Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Ζ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Περπατούσαν για πόσες ώρες δεν ξέρω, γιατί πια ο ήλιος δεν σήμαινε τις ώρες με την παρουσία του. Ο Φοίβος δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα.
     Το περπατούσαν που σας είπα στην αρχή, δεν είναι ακριβές. Ο Φοίβος περπατούσε. Ο Πόθος είχε στρογγυλοκαθίσει ανάμεσα στα σγουρά ξανθά μαλλιά του και πότε πότε έδινε κανένα σάλτο και πήγαινε και καθόταν στον ώμο του. Κάνα δυο φορές κουλουριάστηκε στο σγουρόμαλλο κεφάλι και τον πήρε ο ύπνος. Πού και που έδινε μια και βρισκόταν στον αέρα όπου στριφογύριζε σα μέλισσα σε ανθόκηπο ή έκανε και καμιά τούμπα έτσι, για να ξεπιαστεί.
     Ο Φοίβος κάποια στιγμή κοντοστάθηκε, κοίταξε γύρω του κι έπειτα κατευθύνθηκε σ’ ένα δέντρο. Κάθισε κάτω κι ακούμπησε το σώμα του πάνω στον κορμό του.
     «Τι έγινε τώρα; Γιατί σταματήσαμε;», έδωσε μια και στάθηκε πάνω στη μύτη του Φοίβου.
     Εκείνος τον τίναξε όπως τινάζουμε μια ενοχλητική μύγα.
     «Δε σταματήσαμε! Εγώ σταμάτησα! Γιατί εσύ δεν έκανες και τίποτα για να σταματήσεις», έκανε ξεψυχισμένα.
      Ο Πόθος ξαναβρέθηκε στον αέρα τρίβοντας τα πονεμένα πισινά του.
     «Δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω», κι έπιασε με δύναμη το ένα αυτί του φίλου του κι άρχισε να το τραβάει.
     «Έλα σήκω, θ’ αλγήσουμε. Και ποιος ξέλει πού θα ‘ναι η μαμά μου τώλα!».
     Ο Φοίβος έγειρε το κουρασμένο του κορμί στο χώμα.
     «Άδικος κόπος. Δεν μπορώ. Άφησέ με!», έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε σε  ύπνο βαθύ.
     Εν τω μεταξύ το σκοτάδι είχε πέσει σαν πυκνοϋφαντο ύφασμα και σκέπασε απ’ άκρη σ’ άκρη την Ηλιοστάλαχτη. Σκοτάδι παντού, μαύρο κατράμι, πηχτό σαν την κρέμα στον μουσακά κι αδιαπέραστο. Και κρύο. Παγωνιά να σε διαπερνάει και να σου τρυπάει τα κόκαλα. Στην αρχή όταν χάθηκε ο ήλιος οι κάτοικοι τριγύριζαν στους δρόμους ψάχνοντας να βρουν λύση. Περίμεναν από την εταιρία ηλεκτρισμού ν’ ανάψει τα φώτα στους δρόμους και τα σπίτια τους. Μα άδικα. Βλέπετε οι γεννήτριες ρεύματος δουλεύανε με ηλιακή ενέργεια.
      Κι έπειτα έγινε βαθύ σκοτάδι. Και το κρύο αφόρητο. Αφού βάζανε το παγωτό τους στο ψυγείο να ξεπαγώσει για να το φάνε.
     Κι έτσι οι άνθρωποι αραίωσαν από τους δρόμους. Μέχρι που αυτοί άδειασαν εντελώς. Κλείστηκαν όλοι στα σπίτια τους, κατέβασαν όλες τις κουβέρτες απ’ τα ντουλάπια και τα πατάρια που τις είχαν μαζεμένες. Κούρνιασαν στα κρεβάτια τους και κουκουλώθηκαν. Δυο δυο για να ζεσταίνει ο ένας τον άλλο. Κι έτσι έπεσαν σε ύπνο. Ύπνο βαθύ, σα λήθαργο. Μια γάτα μόνο νιαούρισε πάνω σ’ ένα δέντρο, μα καθώς δε πήρε απόκριση από πουθενά κι άρχισε κιόλας να την τρυπάει το κρύο, τρύπωσε γρήγορα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα στο σπίτι της και χώθηκε στις στάχτες του σβησμένου τζακιού αναζητώντας λίγη ζέστη.
    


     Ο Φοίβος ένιωσε το κρύο να τον τυλίγει και κουνήθηκε. Άνοιξε τα μάτια κι είδε πώς το σκοτάδι είχε απλωθεί και πυκνώσει.
     Κάτι άστραψε και κατέληξε σ’ ένα κλαδί του δέντρου πάνω του. Έτριψε τα μάτια. Δεν ήταν η ιδέα του. Ήταν η λευκή κουκουβάγια.
     «Σήκω», άκουσε μια προστατευτική φωνή να του μιλάει τρυφερά.
     «Μαμά!;».
     Ένα φως τύλιξε το πρόσωπο της κουκουβάγιας που γλύκανε σ’ ένα γνωστό χαμόγελο.
     «Πρέπει να φύγεις Φοίβε. Ο Κουνάβης έχει στείλει τον Χλέμπα στο κατόπι σου. Προς τα κει», άπλωσε τη μια της φτερούγα δείχνοντας το φως δεξιά της, στο βάθος ορίζοντα.
     Έπειτα το φως που την τύλιγε έσβησε και μ’ ένα θρόισμα των φτερών της εξαφανίστηκε.
     «Μαμά!!!».
     Ένιωσε κάτι να κινείται μέσα στην μπλούζα του. Απ’ την λαιμόκοψη ξεπρόβαλε ο Πόθος τρίβοντας τα νυσταγμένα μάτια του.
     «Τι έπαθες; Έβλεπες όνειρο;».
     «Ναι. Σήκω, φεύγουμε», τον πρόσταξε απότομα και κίνησε κοιτάζοντας λυπημένα το λιγοστό φως που χάραζε μια γραμμή μακριά μπροστά του.


     Περπατούσαν ώρα πολλή.
     Ο Πόθος στριφογυρνούσε σα σφήκα μέσα στην μπλούζα του φίλου του  προσπαθώντας να βρει λίγη ζέστη.
     «Σταμάτα επιτέλους», αγανάκτησε ο Φοίβος.
      Το ιπτάμενο ανθρωπάκι έδωσε μια και βρέθηκε έξω. Κρεμάστηκε ανάποδα απ’ τα μαλλιά του φίλου του και έχωσε τα μούτρα του μπροστά στα μάτια του.
     «Δεν έχω δει χειρότερο σέρβις. Το ξενοδοχείο σας είναι για κλάματα. Δεν θα ξαναπατήσω».
     «Τώρα ανησύχησα», έκανε ο Φοίβος και του έδωσε μια με το χέρι που τον προσγείωσε απότομα μέσα στον μαλακό θάμνο των μαλλιών του.
     «Και οι υπάλληλοί σας είναι πολύ αγενείς!», όρμησε ο Πόθος μέσα στο δεξί αυτί του φίλου του και τσίριξε δυνατά. Τον σταμάτησε το χτύπημα του χεριού του Φοίβου.
     «Τι βαράς καλέ; Για μύγα με πέρασες;», διαμαρτυρήθηκε τρίβοντας το πονεμένο του κεφάλι.
      Συνέχισαν αμίλητοι για αρκετή ώρα, ώσπου ο Φοίβος σταμάτησε απότομα, καρφώνοντας τα πόδια του κάτω. Στράφηκε πίσω του. Οσμίστηκε σα λαγωνικό τον αέρα και τα μάτια του έγιναν δυο τρύπες στην προσπάθειά του να διακρίνει κάτι.
     Ο Πόθος που ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω στο κεφάλι του έπαιζε βαριεστημένα με τα δαχτυλίδια από τις μπούκλες των μαλλιών του, ανασηκώθηκε λίγο πάνω στα χέρια του.
    «Τρέχει τίποτα;».
     «Σσς! Νομίζω πως άκουσα κάτι», ψιθύρισε ο Φοίβος.
     «Ιδέα σου θα ‘ναι. Προχώρα».
     «Δε σου μυρίζει κάτι», επέμενε ο Φοίβος με τεντωμένες τις αισθήσεις.
     «Φασολάδα! Ή μάλλον όχι, μια στιγμή», έκανε  πως οσμίζεται τον αέρα. «Το βρήκα. Ιμάμ μπαϊλντί!».
     Η δήλωσή του συνάντησε τη σιωπή του Φοίβου. Ο Πόθος δήλωσε παρεξηγημένος.
     «Όλο κάτι σου μυρίζει εσένα! Εντάξει, κάτι μυρίζει. Κάτι ψόφιο. Θα τα τίναξε καμιά γάτα», έκανε ικανοποιημένος από τη δήλωσή του. Τις γάτες δεν τις χώνευε. Ποτέ δεν κάθονταν  να τις ενοχλήσει με την ησυχία του. Του ρίχνανε κάτι περιποιημένες σφαλιάρες που τον προσγείωναν ανώμαλα από δω κι από κει.
     «Κάτι ψόφιο», επανέλαβε ο Φοίβος ψιθυριστά. «Κάπου έχω ξανασυναντήσει αυτήν την μυρωδιά. Στην τρύπα του Χλέμπα…», απάντησε λες και μιλούσε στον εαυτό του.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε στον αέρα. Έτρεμε σύγκορμος.
     «Τι είπες τώρα;», τσίριξε πετώντας νευρικά μπροστά του σαν εξοργισμένη σφήκα. «Του Χλέμπα; Ποιού Χλέμπα; Του γνωστού;», και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε.
     «Μα δε γίνεται. Ο Χλέμπας δεν υπάρχει εδώ και αιώνες! Κι εσύ τότε πού τον ξέρεις; Και πού βρήκες την τρύπα του;».
     Έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε να κάνει τρεις τούμπες στη σειρά προς τα πίσω. Μετά, όρμησε πάλι και χώθηκε μπρος τα μάτια του Φοίβου.
     «Μα τι λέμε τώρα; Χλέμπας δεν υπάρχει!!! Τελείωσε!».
     «Τον ξέρεις;», θέλησε να μάθει ο Φοίβος.
     «Προσωπικά εννοείς; Όχι βέβαια. Δεν είχα γεννηθεί ακόμη όταν εξαφανίστηκε μια για πάντα απ’ τον κόσμο τούτο. Πάει! Καπούτ!! Κατάλαβες; Ο ήλιος τον κατατρόπωσε. Τον καθάρισε! Και ησυχάσαμε μια και καλή απ’ τις βρωμιές του σιχαμένου!».
     «Υπάρχει. Τον συνάντησα. Πριν συναντήσω εσένα. Σε μια τρύπα μέσα στο  βουνό. Σε μια σπηλιά πλημμυρισμένη στη σαπίλα και στο σκουλήκι».
      Ο Πόθος έμεινε ακίνητος στον αέρα και τον κοίταξε με δυσπιστία.
     «Σίγουρα;», ψιθύρισε ξεψυχισμένα.
     Ο Φοίβος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     «Πώς ήταν;», θέλησε να μάθει.
     «Γλιτζιάρης. Γκρίζος. Σκουληκιασμένος και….».
     «Σταμάτα! Αυτός είναι. Δε θέλω ν’ ακούσω άλλο!».
     «Κι έπειτα κατέβηκε ο Κουνάβης ο διοικητής της αστυνομίας και του είπε πως ο Ήλιος εξαφανίστηκε. Και πως τώρα είναι η σειρά τους!».
      Όσο ο Φοίβος μιλούσε, ο Πόθος έχανε ύψος. Απ’ το μάγουλό του είχε σβήσει το ροδαλό χρώμα του κι είχε χλομιάσει.
     «Την βάψαμε δικέ μου! Χαθήκαμε, πάει! Άμα βγήκε ο Χλέμπας παγανιά, όλα τελείωσαν», κατάφερε να αρθρώσει ξεψυχισμένα.
     Κρατώντας τον απ’ τις τιράντες της τζην φόρμας του, ο Φοίβος τον σήκωσε στο ύψος των ματιών του.
     «Γιατί;», τον ταρακούνησε.
     «Σταμάτα. Άσε με να πεθάνω στην ησυχία μου. Τι με τινάζεις λες κι είμαι καρυδιά;».
     «Πες μου γιατί;».
     «Ο κόσμος του Χλέμπα είναι ο κόσμος της βρωμιάς, της αρρώστιας και της δυστυχίας. Κάποτε είχε καταφέρει να τα σκορπίσει παντού. Στο πέρασμά του όλα σάπιζαν, στο άγγιγμά του όλα αρρώσταιναν. Το κλάμα των παιδιών που υπέφεραν και των μανάδων που δεν μπορούσαν να τα βοηθήσουν ήταν αβάσταχτο. Κι η δυστυχία που απλωνόταν του έδινε δύναμη. Κι όσο υπέφεραν όλοι, τόσο αυτός θέριευε. Μα ο Ήλιος έδωσε μεγάλη μάχη μαζί του και τον κατατρόπωσε. Παντελής! Ε,ε….παντελώς», συμπλήρωσε αφού το ξανασκέφτηκε.
     «Ο Ήλιος τον σημάδεψε με τις αχτίδες του και τον έκαψε. Σαν κυπαρίσσι που το χτύπησε  κεραυνός. Μπαμ! Κι έπειτα άπλωσε τις αχτίδες του και χάιδεψε τα πάντα. Ακούμπησε τα δέντρα και πρασίνισαν. Χάιδεψε τα μάγουλα των αρρώστων κι έγιαναν. Έναν, έναν. Χουχούλιασε με τη ζεστή ανάσα του τα ζώα και τα ξανάδωσε ζωή. Κι έπειτα τραβήχτηκε στην άκρη κι άφησε τα σύννεφα να ρίξουν μια δυνατή βροχή, ασταμάτητη. Μέρες ξέπλενε τις βρωμιές του Χλέμπα. Σφουγγάριζε τους δρόμους, έβαλε μπουγάδα στα χωράφια, σαπούνισε τα δέντρα και πέταξε όλη τη σαπίλα στον αγύριστο.   
     «Κι από τότε δεν υπάρχει.».
     «Πολύ φοβάμαι πως υπάρχει», έδειξε ο Φοίβος μ’ ένα νεύμα πίσω του.
     Στ’ αυτιά τους είχε αρχίσει να φτάνει ένας απόμακρος ήχος.
     «Φεύγουμε. Δεν πρέπει να χάνουμε ούτε λεπτό».
     «Όχι!», έδωσε μια και τινάχτηκε στον αέρα. «Δε υπάρχει νόημα. Είναι πολύ αργά! Η υπόθεση είναι χαμένη».
      Ο Φοίβος τον γράπωσε δυνατά με το δεξί χέρι του και κίνησε με γοργά βήματα. Ο Πόθος στριφογύριζε σαν τρελή μύγα μέσα στη φούχτα του.
     Προχωρούσε, κρατώντας την ανάσα του. Και πίσω του άκουγε όλο και πιο κοντά του το ίδιο ανατριχιαστικό βήμα.
     Ξάφνου τα πόδια του μπερδεύτηκαν σε κάτι και προσγειώθηκε κάτω φαρδύς πλατύς. Σαν σήκωσε το κεφάλι του  είδε να πέφτει επάνω του ο μαύρος ίσκιος ενός γέρικου και ροζιασμένου κορμού δέντρου.
      Πριν προλάβει να κουνηθεί ο κορμός άνοιξε στα δυο σ’ ένα πελώριο ξεδοντιασμένο θαρρείς στόμα, αφήνοντας ένα λαμπερό φως να χυθεί προς τα έξω. Απλώθηκε επάνω τους ζεσταίνοντας τα μέλη τους.
     «Μπείτε γρήγορα», ακούστηκε ένας βαθύς ψίθυρος.
     Ο Φοίβος κοίταξε ολόγυρα απορημένος κι απ’ τον τρόμο του άφησε να του πέσει απ’ τη φούχτα ο Πόθος.
      «Τι γίνεται εδώ πέρα;» ρώτησε χωρίς να πάρει απόκριση.
      «Μπείτε γρήγορα πριν σας προλάβει ο Χλέμπας», ακούστηκε η ίδια βαθιά φωνή.
     Σα να ξύπνησε ξαφνικά από βαθύ ύπνο ο Φοίβος άκουσε πίσω του τα απειλητικά βήματα να πλησιάζουν επικίνδυνα. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά άρπαξε τον Πόθο και μ’ ένα σάλτο  βρέθηκε μες την κουφάλα του δέντρου. Έκλεισε τα μάτια του  στο φως που τον τύφλωνε. Κούρνιασε. Και τότε άρχισε να  κουνιέται συθέμελα. Λες και γινόταν σεισμός και το επίκεντρο βρισκόταν απευθείας κάτω από τα πόδια του.
      Σπίθες άρχισαν να ξεχύνονται μέσα στην κουφάλα προς όλες τις κατευθύνσεις. Λες και έσκαγαν πυροτεχνήματα. Τους τύλιξαν φωτεινά χρώματα, που έσκαγαν με δυνατό θόρυβο γύρω από το κεφάλι του.
     Το φως που τους τύλιγε ξεχύθηκε με ορμή προς τα έξω σαν κινούμενη φλόγα και τους άφησε στο σκοτάδι. Μπόρεσε να δει μια πύρινη μπάλα να κυλάει στο έδαφος ουρλιάζοντας και το δέντρο έκλεισε μπροστά του.
     Σκοτάδι απλώθηκε
     «Πρέπει να φύγετε. Όσο ήλιο φύλαγα μέσα μου τον ξαμόλησα επάνω στο σιχαμερό τούτο πλάσμα, μα δε φτάνει. Μόνο ο ίδιος ο Ήλιος θα μπορούσε να τον διαλύσει. Να τον ξεκάνει για τα καλά!», συμπλήρωσε μ’ ένα οργισμένο ρουθούνισμα.
      «Θα κατευθυνθείτε ανατολικά, εκεί πάντα καταφεύγει ο Ήλιος. Και περιμένει. Την επόμενη ανατολή. Το σκοτάδι μπορεί να είναι και απόλυτο. Θα πάρετε αυτήν εδώ την πυξίδα. Θα σας δείχνει πάντα τις συντεταγμένες του σημείου που βρίσκεστε σε σχέση με τον προορισμό σας. Μα δεν είναι μια πυξίδα σαν όλες τις άλλες. Η οθόνη της είναι φωτεινή. Αν βρεθείτε σε μεγάλη ανάγκη αρκεί να την τρίψετε και θα σκορπίσει άπλετο φως. Όμως προσέξτε. Δεν έχει τη δυνατότητα να σας φωτίσει πάνω από τρεις φορές».
     Ο Φοίβος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του καθώς άπλωνε το χέρι του για  να πιάσει την πυξίδα που του έδινε.
     «Ο Ήλιος ξεκουράζεται στην εναλλακτική χώρα. Για να φτάσετε εκεί πρέπει πρώτα να βρείτε το βουνό που μιλάει. Είναι μια κορυφή ανάμεσα σε πολλές άλλες μιας οροσειράς. Από κει θα πάρετε το κλειδί που ανοίγει την πόρτα της εναλλακτικής χώρας. Πρώτα όμως πρέπει να περάσετε από την επτάπυργη πύλη. Αυτήν την φυλάει ένας δράκος. Ένα πλάσμα τρομερό, που δεν χαρίζεται ούτε στο κακό ούτε στο καλό. Αυτό θα είναι το δυσκολότερο απ’ όλα. Να καταφέρετε να ξεφύγετε από την άγρυπνη ματιά του».  
      Ο Φοίβος σηκώθηκε και καθώς έκανε να βγει ένα δυνατό φτάρνισμα του δέντρου τους εκσφενδόνισε μέτρα μακριά, και τους έριξε κάτω.
     «Με το συμπάθιο. Μ’ έχει σκοτώσει αυτή η υγρασία».
     Ο Πόθος προσπαθούσε να  σηκωθεί στα πόδια του όμως  το θέαμα που αντίκρισε τον έκανε να παγώσει. Τσίμπησε δυνατά τον Φοίβο.
     «Ωχ! Τι έπαθες τώρα; Σταμάτα», διαμαρτυρήθηκε ο Φοίβος σηκώνοντας το κεφάλι του και τότε μόνο πρόσεξε τον γιγάντιο όγκο που στεκόταν μπροστά του.
       «Αυτή  είναι η Πασιφάη», ακούστηκε πίσω του η φωνή βραχνή του δέντρου. «Με τα πόδια δεν θα πηγαίνατε και πολύ μακριά. Ανεβείτε στην πλάτη της και θα σας πάει εκεί που πρέπει».
     Ο Φοίβος τέντωσε τον λαιμό του προς τα μπρος για να δει αν τον γελούσαν τα μάτια του. Ξαπλωμένη εμπρός του μια αλεπού. Πελώρια! Τα μπροστινά πόδια της πατούσαν όρθια στο χώμα και το κορμί της στήριζε ένα όμορφο κεφάλι με δυο βελούδινα μάτια. Μα το μέγεθός της δεν ήταν ότι πιο παράξενο επάνω της. Αυτό που τον είχε αφήσει κυριολεκτικά άφωνο ήταν τα μεγαλόπρεπα φτερά που κρεμόταν στα πλαϊνά του κορμιού της.
     Η Πασιφάη χαμήλωσε το κορμί της κατεβάζοντας τα μπροστινά πόδια της.
     «Ανεβείτε», ακούστηκε γλυκιά η φωνή της.
     Ο Φοίβος κοίταξε την γέρικη ελιά που του έγνεψε καθησυχαστικά μέσα από τους γέρικους ρόζους.
          «Ιπτάμενη αλεπού», ακούστηκε η φωνή του Πόθου καθώς ανέβαιναν επάνω της.  «Ο Θεός να μας φυλάει».
     Με δύο απαλά μα δυνατά χτυπήματα των φτερών της βρέθηκαν ψηλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου