα σα να θυμήθηκε κάτι συμπλήρωσε θριαμβευτικά.
     «Εγώ είμαι ο Πόθος!».
     «Ο πόθος;», έκανε δύσπιστα ο Φοίβος.
     «Ο Πόοοθος!», ξεφώνισε ο λιλιπούτειος πιτσιρίκος λες κι απευθυνόταν σε κουφό.
     «Ο Πόθος της Ελπίδας», συνέχισε και τα μάτια του συννέφιασαν. Έσκυψε  το κεφάλι, μα ο Φοίβος πρόλαβε να δει τα δάκρυα που κύλησαν απ’ τα μάτια του. Ένιωσε ένα δυνατό κάψιμο στο χέρι του και το τίναξε.
     «Ε, πρόσεχε δικέ μου! Θα μας σκοτώσεις!», ξεφώνισε ενώ κρατιόταν δυνατά απ’ τον αντίχειρα του Φοίβου.
     «Κάηκα!», αποκρίθηκε εκείνος παραξενεμένος.
     «Φυσικά! Τα δάκρυα του Πόθου είναι καυτά», σχολίασε αδιάφορα ο μικρός και ρούφηξε τη μύτη του.                              
     «Και γιατί κλαις;».
     Τον κοίταξε με πελώρια μάτια.
     «Χάθηκε η Ελπίδα!».
      «Η ελπίδα για ποιο πράγμα;».
     «Η Ελπίδα για ποιο….; Η Ελπίδα σου λέω! Η Ελπίδα για τα πάντα!».
     Ο Φοίβος σκέφτηκε πως ο μικρός τα είχε χαμένα.
     «Ε…, μάλιστα….», κόμπιασε.      «Και γιατί κλαις;».
     «Μα για την Ελπίδα! Καλά κύλιος, από μυαλά δε λέμε και πολλά, ε;».
     Ο Φοίβος αγανάκτησε.
     «Κοίτα μικρέ, αν εσύ θες να κλαις για τις χαμένες σου ελπίδες είναι δικό σου θέμα. Δε μου πέφτει και λόγος δηλαδή…..».
     Ο πιτσιρίκος ξεφύσησε φουρκισμένα. Έβγαλε νευρικά το κασκέτο του και το ξαναφόρεσε.
     «Όχι τις ελπίδες μου! ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΥ! Τη μαμά μου!», ούρλιαξε έξαλλος.
     Ο Φοίβος κοντοστάθηκε.
     «Την μαμά σου τη λένε Ελπίδα;», ρώτησε διστακτικά.
     «Όχι ακριβώς!», απάντησε ο μικρός. «Μα έπεσες πολύ κοντά. Η Ελπίδα είναι η μαμά μου! Το κατάλαβες;», έκανε γλυκά μα τα μάτια του σπινθήριζαν  με άγριες διαθέσεις.
     «Η Ελπίδα είναι η μαμά σου», επανέλαβε ο Φοίβος.
     Ο πιτσιρίκος κούνησε το κεφάλι του.
     «Και χάθηκε», συνέχισε ο Φοίβος.
     «Α, γειά σου! Κάτι κάνουμε τώρα!», τον επαίνεσε.
     «Και καλά πώς χάθηκε η ελπίδα; Η μαμά σου θέλω να πω», βιάστηκε να συμπληρώσει ο Φοίβος.
     Τώρα πια ο μικρός δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει τα δάκρυα που κυλούσαν. Ο Φοίβος τον λυπήθηκε.
     «Η Ελπίδα δε ζει μες το σκοτάδι. Στην καταχνιά μαραίνεται και στο σκοτάδι εξαφανίζεται. Κι έτσι τώρα που χάθηκε ο Ήλιος φστ, εξαφανίστηκε. Να έτσι», κι έκανε μια κίνηση στον αέρα με τα δάχτυλά του.
     Τα μάτια του πια τρέχαν σαν το καζανάκι του μπάνιου τους που είχε χαλάσει πριν κάνα δυο βδομάδες. Ασταμάτητα δηλαδή.
     «Έλα μην κάνεις έτσι. Θα βρεθεί ο Ήλιος κι η μαμά σου θα ξανάρθει».
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε να αιωρείται μπροστά από τη μύτη του. Ρούφηξε τη μύτη  του και τον κοίταξε απορημένα.
     «Και τι είναι ο Ήλιος να βρεθεί; Αυτοκινητάκι ή βόλος που μου ‘πεσε στο χώμα;».
      Ο Φοίβος απέμεινε για λίγο σκεπτικός.
     «Και θα σηκώσουμε τα χέρια; Θα παραδοθούμε στην μοίρα μας. Δεν θα κάνουμε τίποτα και θα δεχθούμε να ζήσουμε μες το σκοτάδι; Για πάντα;».
     «Ωχ, δεν μπορώ το σκοτάδι! Φοβάμαι! Θέλω τη μαμά μου!!!», αναφώνησε σπαραξικάρδια και το μικροσκοπικό του σώμα τραντάζονταν από λυγμούς. Ο Φοίβος άπλωσε την παλάμη του κι ο Πόθος ακούμπησε αποκαμωμένος επάνω της.
     «Αν βρούμε τον Ήλιο, θα διώξει το σκοτάδι και θα ξαναγυρίσει μια για πάντα η μαμά σου», του είπε με σίγουρη φωνή.
      Ο Πόθος σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης του τη μύτη του και τον κοίταξε δύσπιστα:
     «Λες;».
     «Σίγουρα».
     Ο μικρός άρχισε να πεταρίζει ανυπόμονα.
     «Ε, τότε να τον βλούμε. Τώλα!!! Άντε σου λένε!», έκανε δυο συνεχόμενες κωλοτούμπες στον αέρα.
     «Προς τα πού πάμε; Από κει που ήλθες;», ρώτησε τραβώντας τον απ’ το μανίκι.
     «Όχι. Θέλω ν’ αποφύγω κάτι τύπους και δε βλέπεις και τη μύτη σου εκεί μέσα. Πάμε ίσα μπροστά. Τη βλέπεις εκείνη τη γραμμή που αχνοφέγγει στον ορίζοντα;».
      «Φύγαμε δικέ μου!», έδωσε μια στροφή στον αέρα και στρογγυλοκάθισε πάνω στο κεφάλι του Φοίβου. Κρατήθηκε γερά απ’ τα μαλλιά του και τον πρόσταξε τινάζοντας τα χέρια του λες και κρατούσε γκέμια.
     «Άντε φύγαμε! Μην καθυστερείς. Μαμά έρχομαι!!!».



   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου